Περιοχή στην περιφέρεια της Κεντρικής Ανατολίας. Τοπίο αρχέγονο, αισθησιακό, δραματικό… Τόπος σημαντικών πολιτισμών απ’ την παλαιολιθική ακόμα εποχή. Τον κατοίκησαν Χετταίοι, Φρύγες, Παφλαγόνες, Λυκάονες, Λυδοί, Πέρσες, Έλληνες, Γαλάτες, Άραβες… Τόπος με αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες, όπως οι υπόγειες πολιτείες και τα υπόσκαφα κτίσματα που έρχονται να συμπληρώσουν το ήδη μοναδικό τοπίο. Τόπος με έντονο ελληνικό στοιχείο απ’ την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, γεμάτος ορθόδοξες εκκλησιές, παρεκκλήσια, σκήτες και μοναστήρια. Για έναν Έλληνα, τόπος που γεννά αμφιθυμία, θλίψη, μνήμες οδυνηρές, ιστορίες απώλειας, νοσταλγία, συγκίνηση. Σημαίνει προσκύνημα, ελληνισμός, χριστιανισμός, ξεριζωμός, επι- στροφή σε χαμένες πατρίδες και σπίτια σε πατρογονικά εδάφη.

 

Το ταξίδι έγινε οδικώς τον Αύγουστο του 2006, με τζιπ. Η διαδρομή μας: Καβάλα, Καστανιές, Ανδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα, Γκέρεμε. Διαμονή στο Γκέρεμε -στη καρδιά της Καππαδοκίας- και από κει ακτινωτές διαδρομές.

 

Η Κωνσταντινούπολη, πληθωρική, πυκνοκατοικημένη, υγρή και ζεστή, θρυλική πολιτεία αλλά και σύγχρονη μητρόπολη πια, με τα 15 εκατομμύρια κατοίκους της, ήταν για μας απλώς το πέρασμα απ’ τη Δύση στην Ανατολή, απ’ την Ευρώπη στην Ασία. Ακόμα κι ένα βιαστικό πέρασμα απ’ την Πόλη είναι αρκετό για να παρατηρήσει κανείς τα πολλά και αντιφατικά πρόσωπα της σημερινής Τουρκίας.

 

Άγκυρα: Μετά από 450 χιλιόμετρα σ’ ένα βατό οδικό δίκτυο φτάνουμε στην Άγκυρα, πόλη σχετικά καινούργια και πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους. Μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, απλόχωρη, σύγχρονη -με αρκετό μπετόν- οργανωμένη και κάπως αποστειρωμένη. Εντύπωση μου κάνει η οργανωμένη δόμηση που συναντάμε στη περιφέρεια όλων των μεγάλων πόλεων που διασχίζουμε. Ατέλειωτα, περιποιημένα συγκροτήματα πολυκατοικιών για όλα τα βαλάντια, με πράσινο και πάρκινγκ. Μοναδική μας στάση το Μουσείο των Ανατολικών Πολιτισμών που βραβεύτηκε το 1997 ως το καλύτερο ευρωπαϊκό μουσείο της χρονιάς, το οποίο στεγάζεται σε δύο ιστορικά κτίρια των μέσων του 15ου αιώνα, στο σκεπαστό παζάρι του Mahmud Pasha και στο Kursunlu Caravanserai, σ’ έναν λόφο απ’ όπου μπορεί να δει κανείς το παλιό κομμάτι της πόλης.

 

Goreme (Κόραμα): Στα 300 χιλιόμετρα που διανύουμε απ’ την Άγκυρα και μετά το τοπίο αλλάζει σιγά-σιγά, η βλάστηση μειώνεται και αρχίζει η στέπα. Στον δρόμο προς το Aksharay (πρώην Αρχελαίδα) συναντάμε τη λίμνη Τάτα, με 33% περιεκτικότητα σε αλάτι και στεγνή κατά τα 3/4 του εδάφους της τον Αύγουστο. Είναι σούρουπο, ο ουρανός μαβής κι εμείς κάνουμε μια γρήγορη βόλτα πάνω σε μια έρημο από αλάτι. Η ζέστη έχει πέσει και συνεχίζουμε την πορεία μας προς το Γκέρεμε μ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι στη χάση του, κρεμασμένο πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Κάτω απ’ αυτό το φως αντικρίζουμε το μεταφυσικό τοπίο της Καππαδοκίας με τους μυστηριώδεις, βραχώδεις κώνους να υψώνονται παντού γύρω μας. Φτάνοντας στο κατάλυμά μας, ένα σύμπλεγμα υπόσκαφων δωματίων, χαλαρώνω οριστικά βλέποντας ότι ο χώρος είναι σε απόλυτη σύμπνοια με το τοπίο και τις πιο υψηλές μου προσδοκίες. Στις 6:00 η ώρα το ξημέρωμα, την άλλη μέρα, παρακολουθώ τον ήλιο να ξεμυτίζει ανάμεσα από τα βράχια και λίγο μετά τα χρωματιστά αερόστατα να γεμίζουν τον ουρανό.

 

Μετά πρωινό, πρώτη στάση το πάρκο του Γκέρεμε και επίσκεψη -τώρα πια με εισιτήριο- στις φημισμένες, πλέον, βυζαντινές υπόσκαφες εκκλησιές του 10ου περίπου αιώνα που περιέγραψε και ο Σεφέρης στο βιβλίο του Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας: η Σκοτεινή Εκκλησιά, η Εκκλησιά των Σανδάλων, η Παλαιά Εκκλησιά, η Εκκλησιά του Μήλου και πολλές άλλες. Η Τέχνη των αγιογράφων είναι κυρίως λαϊκή, αυθόρμητη, οι επιγραφές ανορθόγραφες, φωνητικές, όπως επισημαίνει ο Σεφέρης. Η μοναδική αρχιτεκτονική της Καππαδοκίας -όλα σκαμμένα μέσα στο μαλακό, ηφαιστιογενές πέτρωμα που καλύπτει αυτήν τη γη από τότε που ο Αργαίος ήταν ακόμα ενεργό ηφαίστειο- είναι το αποτέλεσμα ενός αλλόκοτου τοπίου στα σωθικά του οποίου βρίσκεις σπίτια, εκκλησιές, παρεκκλήσια, μοναστήρια, σκήτες, περιστερώνες. Τα χριστιανικά ορθόδοξα μοναστήρια της Καππαδοκίας «ανακαλύφθηκαν» απ’ τους Δυτικούς μελετητές μόλις τον 19ο αιώνα. Δειπνούμε στο χωριό βιαστικά, για να παρακολουθήσουμε μια παράσταση των περιστρεφόμενων Δερβίσηδων στον τόπο της, στα βάθη της Ανατολής, στο ανακαινισμένο Καραβάν Σαράι του Σαριχάν, χτισμένο το 1217 απ’ τους Σελτζούκους, το οποίο απέχει μόλις 12 χιλιόμετρα απ’ το χωριό μας. Η ανακαίνιση ολοκληρώθηκε το 1991 και από τότε λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο και πολιτιστικό κέντρο. Οι φόβοι μου μη βρεθώ σε κιτς τουριστικό δρώμενο διαψεύστηκαν.

 

Την άλλη μέρα ξεκινούμε για τα χωριά Kaymakli (Ανακού), Derinkuyu (Μαλακοπή) και Gulciuk. Σε όλα αυτά τα χωριά υπήρχαν σημαντικές ελληνικές κοινότητες και τα παλιά αρχοντικά στέκουν σήμερα παρατημένα κι ερειπωμένα. Διαβάζω στον ταξιδιωτικό μου οδηγό ότι στη «Μαλακοπή οι [Έλληνες] κάτοικοί της μιλούσαν ένα αρχαιότατο ιδίωμα της ελληνικής γλώσσας μέχρι το ’24 σε παραφθαρμένη μορφή» (Δ. Πλουμίδης). Επισκεπτόμαστε την Υπόγεια Πολιτεία της Μαλακοπής. Η περιοχή της Καππαδοκίας έχει γύρω στις 200 υπόγειες πολιτείες και κάποιες από αυτές χωρούσαν μέχρι και 10.000 κατοίκους. Οι πρώτες υπόγειες πολιτείες φτιάχτηκαν από τους Χετταίους και η τρωγλοδυτική ζωή είναι σταθερό χαρακτηριστικό της περιοχής.

 

Το Mustafapasa (Σινασός) και το Urgup (Προκόπι), μικρές, ήσυχες κωμοπόλεις, απέχουν ελάχιστα απ’ το Γκέρεμε. Τα ελληνικά αρχοντικά είναι παντού, βλέπουμε ελληνικές επιγραφές στις εισόδους των σπιτιών. Το «Παλιό Ελληνικό Σπίτι» στη Σινασό είναι σήμερα ξενοδοχείο κι εστιατόριο. Πίνουμε έναν τούρκικο καφέ. Στο Προκόπι σταματάμε στο Sehir Hamami για να συνέλθουμε απ’ την ταλαιπωρία του ταξιδιού και να γευτούμε μια κατεξοχήν ανατολίτικη συνήθεια.

 

Στην Guzelyurt (Καρβάλη) επισκεπτόμαστε το Παρθεναγωγείο που σήμερα είναι ξενοδοχείο, περπατάμε στα σοκάκια, ξαποσταίνουμε στην πλατεία για ένα γλυκό τσάι και λίγο σουτζούκ λουκούμ και μετά επισκεπτόμαστε την Κοιλάδα των Μοναστηριών, όπου είναι η σκήτη του Αγίου Βασιλείου. Αφήνοντας την Καρβάλη, σταματάμε λίγο στην ερειπωμένη Κόκκινη Εκκλησιά, που όμως θα ανακαινιστεί, και στο Μοναστήρι της Αναλήψεως, το οποίο, σύμφωνα με πρωτόκολλο που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2006, θα γίνει Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών με έμφαση στη ρωμαίικη κληρονομιά. Σήμερα, διαβάζω, έχει ξεκινήσει σε όλη την Καππαδοκία η αποκατάσταση νεοελληνικών μνημείων, μεταξύ των οποίων η Μονή του Αγίου Νικολάου στη Σινασό και ο ναός του Αγίου Δημητρίου στην Αραβησσό.

 

Τελευταία στάση το εντυπωσιακό Φαράγγι της Ιχλάρα. Ξαφνικά, μέσα στο ξερό τοπίο, μια σχισμή της γης με πλούσια βλάστηση λόγω του ποταμού Melediz Su που τη διασχίζει. Στις πλαγιές του διάσπαρτα λαξεμένα μοναστήρια κι εκκλησιές. Τόπος ασκητικός και μοναστικός. Λέγεται και κοιλάδα της θανάσιμης σκιάς.

 

Την τελευταία μέρα κάνουμε μια off road διαδρομή στα βάθη της οροσειράς του Ταύρου. Ατέλειωτα χιλιόμετρα χωματόδρομου προς το Buyuk Cakir. Ένας υπόγειος ποταμός ξεπηδάει μέσα απ’ τα βράχια και μεταμορφώνεται σ’ έναν εντυπωσιακό καταρράκτη. Πάμφτωχα χωριά στα βάθη της Ανατολίας με άπειρα παιδάκια, ζεστά χαμόγελα και περίσσευμα ψυχής. Η μόνη σχέση τους με τον έξω κόσμο, οι δορυφορικές κεραίες. Όχι, δεν προλαβαίνουμε ν’ απορροφήσουμε τις εικόνες, τις μυρωδιές, τις εντυπώσεις. Είναι πολλά αυτά που δεν είδαμε. Χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο. Η Καππαδοκία κρύβει ακόμα πολλά μυστικά, πολλές εκπλήξεις.