Ο Thomas Bernhard (1931-1989) αποτελεί μια περίπτωση δημιουργικής δημοφιλίας. Και λέω «δημιουργικής», καθότι εμπνέει και επηρεάζει με τα γραπτά του πολλούς δυναμικούς δημιουργούς που δεν αρκούνται στο να διαβάζουν απλώς τα έργα του αλλά μοχθούν να τα αναπλάσουν, να τα μελετήσουν ξανά και ξανά, να τα ενσωματώσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στο δικό τους δημιουργικό πρόγραμμα...
Ο Thomas Bernhard (1931-1989) αποτελεί μια περίπτωση δημιουργικής δημοφιλίας. Και λέω «δημιουργικής», καθότι εμπνέει και επηρεάζει με τα γραπτά του πολλούς δυναμικούς δημιουργούς που δεν αρκούνται στο να διαβάζουν απλώς τα έργα του αλλά μοχθούν να τα αναπλάσουν, να τα μελετήσουν ξανά και ξανά, να τα ενσωματώσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στο δικό τους δημιουργικό πρόγραμμα...

 

1.

Δημιουργική Δημοφιλία. Πολλά τα ευπρόσδεκτα παράδοξα στο ελληνικό σύμπαν. Ιδίως στο πώς δεξιωνόμαστε δημιουργούς. Δύσκολοι μουσικοί, δύσκολοι συγγραφείς, δύσκολοι σκηνοθέτες, δύσκολοι εικαστικοί αγκαλιάζονται εδώ, στο αθηναϊκό μας κουλουβάχατο, με αναπάντεχη θέρμη. Θυμάμαι, και θυμίζω, πώς καλοδεχτήκαμε τον Nick Cave και τους Birthday Party όταν ήσαν άγνωστοι παγκοσμίως, πώς έπαθε ωραίο σοκ στο Ρόδον η Lyndia Lunch όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με εκατοντάδες φανατικούς που ήξεραν όλα της τα τραγούδια απέξω, πόσο πείσμον κοινό έχει ο Béla Tarr, τι ωραίος χαμός έγινε τελευταία με το βιβλίο Πόλεμος και Πόλεμος του Laszlo Krasznahorkai (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις). Ο Thomas Bernhard (1931-1989) αποτελεί μια τέτοια περίπτωση δημιουργικής δημοφιλίας. Και λέω «δημιουργικής», καθότι εμπνέει και επηρεάζει με τα γραπτά του πολλούς δυναμικούς δημιουργούς που δεν αρκούνται στο να διαβάζουν απλώς τα έργα του αλλά μοχθούν να τα αναπλάσουν, να τα μελετήσουν ξανά και ξανά, να τα ενσωματώσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στο δικό τους δημιουργικό πρόγραμμα. Ο Bernhard συμβαίνει να έχει θαυμάσιους μεταφραστές στα ελληνικά, και να τον έχει εγκολπωθεί ένα πλούσιο σε ιδέες κοινό. Θυμίζω μεταφραστές: Αλέξανδρος Ίσαρης, Βασίλης Τομανάς, Σπύρος Μοσκόβου, Δημήτρης Βάρσος, Ιάκωβος Κοπερτί, Ζήσης Σαρίκας, Γιάννης Περλέγκας, και τώρα Βασίλης Τσαλής.


2.

Δημιουργική Διαταραχή. Όλοι οι ήρωες του Thomas Bernhard είναι διαταραγμένοι. Όχι τρελοί, όχι σαλοί, όχι παράφρονες. Διαταραγμένοι, παράφοροι, σε αντιμαχία με την κρατούσα κοινωνία, με τη δεσπόζουσα νοοτροπία, με τα κυρίαρχα έθιμα και ήθη. Συνήθως είναι άνθρωποι εξαιρετικής μορφώσεως, καλλιέργειας, ευαισθησίας, παλλόμενες μεμβράνες, δέκτες, κεραίες που λαμβάνουν τους τριγμούς όλων όσα διαδραματίζονται στο κοινωνικό πεδίο. Στα αφηγήματα του κομψού τομίδιου Πρόζα (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κριτική) έχουμε σε πύκνωση το σύνολο των θεμάτων που απασχόλησαν έκτοτε τον Αυστριακό μετρ, έχουμε την ολότητα σε θραύσματα, έχουμε εφτά διηγήματα που, όπως και η γλώσσα, κόκαλα δεν έχουν και κόκαλα τσακίζουν, έχουμε μια ανηλεή και δεξιοτεχνικά δομημένη κριτική σε έναν κόσμο σε παράκρουση που προκαλεί και γεννάει διαταραχές. Διηγήματα εριστικά, αφηγήματα εμπρηστικά, σινιάλα απόγνωσης, σήματα καπνού προς όποιον ξέρει και νιώθει και καταλαβαίνει, ασκήσεις ήθους, καταγραφές της απελπισίας που επιμένει να είναι αξιοπρεπής. Αλλά και, μέσα στον ζόφο, αναβοσβήνει μανιακά, καίτοι με ελεγχόμενη μανία, το λαμπάκι του χιούμορ, που γίνεται ενίοτε προβολέας. Διαβάζω ξανά και ξανά το αριστούργημα του τόμου, την Τραγιάσκα, ένα στροβίλισμα γύρω από την τυχαία εύρεση ενός καπέλου τύπου τραγιάσκα σ' ένα δάσος και το πώς κανείς κυριεύεται άξαφνα από έναν καταιγισμό σκέψεων που είναι προορισμένες, καίτοι απολύτως λογικά συναρθρωμένες, να οδηγήσουν στην παράνοια. Ο Bernhard δεν χάνει ευκαιρία, και εδώ, να προχωρήσει σε αποφάνσεις για την τρέλα, τη διάνοια, τη γλώσσα, την επικοινωνία, την απώλεια επικοινωνίας, τον κατατεμαχισμό του κόσμου: ζούμε σε έναν θρυμματισμένο κόσμο, επισημαίνει εμμονικά ήδη από την αυγή της δεκαετίας του 1960. «Η αλήθεια είναι ότι θέλω να τρελαθώ», λέει ο διαταραγμένος δασολόγος αφηγητής, «θέλω να τρελαθώ, τίποτα περισσότερο απ' το να τρελαθώ στ' αλήθεια, όμως φοβάμαι ότι απέχω πολύ απ' το να καταφέρω να τρελαθώ. Θέλω να τρελαθώ επιτέλους! Δεν θέλω απλώς να φοβάμαι ότι θα τρελαθώ, θέλω επιτέλους να τρελαθώ». Λίγο μετά, ο εικοσιπεντάχρονος δασολόγος αφηγητής θα προβεί σε διόλου διαταραγμένες, σε διαυγέσταστες διευκρινίσεις σχετικά με το γλωσσικό οπλοστάσιό μας και σχετικά με την κοινωνική αλλοτρίωση. Θα πει: «Όλα αυτά θα μπορούσαν να ειπωθούν με μία και μοναδική πρόταση, όπως όλα θα μπορούσαν να λέγονται με μία και μοναδική πρόταση, όμως κανένας δεν μπορεί να τα πει όλα με μία και μοναδική πρόταση». Και: «Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται αμέσως στην ενδυμασία, στις τραγιάσκες, στα σακάκια, στα παλτά, στα παπούτσια, δεν κοιτάζουν καθόλου το πρόσωπο, το βάδισμα, την κίνηση του κεφαλιού, τίποτε άλλο πέρα απ' την ενδυμασία δεν τραβά την προσοχή τους, βλέπουν μόνο το σακάκι και το παντελόνι, μέσα στα οποία είναι χωμένος ο άνθρωπος, τα παπούτσια και προπάντων την τραγιάσκα που φοράει».


3.

Δημιουργική Διάπλαση. Ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής υπογράφει και το περιεκτικότατο, μεστό επίμετρο. Αντιλαμβάνεται το γερμανικό πρωτότυπο σαν παρτιτούρα και αναπλάθει, μεταπλάθει, διαπλάθει τις λέξεις, τις φράσεις, τις παραγράφους του Bern hard. Είναι γνωστό ότι ο Αυστριακός δημιουργός είχε σπουδάσει μουσικολογία και είχε φροντίσει να έχουν καταλυτική μουσικότητα τα γραπτά του. Αυτήν τη μουσικότητα τη σεβάστηκε δεόντως, και παιγνιωδώς, ο Τσαλής, ο οποίος άλλωστε είναι σοβαρός γνώστης όχι μόνο της γερμανόφωνης φιλολογίας αλλά και της φιλοσοφίας. Κατάφερε συνεπώς να εντοπίσει και να αποδώσει άριστα τις μουσικολογικές, φιλολογικές και φιλοσοφικές αναφορές του Bernhard στις σελίδες της Πρόζας. Ο Τσαλής σημειώνει εύστοχα ότι ο Bernhard αγαπά τους σκεπτικιστές φιλοσόφους επειδή ακριβώς είναι ατελείς και αδύναμοι, επειδή στέργουν να μιλήσουν για το ψεγάδι και την ανημπόρια και όχι επειδή διακατέχονται από εμμονή για την αλήθεια ή επειδή συγκροτούν ένα συμπαγές, αρραγές, άρτιο σύστημα. Αγαπά τον Μονταίνι, τον Πασκάλ, τον Βολταίρο, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ και τον Βιτγκενστάιν, αγαπά τη φιλοσοφία, γράφει ο Τσαλής, «επειδή είναι ανήμπορη, αγαπά τα βιβλία που είναι αποσπασματικά, χαοτικά, τα βιβλία στα οποία μπορούμε να ανακαλύψουμε το λάθος».