Ανάμεσα στους Έλληνες συγγραφείς που, λόγω Εμφυλίου, συνέχισαν σπουδές και έργο στη Ρωσία και στα μοσχοβίτικα πανεπιστήμια, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος κατέχει ιδιαίτερη θέση, διότι κατέκτησε και κατακτήθηκε από τα ρωσικά γράμματα και συνάμα άσκησε κριτική στον σταλινισμό. Και μόνο το γεγονός ότι βιογράφησε κατά το δυνατόν τόσο τον «Τολστόι» όσο και τον «Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ» αναδεικνύει το βαθύτερο φρόνημα του συγγραφέα. Ο Μαντελστάμ ήταν ένας άνθρωπος-γρίφος, κάτι σαν ιδιωτικό αίνιγμα που δεν λύνεται στα ποιήματά του αλλά συνεχίζει να αναδιπλώνεται υπέροχα και πένθιμα μέχρι τον θάνατό του.

 

Ο ποιητής γεννήθηκε στη Βαρσοβία το 1891 και μεγάλωσε στην Πετρούπολη μέσα στο περιβάλλον μιας εβραϊκής οικογένειας της μεσαίας τάξης. Οι σπουδές του ηταν σημαντικές: Σχολή του Τενισιόφ, Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, Σορβόννη και Χαϊδελβέργη. Ανήκε στο κίνημα των Ακμεϊστών, ήλθε σε άμεση αντίθεση με την ασάφεια του ρωσικού Συμβολισμού και συναναστράφηκε τον Σύλλογο Τσεχ Ποέτοφ (Συντεχνία των Ποιητών), όπου διακρίνονταν ο Νικολάι Γκουμιλιώφ και η Αννα Αχμάτοβα. Το εξέχον γνώρισμα του Όσιπ ήταν η απόλυτη πνευματικότητα που αψήφησε κάθε μορφή πολιτικής γραφής και του απέδωσε τον χαρακτηρισμό του «φυγάδα του εσωτερικού». Ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν έβρισκε εκδότη αλλά διαβιούσε παρεξηγημένος, απόμερος, άλλος αντί άλλου, ωσότου ο σταλινισμός να στραφεί εναντίον του, εξαιτίας ενός επιγράμματος που διακωμωδούσε τον Στάλιν, παρά το γεγονός ότι ο Νικολάι Μπουχάριν ήταν υποστηρικτής και προστάτης του.

 

Όλα τα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας τα χωρίζω σε όσα επιτρέπονταν και όσα δεν επιτρέπονταν. Τα πρώτα σκέτη λέρα, τα δεύτερα κλεφτή ανάσα. Τους συγγραφείς που γράφουν πάνω σε θέματα που έχουν ήδη επιτραπεί θέλω να τους φτύσω στο πρόσωπο...-Όσιπ Μάντελσταμ

 

Γράφει ο Αλεξανδρόπουλος: «ΓΙΑ ΕΤΟ ΓΙΑΒ. Η λέξη στο κέντρο είναι αντί ενός ίσον. ΓΙΑ θα πεί ΕΓΩ και ΓΙΑΒ... Εδώ έχουμε τα πολλά μέσα στο ένα. Η φράση θα μπορούσε να αποδοθεί “Το εγώ μου είναι το είναι μου”. “Είμαι το είναι”. ΓΙΑΒ ίσον η πραγματικότητα, αλλά σε αντιδιαστολή ή και ταύτιση με ό,τι κανείς θέλει, ποθεί, φαντάζεται και ονειρεύεται. Αυτά τα τρία γράμματα δηλώνουν την ενέργεια μέσα στο αποτέλεσμα όπου υποβόσκει το Όνειρο. Είμαι όπως θέλω να είμαι, αυτό που ζητώ και μου ανήκει, είναι δικό μου, είμαι εγώ ο ίδιος μέσα στην πραγματικότητά μου. Πρόκειται για τη ρίζα της λέξης ΓΙΑΒΛΕΝΙΓΕ που θα πει “φαινόμενο”».

 

         Ίσως πριν από τα χείλη γεννήθηκε ο ψίθυρος,

         Πριν από τα δέντρα στροβιλίζονταν τα φύλλα.

 

Σε κάποιο άρθρο του ο Όσιπ καταγράφει το ακόλουθο ανέκδοτο περί Ακμεϊσμού: «Πήρανε ένα ψάρι, του φωτογραφίσανε το μάτι. Αποτυπώθηκαν στη φωτογραφία μια σιδηροδρομική γέφυρα και λεπτομέρειες του τοπίου και όλα ο νόμος της οπτικής των ψαριών τα έδειξε σε μια απίθανη στρέβλωση. Αν, λοιπόν, καταφέρνανε να φωτογραφίσουν και το ποιητικό μάτι του ακαδημαϊκού Οφσάνικο-Κουλικόφσκι ή όποιου άλλου Ρώσου διανοούμενου για το πώς βλέπουν τον Πούσκιν, θα είχαμε εικόνες πολύ πιο απροσδόκητες και από τον οπτικό κόσμο του ψαριού. Η στρέβλωση του ποιητικού έργου στις προλήψεις του αναγνώστη είναι κοινωνικό φαινόμενο απολύτως απαραίτητο. Να το καταπολεμήσεις, δύσκολο και αναποτελεσματικό. Πιο εύκολο να εξηλεκτρίσεις τη Ρωσία, παρά να μάθεις τον κάθε εγγράμματο αναγνώστη να διαβάσει Πούσκιν έτσι όπως εκείνος τα εγραψε κι όχι όπως θέλουν κάθε φορά οι αναγνωστικές ορέξεις και επιτρέπουν οι πνευματικές δυνατότητες».

 

"Ζούμε χωρίς να νιώθουμε τη χώρα κάτω από τα βήματά μας/ 
Πέρα από τα δέκα πάσα δεν ακούγεται η μιλιά μας..."
"Ζούμε χωρίς να νιώθουμε τη χώρα κάτω από τα βήματά μας/ Πέρα από τα δέκα πάσα δεν ακούγεται η μιλιά μας..."

 

Ο Όσιπ δεν ήταν επικίνδυνος άνθρωπος για το καθεστώς του σταλινισμού, πάντως, αν ενέπνεε κάποιες ανησυχίες για τους ανθρωπους του καθεστώτος, αυτές αφορούσαν τις αλλόκοτες συμπεριφορές του. Ο ίδιος ομολογούσε: «Όλα τα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας τα χωρίζω σε όσα επιτρέπονταν και όσα δεν επιτρέπονταν. Τα πρώτα σκέτη λέρα, τα δεύτερα κλεφτή ανάσα. Τους συγγραφείς που γράφουν πάνω σε θέματα που έχουν ήδη επιτραπεί θέλω να τους φτύσω στο πρόσωπο... Εγώ χειρόγραφα, σημειώσεις και αρχεία δεν κρατάω. Δεν έχω καν γραφικό χαρακτήρα, ποτέ μου δεν γράφω. Είμαι ο μόνος στη Ρωσία που δουλεύω με τη φωνή, ενώ γύρω μου ένα σωρό λέρες, ο ένας πάνω στον άλλον, κάθονται και γράφουν». Τυχαία μήπως έγραφε ότι ο συγγραφέας είναι ένα σύμφυρμα παπαγάλου και παπά; Παπαγαλάκι με την υψηλή έννοια του όρου. Μιλάει γαλλικά, αν έχει Γάλλο αφεντικό, αν όμως τον πουλήσουν στην Περσία, θα τα πεί στα περσικά...».

 

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς έκανε τους Σοβιετικούς συγγραφείς να στρέφονται κατά του Στάλιν, ενώ θα μπορούσαν να αποφύγουν πάσα αναφορά σε αυτόν, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι σε κάθε συναναστροφή -ιδίως με πρόσωπα σεσημασμένα- η σκιά του Στάλιν καραδοκούσε. Μπορεί να φαίνεται γελοία η εικόνα μιας Ρωσίας όπου η τύχη του καθενός κρεμόταν από τις διαθέσεις ενός και μόνο ανθρώπου, ωστόσο, αν σκεφτούμε ότι ο πληθυσμός είχε μεταμορφωθεί σε «σταλινίσκους» που ήταν έτοιμοι να σώσουν το τομάρι τους, προδίδοντας τους διαφωνούντες, καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο το Κρεμλίνο είχε τόσο μεγάλα αυτιά. Τίποτα δεν έμενε κρυφό, ακόμα και αυτοί οι σημαδιακοί στίχοι του Όσιπ:

 

Ζούμε χωρίς να νιώθουμε τη χώρα κάτω από τα βήματά μας,

Πέρα από τα δέκα πάσα δεν ακούγεται η μιλιά μας

Κι όπου μια κουβέντα φτάνει

Μνημονεύει του Κρεμλίνου τον τσοπάνη.

Τα χοντρά του δάχτυλα σκουλήκια παχιά.

Λόγια-ζύγια σωστά και βαριά.

Μουστάκες γελαστές κατσαρίδες,

Μπότες γυαλισμένες στις περισκελίδες.

 

Όταν διάβασε το ποιημάτιό του στην Αχμάτοβα της είπε: «Είμαι έτοιμος να πεθάνω». Στην αστυνομία πιέστηκε να ομολογήσει σε ποιους και πόσους το είχε διαβάσει. Ανέφερε κάποιους, πλην όμως προφύλαξε τον Πάστερνακ. Μάλιστα, όταν ο Στάλιν πήρε στο τηλέφωνο τον Πάστερνακ, είχε κιόλας απαλλάξει τον Όσιπ, απορούσε όμως πώς ο Πάστερνακ δεν κούνησε το χεράκι του για να συντρέξει τον φίλο του... «Είναι μάστορας, είπε ο Στάλιν, Μάστορας...». Όπως ξέρουμε, ο Ιωσήφ απολάμβανε τον τρόμο των καταδικασμένων -συγγραφέων και μη- γι’ αυτό τους άφηνε να πιστεύουν ότι σώθηκαν. Όταν η τύχη του Μπουχάριν είχε κριθεί και ζήτησε τουλάχιστον από τον παλιό του συγκάτοικο να σώσει τη γυναίκα του και το παιδί του, ο Ιωσήφ τον διαβεβαίωσε για την παλιά τους φιλία. Ως γνωστόν, η γυναίκα του κλείστηκε σε διαφορετικό στρατόπεδο από το παιδί του.

 

H ποιητική απόδοση του Μαντελστάμ δικαιολογημένα αγγίζει το μη περαιτέρω, όταν η ποιητική του μοίρα συνταυτίζεται και με την « πολιτική» του μοίρα. Ασφαλώς, δεν αφορά μόνο την προσωπική του σχέση με τον Στάλιν. Οπως ο Γκόρκι, που αρχικά γνώρισε μεγάλες τιμές για να καταλήξει σιγά σιγά στην άποψη ότι «ο πολύς Γκόρκι βλάπτει», ο Όσιπ συνειδητοποίησε ότι στη σοβιετική κοινωνία είτε φιμώνεσαι είτε εκλέγεις την αυτοκτονία. Στην πραγματικότητα, η ζωή του άνευ αληθείας έμοιαζε με μια μακρόσυρτη αυτοκτονία. Μολονότι δεν ξέρουμε ρωσικά, κατιτίς το ρώσικο αφυπνίζεται σε αυτά τα δοξασμένα τετράστιχα:

 

Για το ένδοξο κλέος των αιώνων που έρχονται,

Για την υψηλόφρονη φυλή των ανθρώπων

Την κούπα αποστερήθηκα στο τραπέζι των πατέρων μου

Κι όλη μου τη χαρά και την τιμή μου.

 

 

Ένας αιώνας λυκόσκυλο ρίχνεται στις πλάτες μου

Δεν ρέει όμως μέσα μου το αίμα,

Χώσε με καλύτερα, γούνινος σκούφος σαν να ’μαι,

Στης πυρωμένης γούνας πολικές αλεπούδες.

 

 

Για να μη βλέπω ούτε τους δειλούς ούτε το λασπωμένο χώμα

Και κάτω από τις ρόδες τα ματωμένα κόκαλα,

Μα όλη νύχτα να φέγγουνε για μένα στην πρώτη ομορφιά τους

Οι γαλάζιες πολικές αλεπούδες.

 

 

Πήγαινέ με τη νύχτα που κυλάει ο Ενισέι

Και το πεύκο αγγίζει τ’ αστέρια

Γιατί μέσα μου αίμα λύκου δεν ρέει -

Όμοια με τα δικά μου θα με σκοτώσουνε χέρια.

(17-28 Μαρτίου 1931)

 

 

Όταν πλέον οι στίχοι του Μαντελστάμ αρχίζουν να διαλέγονται πεισιθανάτια με τους συγχρόνους του -εχθρούς και φίλους-, έχουμε πια μια μεστότητα νοήματος που συναιρεί το πεπρωμένο με μιαν ιδιοφυή παιδικότητα, η οποία ίπταται υπεράνω του ιδιωτικού του χρόνου. Από κοντά κι ένας τόνος ειρωνείας και ακριβοπληρωμένου σαρκασμού:

 

Καιρός να το μάθετε, στον χρόνο σας ανήκω,

Παιδί κι εγώ της εποχής του Οίκου Ραπτικής της Μόσχας,

Δέστε πως σακουλιάζει πάνω μου το μοσχοβίτικο σακάκι μου

Και πώς κατέχω τη μανιέρα να περπατάω και να παρλάρω!

Για κάντε πως με πετάτε από τον αιώνα μου!

Χίλια τα εκατό το σβέρκο σας θα σπάστε!

 

Άραγε, κατάφερε η σοβιετική καμαρίλα «να πετάξει τον Όσιπ από τον αιώνα του;» Ο Αλεξανδρόπουλος ξεκαθαρίζει τα παρασκήνια. Ο Όσιπ ήταν μεν εξόριστος, αλλά η απόφαση του Στάλιν ήταν αμετάτρεπτη: «Να διαφυλαχτεί η ζωή του». Θα μπορούσε, άραγε, να γλιτώσει, αναπηδώντας «σαν το ψάρι στο τηγάνι;» Σημαντικό ρόλο στην τελική θανατική απόφαση επαιξαν ο Γιέζωφ (κομισάριος της Ασφάλειας) και βέβαια ο Στάφσκι, που ανήκε στη νέα γενιά της Επανάστασης. Από μικρός δούλευε σε σιδεράδικο και στα χρόνια του εμφυλίου, αντί για βαριοπούλα, κρατούσε την αραβίδα. Ηταν ο νέος τύπος ανθρώπου, γέννημα θρέμμα της Επανάστασης και των εκκαθαρίσεων. Τυχαία μήπως ο Γκόρσκι έλεγε στον Στάλιν ότι δυσπιστεί απέναντι στον Ρώσο χωρικό που μιλάει τη γλώσσα του κομμουνιστή; Ο Γκόρσκι είχε γράψει μιαν αρνητική κριτική για ένα θεατρικό έργο του Στάφσκι - εντούτοις, μετά τον θάνατο του Γκόρσκι ο Στάφσκι τον διαδέχτηκε στην προεδρία της Ενωσης Συγγραφέων.

 

Ένα από τα μεγάλα μυστικά των σοβιετικών διώξεων ήταν η μέθοδος διά της οποίας οι θανατικές καταδίκες προσελάμβαναν τη μορφή γραφειοκρατικών αποφάσεων. Ο Στάφσκι κατήγγειλε τον Μαντελστάμ στον λαϊκό επίτροπο της ασφάλειας και η επιστολή του κατετέθη στα μυστικά αρχεία του υπουργείου. Νότα μπένε: βαρύνουσα σημασία, εξάλλου, είχε και η γνώμη του Παβλένκο, αυτού που παρακολούθησε την ανάκριση του ποιητή, κρυμμένος μέσα στην ντουλάπα.

 

Ο αναγνώστης επιβάλλεται να συμβουλευτεί το Ταξίδι στην Αρμενία, μεταφρασμένο και σχολιασμένο περίτεχνα από τον ρωσομαθή Γιώργο Χαβουτσά (εκδ. Ίνδικτος).