Ο μύθος λέει πως το 2007 ο Στιβ Τζομπς επικοινώνησε με τον παλιό πρόεδρο του CNN και αρχισυντάκτη του περιοδικού «Time» Walter Isaacson για να του αναθέσει τη συγγραφή της βιογραφίας του. Ο Isaacson μπερδεύτηκε, αφού ο Τζομπς ήταν μόλις 48 χρόνων. «Είσαι όντως μια σπουδαία προσωπικότητα, αλλά περίμενε λίγο να βγεις στη σύνταξη», φαίνεται να του απάντησε ο βιογράφος του Άλμπερτ Αϊνστάιν και του Χένρι Κίσινγκερ.

Μετά από μερικά χρόνια, οι δυο άντρες ξαναβρέθηκαν και ο Τζομπς επανέλαβε για μια ακόμη φορά το αίτημά του. Ο Isaacson αρνήθηκε ευγενικά.

« Ίσως κάποια μέρα», του απάντησε. Το 2009, ο Τζομπς πήρε τη δεύτερη αναρρωτική του άδεια κι η γυναίκα του Laurene Powel επικοινώνησε ξανά με τον συγγραφέα, όντας λίγο πιο απαιτητική. Του ανακοίνωσε την ασθένεια του Τζομπς (καρκίνος στο πάγκρεας) και του εξήγησε πως ο χρόνος του είναι περιορισμένος. Ο Isaacson δέχτηκε και ξεκίνησε αμέσως τις συνεντεύξεις. «Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο των τεχνών και γραμμάτων, αλλά μου άρεσαν και τα ηλεκτρονικά. Μετά, όμως, διάβασα κάτι που είπε ένας απ’ τους ήρωές μου, ο Edwin Land της Polaroid, για το πόσο σημαντικοί είναι εκείνοι που μπορούν να σταθούν στο μεταίχμιο των γραμμάτων και των επιστημών και αποφάσισα ότι αυτό ήθελα να κάνω», ξεκίνησε ο Τζομπς, δείχνοντας ξεκάθαρα την πρόθεσή του στον βιογράφο: αυτός θα έκανε κουμάντο και σε αυτό το πόνημά του, φανερώνοντας για μια ακόμη φορά ότι ήταν ένας άνθρωπος που θα ρίσκαρε τα πάντα για τις προσωπικές του προσδοκίες, εκτός απ’ τη φήμη του. Πόσο μάλλον αν επρόκειτο για την υστεροφημία του.

 

Η επίσημη βιογραφία του Στιβ Τζομπς βασίστηκε σε σαράντα συνεντεύξεις που έδωσε ο ίδιος και δεκάδες άλλα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στις διάφορες φάσεις της ζωής του εφευρέτη του iPhone. Απ’ ό,τι φαίνεται απ’ τον πρόλογο, ο Τζομπς και η γυναίκα του επέτρεψαν στον Isaacson να γράψει ό,τι θέλει. «Δικό σου βιβλίο είναι». Αυτό αναφέρεται έντονα και είναι η απάντηση σε όλες τις απορίες που δημιουργήθηκαν μετά τον θάνατο του Τζομπς όσον αφορά το δύστροπο του χαρακτήρα του. Η ίδια η γυναίκα του έδωσε το «ok», χωρίς να διαβάσει ούτε γραμμή, στα κεφάλαια εκείνα που περιέγραφαν τον χαρακτήρα του. Προφανώς, και σε εκείνα που αναφέρονταν στο περίφημο «πεδίο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας» που δημιουργούσε ενστικτωδώς, όταν ήθελε να πείσει φίλους και συνεργάτες ότι είχε δίκιο σ’ αυτό που έλεγε. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν πως και λανθασμένες να ήταν οι απόψεις του, η δικαίωση που ερχόταν στο τέλος ήταν το μεγάλο του προτέρημα. Δεν έχει σημασία, πλέον, αν ήταν άσος στο μάρκετινγκ ή πρωτοπόρος, αλλά ότι έφυγε απ’ τη ζωή δικαιωμένος απ’ τις επιλογές του.

 

Στις 540 σελίδες του τόμου μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου που δεν του άρεσε να βάζει διακόπτες στα προϊόντα του. Από την παιδική κι εφηβική του ηλικία, όταν στα δώδεκα τηλεφώνησε στον Hewlett της Hewlett-Packard για να του ζητήσει υλικά ώστε να φτιάξει έναν μετρητή συχνοτήτων. Ο Hewlett συνομίλησε μαζί του αρκετή ώρα και στο τέλος τού έστειλε τα υλικά, βάζοντας τις πρώτες βάσεις. Σε ξεχωριστά κεφάλαια που σχετίζονται πάντα με τις επιχειρηματικές και τις τεχνολογικές δραστηριότητές του, περιδιαβαίνουμε στη ζωή του ανθρώπου που χαρακτήρισε την εποχή μας. Από την πώληση του ημιφορτηγού του για να χρηματοδοτήσει τον πρώτο υπολογιστή που έφτιαξε μαζί με τον φίλο του Στιβ Βόζνιακ, στην απόλυσή του από την εταιρεία που ο ίδιος ίδρυσε και στην επαναπρόσληψή του στην Apple και στον i θρίαμβό του. Η βιογραφία εστιάζει περισσότερο στον άνθρωπο Τζομπς και δεν γίνεται ιδιαίτερα επεξηγηματική σε ακραιφνώς τεχνολογικά ζητήματα, κάτι που τη βοηθά ώστε να μη γίνεται κουραστική και να έχει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που δεν θα περιλαμβάνει αποκλειστικά τους nerd θαυμαστές του αφεντικού της Apple. Άλλωστε, είναι μια κοινή διαπίστωση πως ο Τζομπς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, άλλαξε τη ζωή όλων μας και όχι μιας κοινότητας που ζει και αναπνέει στη Silicon Valley.