Μία από τις μεγάλες, διεθνείς εκπλήξεις, στα γράμματα πάντα, ασφαλώς αφορά τα νοτιοαμερικάνικα γράμματα που ανέδειξαν παγκοσμίως μια χορεία εκπληκτικών μυθιστοριογράφων και εν γένει λογοτεχνών που ξεφύτρωσαν από μια ήπειρο η οποία λίγο πολύ μιλάει την πιο διαδεδομένη γλώσσα της υφηλίου: τα ισπανικά. Δεν μιλάμε μόνο για το «χρώμα» και το ιδιάζον στοιχείο, που υπάρχει βέβαια, αλλά για μια νεωτερική ματιά πάνω στην πραγματικότητα, η οποία άφησε σύξυλους τους Ευρωπαίους. Πρόκειται για έναν κόσμο μισοβυθισμένο στον μύθο, για χώρες που ζουν άνετα τόσο στο απομακρυσμένο παρελθόν όσο και στο απώτερο μέλλον, για άτομα που πάνω τους έχουν δοκιμαστεί μύριες όσες συγκινήσεις και παθήματα – με έναν λόγο, τα Εκατό χρόνια μοναξιά όπως και η Αναφορά στον Μπρόντυ ιδρύουν μια νέα, μυθική λογοτεχνία που δεν κλέβει από πουθενά, απλούστατα επειδή μιμείται τον εαυτό της.


Άλλα βιβλία του Ρονκαλιόλο δεν γνωρίζουμε. Αυτό, πάντως, αφιερωμένο δημιουργικά (και ενίοτε δημοσιογραφικά) στον λογοτεχνικό μύθο της Νότιας Αμερικής, έστω και με κάποιες πολυλογίες, κατορθώνει να αναβιώσει ενθουσιαστικά πολλές από τις μυθικές ιστορίες που τύλιξαν πρόσωπα σαν τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τον Νερούδα και έναν ολόκληρο στρατό από δευτεροκλασάτους υποψήφιους συγγραφείς. Η πρώτη απορία του αναγνώστη αφορά τον τίτλο του βιβλίου, την ταυτότητα του προσώπου και τη μοίρα του. Όντως, ο Αμορίμ (σ. 337), παρότι γραφιάς, δεν άφησε έργο, διότι το αριστούργημά του «ήταν η ίδια του η ζωή βιωμένη ως μυθιστόρημα».


Ο Ρονκαλιόλο, εντεταλμένος διαχειριστής πολλαπλών ιστοριών, έχει σταθερό χέρι και αποδοτικό πρόγραμμα: καίτοι ο Αμορίμ φτουράει ως συνδετικό πρόσωπο, ουδέποτε «θα παίξει» μόνος. Μολονότι η βιογραφία του παίζει σε δεύτερο τόνο, σε πρώτο τόνο ακούμε τον Μπόρχες, τον Νερούδα, τον Αραγκόν, τον Λόρκα, τον Πικάσο, τον Τσάπλιν και ό,τι άλλο βάζει ο νους του αφηγητή. Φαίνεται πως ένας ατάλαντος συγγραφέας με εξαίσιο παρουσιαστικό, κίναιδος ή και ομοφυλόφιλος κατά περίπτωση, είναι πρώτης γραμμής εργαλείο για να συμπτυχθεί μια ολόκληρη εποχή στα μάτια του αναγνώστη. Όντως ο Αμορίμ ήταν ελκυστικός ως άντρας, φανατικά δοσμένος στη λογοτεχνία και επιστήθιος φίλος μεγάλων ανδρών – όπως ο Μπόρχες, για παράδειγμα. Εξάλλου, όλα αυτά τα γοητευτικά πρόσωπα που προσέλκυαν τους Ευρωπαίους αναγνώστες και καλούνταν στα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια ήταν πρόσωπα μοιραία, με καθημερινή ζωή αλλά συνάμα και με μια μυθική πλευρά που ανήκε ειδικά στα έργα τους.


Ας δούμε τις παρεξηγήσεις που κράτησαν τον Μπόρχες μακριά από τον Λόρκα. Η αλήθεια είναι ότι είχαν μία και μόνη συνομιλία. Ο Λόρκα μιλούσε ακατάσχετα και με απωθητική υπεροψία, ήταν ένας «ξιπασμένος βλάκας», ένας χοντρούλης αλαζόνας και τσαρλατάνος... Κάποια στιγμή ο Μπόρχες παρακολούθησε μια μακρόσυρτη διάλεξη του Λόρκα για κάποια προσωπικότητα, όταν ο Μπόρχες τον ρώτησε αν αναφέρεται στον Λίνκολν ή στον Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ο Λόρκα του απάντησε ότι μιλούσε για τον Μίκι Μάους... Τελικά, ο Μπόρχες μίσησε τον Λόρκα. Το 1968 έλεγε: «Ο Λόρκα μου φαίνεται ελάσσων ποιητής. Ο τραγικός του θάνατος αύξησε το κύρος του. Βέβαια, τα ποιήματά του μου αρέσουν, αλλά δεν μου φαίνονται πολύ σημαντικά. Έγραφε μια ποίηση οπτική, διακοσμητική, όχι απολύτως σοβαρή. Ένα είδος μπαρόκ ψυχαγωγίας». Και συνέχιζε: «Δεν είναι πολύ έξυπνος αυτός ο Λόρκα. Δεν είχε γιατρειά. Πέρασε έναν χρόνο στη Νέα Υόρκη και δεν έμαθε μια λέξη αγγλικά».


Ωστόσο, το μίσος για τον Λόρκα είχε άλλη, εντελώς διαφορετική αιτία. Ο Μπόρχες, όπως ξέρουμε από τη βιογραφία του, δεν είχε σαρκικές σχέσεις με γυναίκες. Ωστόσο, η αδελφή του Νόρα ήταν το πρόσωπο που τον συντρόφευε στα παιδικά του χρόνια. Από τη στιγμή όμως που η Νόρα μεγάλωσε, μέστωσε και ανεξαρτητοποιήθηκε, ο Μπόρχες βούλιαξε στην απογοήτευση και στο μίσος, κυρίως ενάντια στον άντρα που του «έκλεψε» την αδελφή του. Ανάλογες ήταν οι περιστάσεις που του ενέπνευσαν μίσος για τον Ολιβέριο Χιρόνδο. Με έναν λόγο, ο Μπόρχες απεχθανόταν τον Γκιγιέρμο ντε Τόρε, σιχαινόταν τον Χιρόνδο, δεν μπορούσε να κοιτάζει στα μάτια τον Νερούδα και περιφρονούσε τον Λόρκα. Όμως τα πήγαινε πολύ καλά με τον Αμορίμ. Πόσο καλά, δηλαδή; Από τη στιγμή που ο μορφονιός Αμορίμ συνδέθηκε με την Εστέρ (με την οποία κοιμόνταν χώρια), ο Μπόρχες ψυχράνθηκε.


Η στρατηγική του βιβλίου προφανώς έχει πολλά επίπεδα αφήγησης και πιθανώς αποσιώπησης. Αν τη δούμε ως ένα οικοδόμημα με πολλούς ορόφους, ο Αμορίμ παίζει τον ρόλο της σκάλας ή του ασανσέρ. Κατά κάποιον τρόπο, είναι ο άνθρωπος που συνοδεύει στη σκηνή της σελίδας τον εκάστοτε διάσημο, ενώ ο ίδιος αποσύρεται στο βάθος. Ένα από τα χαριτωμένα περιστατικά που αναφέρει ο Ρονκαλιόλο σχετικά με τη φιλία του Αμορίμ με τον Μπόρχες είναι και το ακόλουθο. Ενώ ο συγγραφέας-Αμορίμ δεν πολυενδιέφερε τον Μπόρχες, η εκκεντρικότητα του Ουρουγουανού τον ερέθιζε απολαυστικά. «Μια φορά, για παράδειγμα, παρακολούθησαν μαζί έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Ουρουγουάης και Αργεντινής. Ποτέ δεν είχαν δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για το άθλημα, είχαν όμως τη γνώμη ότι όφειλαν να προσπαθήσουν να το κατανοήσουν για λόγους γενικής κουλτούρας. Δυστυχώς, δεν ήταν φτιαγμένοι για τέτοιο χόμπι. Ο καθένας τους ήθελε να κερδίσει η αντίπαλη ομάδα, για να μην απογοητευτεί ο φίλος του. Τελικά, έφυγαν από το γήπεδο στο τέλος του ημιχρόνου, διότι δεν ήξεραν ότι υπήρχε και δεύτερο ημίχρονο...».


Ένα άλλο, βαρύ περιστατικό του οποίου υπήρξαν μάρτυρες οι δύο άντρες αφορούσε τον φόνο που παρακολούθησαν σε κάποιο καπηλειό. «Οι δύο συγγραφείς σταμάτησαν σε μια ταβέρνα για να πιουν κάτι και κάθισαν κοντά σε έναν κατάνγκα, τον σωματοφύλακα δηλαδή ενός μεγαλόσχημου της περιοχής. Ενόσω εκείνοι συζητούσαν, ένας μεθυσμένος πλησίασε και άρχισε να ενοχλεί τον κατάνγκα. Μπορεί ο σωματοφύλακας να προσπάθησε μια δυο φορές να διώξει τον οχληρό επισκέπτη. Τίποτα όμως δεν σταματούσε τον θρασύ πότη και ο άλλος άρχισε να χάνει την υπομονή του με γοργό ρυθμό. Όταν ο κακοποιός κουράστηκε, έβγαλε ένα πιστόλι από τη ζώνη του και έριξε δυο σφαίρες στον φορτικό τύπο».


»Για τον Μπόρχες, που ως εκείνη τη στιγμή δεν συμμετείχε καν στις ποιητικές εντάσεις, το να βρεθεί μπροστά σε φόνο ήταν ό,τι πιο έντονο είχε συμβεί στη ζωή του. Και ακόμα πιο συνταρακτικό του φάνηκε ότι την επόμενη μέρα είδε τον δολοφόνο, ήρεμα καθισμένο στην ίδια θέση, να πίνει το ίδιο ποτό όπως κάθε μέρα. Η εμπειρία τον σημάδεψε τόσο πολύ που άλλαξε τη λογοτεχνία του και, εν μέρει χάρη σε αυτό το ταξίδι, έγινε ένας αφηγητής διαφορετικός και πολύ τολμηρός...».


Τα ανέκδοτα περιστατικά δίνουν και παίρνουν στις σελίδες του Ρονκαλιόλο. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο είναι (και) ένα θαυμάσιο κομπολόι από περιστατικά μεγάλων ανδρών, τα οποία κυκλοφόρησαν πια δίκην υπέροχων στιγμών που έθρεψαν τις αφηγήσεις της νοτιοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Ένας αποτυχημένος συγγραφέας σαν τον Οράσιο Κιρόγα που κατηγορούσε την ουρουγουανή κριτική ότι δεν κατανοούσε την τέχνη του ήταν ήρωας μιας μονομαχίας με πιστόλια. Για την ακρίβεια, η μονομαχία έγινε με παρένθετο αντιπρόσωπο –συγγραφέας κι αυτός–, τον Φεδερίκο Φεράντο, ο οποίος κάλεσε έναν κριτικό σε μονομαχία. Ο Φεράντο κάλεσε τον Κιρόγα να παραστεί ως μάρτυρας έχοντας αγοράσει ένα περίστροφο με δύο κάννες, συστήματος Λαφουσέ, των 12 χιλιοστών. Μάλιστα, αποπειράθηκε να εξηγήσει στον φίλο του πώς λειτουργεί. Ο Κιρόγα δεν ήταν άνθρωπος ικανός, διότι μόλις πήρε το πιστόλι στα χέρια του, το έστρεψε προς τον Φεράντο νομίζοντας ότι δεν ήταν γεμάτο. Η σφαίρα μπήκε από το στόμα του Φεράντο και κατέληξε στο ινιακό οστό. Ο πυροβολημένος ξεψύχησε μέσα σε δέκα λεπτά....


Το Παρίσι δεν απουσιάζει από αυτή την τοιχογραφία που κυνηγάει τους συγγραφείς αλλά και τους ζωγράφους, όπου κι αν ζουν. Ο Πικάσο, για παράδειγμα, που περνούσε την Κυριακή του πηγαίνοντας το πρωί στη λειτουργία, το απόγευμα στις ταυρομαχίες και το βράδυ στο μπουρδέλο, στολίζεται με πολλές ουσιώδεις σελίδες. Κατά μία έννοια, ο Πικάσο ήταν το ίδιο το Παρίσι.


Ο Νερούδα, ποιητής και κομμουνιστής, όπως και ο Πικάσο κατά έναν τρόπο, δήλωνε ότι «Οι μικρές μνησικακίες φουντώνουν τη Λατινική Αμερική, ώστε η ζήλια να φτάνει μερικές φορές να γίνεται επάγγελμα. Ο Πάμπλο ντε Ρόκα, ένας "κύριος τίποτα", είχε αφιερώσει στον μισητό Νερούδα ένα ολόκληρο βιβλίο με έμμετρο τρόπο:

 

Διάνε γέρικε και λήσταρχε
Μιας ποίησης βρομερής, για μακάκους,
Έχεις την μπάκα πρησμένη από τα φράγκα
Εσύ, επαναστάτης; Το αρχίδι
Του τροτσκισμού σου κρέμεται απ' το μουσούδι
Και σε μασκαρεύει. Και ο Λένιν σε μαστιγώνει».