Εδώ και κάτι μήνες μένω στην Κυψέλη, αλλά γεννήθηκα (το 1949) και μισομεγάλωσα (ως το 1959) στου Ζωγράφου. Ήταν ένας τόπος πολύ μακριά από το «πάω κάτω στην Αθήνα» (που έλεγαν οι Ζωγραφιώτες), και είχε κυρίες με ταγιέρ και καπέλα, ένα μεγάλο ρέμα με γεφυράκια και μια λεωφόρο με κυπαρίσσια. Τα «παρίσια» ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισα στη ζωή μου, και τα 'δειξα και με το δάχτυλο. Έκλαιγα σπαραχτικά όταν μ' έβγαζαν βόλτα στη λεωφόρο με το καροτσάκι μου, και μάλλον είχα αναγκαστεί να τους εξηγήσω επιτέλους τι έφταιγε. Μου την έλεγαν συχνά όλη αυτή την ιστορία, και την έβρισκαν πολύ αστεία. Εγώ πάλι, καθόλου. Ούτε μικρή, ούτε κι όταν μεγάλωσα. Το σημαντικό είναι όμως ότι, μετά από εκείνη την πρώτη λέξη, συνεννοηθήκαμε επιτέλους κι άλλαξε το δρομολόγιο.

Όλες μου οι παιδικές και οι εφηβικές αναμνήσεις είναι θεάματα και ραδιόφωνο. Στη δεκαετία του '50 ακούγαμε οικογενειακώς τις «Περιπέτειες του Τζόνι Γκρηκ» με τον Λιάκο Χριστογιαννόπουλο. Αργότερα, με το τρανζιστοράκι στο μαξιλάρι, άκουγα τα θέατρα της Δευτέρας, της Τετάρτης, της Κυριακής, και τους πειρατικούς σταθμούς της δεκαετίας του '60. Είδα αμέτρητες ταινίες, κυρίως στα θερινά σινεμά, ερωτεύτηκα ό,τι ήτανε να ερωτευτώ (στο δημοτικό τον Ζεράρ Φιλίπ, στο γυμνάσιο τον Στιβ ΜακΚουίν), και πάντα περίμενα πώς και τι την πανηγυρική επίσκεψη στο Γκριν Παρκ μια φορά κάθε καλοκαίρι (για τους ταχυδακτυλουργούς και για το παγωτό «σπέσιαλ»).

Στο θέατρο είδα εκείνα τα πρώτα χρόνια τις μεγάλες αγάπες της μάνας μου, τη Λαμπέτη, τον Χορν και την Αντιγόνη Βαλάκου. Είδα κι ένα Όνειρο Θερινής Νυκτός στην καρδιά του τότε Βασιλικού Κήπου, κι ένα σωρό επιθεωρήσεις. Δεν θυμάμαι ούτε ένα νούμερο, ούτε έναν ηθοποιό, μόνο τα φτερά και τις τουαλέτες. Σαν χτες θυμάμαι, ωστόσο, τα μπουλούκια που πετυχαίναμε στις καλοκαιρινές διακοπές: τον Ζαζά να παίζει Γκόλφω στα Μέθανα του 1957 (ξέρω ακόμα δυο τρεις έμμετρες ατάκες του, που τις λέγαμε και τις ξαναλέγαμε χρόνια ολόκληρα με τον αδερφό μου), και στη Νέα Αρτάκη της Εύβοιας, αρχές της δεκαετίας του '60, τον θίασο Μιχάλα. Στα έργα που έπαιξαν μέσα σε μια βδομάδα υπήρχε πάντα κι ένας κακός, και η πρωταγωνίστρια τού έλεγε κάθε τρεις και λίγο: «Πάψε, Τέρας της Κολάσεως!»

Γύρω στο 1964 άρχισα να σέρνω τη μαμά μου στο Θέατρο Τέχνης (λέω «να σέρνω», γιατί μέχρι τα δεκαοχτώ μου δεν μ' άφησε να πάω πουθενά χωρίς αυτήν). Στο τέλος κάθε παράστασης ρίχναμε κι από έναν γερό καβγά για τα «ακαταλαβίστικα» που μ' αρέσανε. Την όποια σχέση έχω σήμερα με το θέατρο τη χρωστάω σ' εκείνη τη μυθική παράσταση της Δολοφονίας του Μαρά, το 1966 (και στον καβγά που επακολούθησε - μόνο που εκεί έφταιγαν, επιπλέον, οι κραυγές «Ανταρσία-Συνουσία»).

Το σπίτι μου ήταν αυστηρό και συντηρητικό, αλλά και παραμυθιάρικο, γεμάτο δεισιδαιμονίες και ψευτιές. Έζησα από αγκαλιά σε αγκαλιά. Όλη μου η δύναμη είναι η αγάπη που πήρα από τους δικούς μου.

Στα παιδικά μου χρόνια βάρυνε αφάνταστα ο θάνατος του παππού μου. Μέναμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι, κι ήταν η πρώτη ορφάνια της ζωής μου. Ήταν κι η πρώτη φορά που είδα μαυροντυμένη την πεντάμορφη μαμά μου και τρόμαξα.

Μικρή, χοντρούλα και άγαρμπη, στα πιο κρυφά μου όνειρα ήθελα να γίνω μπαλαρίνα. Αυτό το είχα εξομολογηθεί μόνο σ' έναν αγαπημένο θείο, που, εκτός από μυστικοσύμβουλός μου, ήτανε και καπετάνιος, κι έτσι μου έφερε κάποτε από την Αμερική κάτι ωραιότατες πουέντ, ροζ σατέν - για να μου φύγει ο καημός. Δεν έγινα ποτέ μπαλαρίνα: οι ροζ πουέντ, που τις έχω ακόμα, αποδείχτηκαν δυο νούμερα μικρότερες.

Το πιο σημαντικό ανάγνωσμα της ζωής μου ήταν ο Δράκουλας του Μπραμ Στόουκερ. Μου τον χάρισε ο αδερφός μου όταν ήμουνα δώδεκα χρόνων, επειδή δεν μπορούσα να δω την «ακατάλληλη» ταινία με τον Κρίστοφερ Λι. Μετά τους δράκους των παραμυθιών, που τους είχα και αδυναμία, γνώρισα την ηδονή του πραγματικού τρόμου. Γνώρισα όμως και την αγωνία του νυχτερινού εφιάλτη και την παρηγοριά από τα αγαπημένα χέρια που μου σταύρωναν το μαξιλάρι μου.

Η μετάφραση είναι ένα βίαιο άθλημα. Δοκιμάζεις τα όρια των ελληνικών σου, τα όρια της υπομονής σου, τα όρια της αντοχής του πρωτότυπου κειμένου, παλεύεις για μιαν άπιαστη κυριαρχία, κι ωστόσο μόνο ευγνωμοσύνη νιώθεις όταν υποτάσσεσαι. Το πιο σημαντικό σε μια μετάφραση είναι ο χρόνος. Ο χρόνος που διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις το τελειωμένο, το δικό σου κείμενο, ώσπου να κρυώσει εντελώς, ώσπου να πάψει να σου αρέσει ο εαυτός σου, ώσπου να πάψεις να θεωρείς φυσιολογικά αυτά που έχεις γράψει, ώσπου να αμφισβητήσεις ακόμα και τις καλύτερες λύσεις σου, ώσπου να μη μείνει τίποτα όρθιο. Είναι η ωραιότερη φάση της δουλειάς αυτή η καταστροφή που περιγράφω.

Μ' αρέσει να βλέπω αμερικάνικες σειρές. Έχω εμπεδώσει ως την παρακμή τους το Boston Legal, το Lost, το Grey's Anatomy, τις Desperate Housewives, το NCIS και όλα τα CSI - όπου γης.

Αυτές τις μέρες φυλλομετράω έναν τόμο με κόμικς του Τζόνι Χαρτ, The best of the wizard of Id. Είναι μια σειρά που την υπεραγαπούσα εκεί γύρω στα είκοσί μου, αλλά είχα ελάχιστα βιβλιαράκια της, και τώρα που επανεκδίδονται παλιμπαιδίζω. Ο τριπίθαμος βασιλιάς λέει από το μπαλκόνι στο εξαθλιωμένο πλήθος: «Και μην ξεχνάτε τον Χρυσό Κανόνα». Ένας από κάτω ψιθυρίζει: «Τι θα πει αυτό;». «Όποιος έχει τον Χρυσό, φτιάχνει τους Κανόνες» του εξηγεί ένας άλλος.

Ένιωσα πολύ περήφανη για τον εαυτό μου λίγους μήνες πριν, όταν κατάφερα επιτέλους, ύστερα από ατελείωτες αναβολές, να διαβάσω (και να καταλάβω μέσες-άκρες) τέσσερις σελίδες με «οδηγίες χρήσεως» για τον καινούργιο μου τηλεφωνητή.

Νομίζω πως είμαι ένα σχιζοφρενικό κράμα των δύο γυναικών που καθόρισαν τη ζωή μου. Σαν τη γιαγιά μου, χαχανίζω εύκολα και διακωμωδώ τα πάντα. Αλλά, σαν τη μάνα μου, είμαι απόλυτη και ασπρόμαυρη. Κλαίω με αληθινά δάκρυα κάθε φορά που γελάω - σαν τη γιαγιά μου. Αλλά δεν μπορώ να κλάψω στα σοβαρά - ακριβώς σαν τη μάνα μου. Έχει κι άλλα ο κατάλογος. Μη σας κουράζω όμως.Ακόμα και να μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο, δεν θ' άλλαζα τίποτα απ' τη ζωή μου. Είμαι και πολύ πεισματάρα. Επίσης σαν τη μάνα μου.

Μεγάλωσα μέσα σε μια οικογένεια γεμάτη θυσίες. Θυσίες κυριολεκτικές, ηρωικές και μεγάλες, που ήταν όμως και συνηθισμένες σε άλλες εποχές. Εγώ δεν χρειάστηκε να θυσιάσω τίποτα. Ήμουν τυχερή, προπάντων για έναν λόγο: είναι αφόρητη για τους άλλους η πίκρα των «θυσιασμένων».

Αγαπάω την Αθήνα έτσι όπως είναι. Καμιά φορά, τον Δεκαπενταύγουστο ας πούμε, γίνεται η πιο όμορφη πόλη του κόσμου. Μόνο ένα της λείπει για να γίνει τέλεια: μερικές αδέσποτες γάτες εδώ γύρω στην Κυψέλη.