Λένε ότι οι ιδέες είναι παιδιά πολλών ανθρώπων. Ενδεχομένως - ωστόσο, εάν εδώ υπάρχει μία ισχυρή δόση αλήθειας, σίγουρα ισχύει και στα βιβλία. Ή, τουλάχιστον, τούτο συμβαίνει στο Πάρε το μηδέν. Άλλωστε, η έμπνευση προκύπτει μέσα από ερεθίσματα και αυτά με τη σειρά τους συχνά έρχονται διά μέσου συζητήσεων - αμπελοφιλοσοφικών, πιθανότατα. Για το συγκεκριμένο βιβλίο, αυτό δεν περιορίζεται μόνο στη βασική προσέγγιση - δηλαδή στο γεγονός ότι η αμπελοφιλοσοφία αποτελεί έντονα ευχάριστο υποκατάστατο στη (Θεός φυλάξοι) ενδελεχή, αναλυτική, επίπονη επιστημονική έρευνα. Κυρίως εντοπίζεται γιατί το θέμα, η κεντρική ιδέα του Πάρε το μηδέν γεννήθηκε ξεκάθαρα στο δομημένο, τεχνοκρατικό πλαίσιο του «κουβέντα-να-γίνεται-να-περνάει-η-ώρα»...

Κι αυτό διότι το βιβλίο αφορά θέματα ταυτότητας, δηλαδή ζητήματα που ενίοτε ξεπροβάλλουν μετά το δεύτερο ποτήρι κρασί - πόσω μάλλον όταν δεν επικεντρώνονται σε ένα ομφαλοσκοπικό «εγώ» αλλά σε ένα (λέμε τώρα...) ωκεανικό «εμείς». Ή, ακόμα περισσότερο, όταν το «εμείς» μπαίνει στη σφαίρα ενός λατρεμένου στην χώρα μας αντικειμένου - σε αυτό των Γενεών. Υποθέτω ότι το έναυσμα, η αφετηρία του Πάρε το μηδέν δεν είναι τίποτα άλλο από μία καταγγελία ή, έστω, διαμαρτυρία. Σε έναν τόπο όπου μας έχουν πρήξει το κεφάλι με ποικίλες πομπώδεις θεωρίες για ένδοξες γενεές -ξέρετε, του Πολυτεχνείου, της Μεταπολίτευσης κ.ο.κ- με τη δικιά μας γενιά, τους γεννηθέντες στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘60 και στο πρώτο μισό εκείνης του ‘70, δεν έχει ασχοληθεί κανείς. Και μην τολμήσει κάποιος/α να πει πως είναι νωρίς ακόμα: Είμαστε όλοι γύρω στα σαράντα και έχουμε αρχίσει να ερχόμαστε στα πράγματα για τα καλά - αφήστε που εάν το καθυστερήσουμε κι άλλο, ίσως η κουβέντα χάσει το νόημα ή, έστω, τη γοητεία της. Κανείς δεν θέλει να συζητά εκτενώς για μεσήλικες, πόσω μάλλον για συνταξιούχους.

Οπότε η ώρα είναι τώρα: Καθώς αρχίζουμε να έχουμε επιρροή στη χώρα, έχει ενδιαφέρον (τόσο για εμάς όσο και γι' αυτούς που είναι υποχρεωμένοι να μας υφίστανται σε ημερήσια ή τακτική βάση) να αναζητήσουμε τις ρίζες μας, να μιλήσουμε γι' αυτά που μας επηρέασαν και διαμόρφωσαν, να προσδιορίσουμε το χαρακτήρα μας. Και αυτό να μη γίνει αντιγράφοντας τους προηγούμενους με το να βάζουμε την πολιτική στο επίκεντρο, αλλά εξετάζοντας διαστάσεις εξίσου (εάν όχι περισσότερο...) καίριες όπως η παιδεία, τα παιχνίδια, η τεχνολογία, η μουσική και ο κινηματογράφος, τα μίντια και η διαφήμιση, το καταναλωτικό lifestyle και τα κοινωνικά ήθη. Άλλωστε, με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται εντονότατα το βασικό μας χαρακτηριστικό, εκείνο που μας προσδίδει μία μοναδική ιδιαιτερότητα: συνιστούμε γενιά απόλυτα κομβική αφού στο ταξίδι της χώρας από Ψωροκώσταινα σε μεσαίο μέλος της Ε.Ε. έχουμε την πληρέστερη οπτική γωνία. Εν ολίγοις, είμαστε αρκετά μεγάλοι για να θυμόμαστε την παλαιά Ελλάδα και αρκετά νέοι για να ασπασθούμε ολόψυχα τη νέα - αφήστε που καλούμαστε σήμερα να ολοκληρώσουμε αυτήν τη μεταμόρφωση της κοινωνίας και να την πάμε στη λογική της προέκταση. Λίγο υπερβολικό; Όντως - αλλά για ταυτότητα ξεκινήσαμε, ευθύνες μας προέκυψαν. Και η αλήθεια είναι πως σπάνια μπορεί κανείς να κλείσει αυθαίρετα μία συζήτηση που ο ίδιος ενθουσιωδώς άνοιξε.