Η οικολογία είναι «λόγος περί του οίκου». Ως νοσταλγία ορίζεται ο πόνος ή ο ανικανοποίητος πόθος για επιστροφή στον οίκο (την εστία). Η Επιστροφή περιγράφει την επάνοδο στην προγονική εστία ενός βετεράνου μοναχικού αρχαιολόγου, διωκόμενου από τα media για ελάσσονες ατασθαλίες κατά τη δημόσια διαδρομή του μέχρι την τελική σύγκρουση. Η εστία, υπαρκτή όσο και το ίδιο το Πήλιο, η ανθρωπογεωγραφία του οποίου με απασχολεί ιδιαιτέρως σ' αυτό το μυθιστόρημα, απετέλεσε και το έναυσμα για τη συγγραφή του. Ούτως ή άλλως, και στα προγενέστερα μυθιστορήματά μου (Χρυσή Ακτή και O Μεγάλος Αμπάι, επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη), οι τόποι (Βρυξέλλες, Κρήτη, Γκάνα, Νείλος) συνιστούσαν όχι απλώς το πλαίσιο του μύθου αλλά κεντρικούς αφηγηματικούς ήρωες. Έτσι κι εδώ. Μόνο που ένας οίκος είναι κάτι περισσότερο από σκέτα ντουβάρια. Είναι οι άνθρωποι, οι ιστορίες τους και η γεωγραφία του περιβάλλοντος τόπου. Στις απαρχές της συγγραφής της Επιστροφής βρίσκεται ένας μακρινός θείος -υπαρκτό πρόσωπο και πνευματικός μου πατέρας, Αλεξανδρινός, κοσμοπολίτης, με πολυτάραχη ζωή- που επιστρέφοντας στα καθ' ημάς ανασκεύασε το συγκεκριμένο σπίτι-μουσείο κάπου στο νότιο Πήλιο, δανείζοντας στοιχεία του στους μυθιστορηματικούς μου ήρωες.

Η Επιστροφή ολοκληρώνει, μάλλον ακούσια, μια τριλογία φυγής. Αρχικός της τίτλος επρόκειτο να είναι Η Ανθρώπινη Περιπέτεια, αλλά επικράτησαν ωριμότερες σκέψεις. Ο εξοστρακισμένος από το δημόσιο χώρο κεντρικός μου ήρωας πραγματεύεται σε όλη του τη ζωή την έννοια και τις μορφές της ανθρώπινης περιπέτειας (νομαδισμός, μεταναστεύσεις, φυγές, προδοσίες, ταξίδια, μετεγκαταστάσεις, εξερευνήσεις) και τα αίτιά τους, από την υπερνίκηση της πλήξης ως την αναζήτηση αισθητικά αρτιότερων μορφών και τόπων διαβίωσης. Και αν το θεωρητικό του έργο παραμένει ανολοκλήρωτο, η ζωή του συνιστά μια καθαρόαιμη ανθρώπινη περιπέτεια. Ανασκάπτοντας τα ερείπια των αναμνήσεών του θα αναζητήσει -στα μονά κεφάλαια του βιβλίου- τα πρωταρχικά αίτια της τωρινής του διαπόμπευσης στα νεανικά του χρόνια, με τους έρωτες, την καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή του οικογένεια Μακρή, τους απραγματοποίητους πόθους και συμβιβασμούς. Παράλληλα, στα ζυγά κεφάλαια, ο «χορός» των γερόντων του χωριού θα περιγράφει «αντικειμενικά» το δράμα του νόστου, ανασυστήνοντας το δημόσιο χώρο και εμμένοντας στα πραγματικά περιστατικά σε ενεστώτα χρόνο και πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Τόσο οι μνήμες όσο και το εξελισσόμενο παρόν θα συγκλίνουν προς την τελική κάθαρση.

Από ‘κει και πέρα, υπάρχουν οι εμμονές μου: η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η άνευ όρων ανάπτυξη, η οικολογική κατάρρευση της ελληνικής περιφέρειας, ο αποσαθρωμένος δημόσιος βίος θα λειτουργήσουν ως πλαίσια αναφοράς για τη συγκρότηση μιας τεμαχισμένης έστω ζωφόρου της νεοελληνικής ιστορίας. Εντέλει η επιστροφή στην Ιθάκη θα αποδειχθεί το εφαλτήριο για μια νέα ανθρώπινη περιπέτεια. Ο Οδυσσέας δεν γύρισε για να μείνει αλλά για να προετοιμάσει το επόμενο ταξίδι. Θέλησα έτσι να δώσω ένα διαχρονικό μήνυμα συμπόνιας (κατά την τολστοϊκή έννοια) και λύτρωσης, αν και η δράση τοποθετείται στο γκριζωπό παρόν. Ο πρόσκαιρα ηττημένος ήρωας θα επανεκκινήσει για μιαν άλλη «Χρυσή Ακτή».