Μια τηλεόραση συντονισμένη στο αραβικό κανάλι ΜSports δείχνει έναν παρουσιαστή με τσιγκελωτό μουστάκι και γραβάτα σε χρώματα ασορτί με το λογότυπο του σταθμού και ύστερα προβάλλει έναν αγώνα αμερικανικού wrestling. Στη μέση του χώρου ένα ανενεργό σιντριβάνι, πίσω του ένα ποδήλατο (μάλλον του πιτσιρικά Τζόνι, ο οποίος σερβίρει, επιβλέπει παρτίδες σκάκι, αλλάζει καρβουνάκια στους ναργιλέδες και παίζει ντόμινο «ταυτόχρονα») και στο (σκοτεινό) βάθος ένα laptop φωτίζει το πρόσωπο ενός κυρίου, που μάλλον μιλάει στο Skype με την πατρίδα. Ο Γιώργος Καρανικόλας, εμβληματική φυσιογνωμία της ελληνικής underground σκηνής εδώ και μια τριαντακονταετία, κάθεται στους καφέ καναπέδες-σεπαρέ και καπνίζει ράθυμα τον ναργιλέ του. Κιθαρίσταςτων Last Drive και ύστερα ιδρυτής και frontman των Blackmail, έχει ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή, σπάνια για Έλληνα μουσικό - μια ζωή ταγμένη στο αυθεντικό rock’n’roll attitude, όχι γιατί έπρεπε έτσι να γίνει, αλλά γιατί έτσι ήταν και είναι ο ίδιος. «Στα 11 μου μού πήρε η μάνα μου δώρο έναν δίσκο των T-Rex. Ε, αυτό ήταν, κόλλησα άγρια. Μετά, στα 17 μου, εκεί γύρω στο ’79, πάνω που είχε ξεσπάσει το πανκ, πήγα για έξι μήνες στο Λονδίνο και τα είδα όλα.

Θυμάμαι ένα λάιβ των Sisters οf Mercy, όπου βγήκανε και παίξανε πρώτο κομμάτι διασκευή σε Motorhead, και πολλές άλλες συναυλίες σε μικρά υπόγεια λαϊβάδικα κυρίως στο Βόρειο Λονδίνο, στο Highbury. Πολλές μπάντες που βλέπαμε τότε, μετά έγιναν τεράστιες». Πίσω στην Αθήνα ο Γιώργος είναι πια πανκιό, από τα ελάχιστα στην πόλη. Αράζει μέρες και νύχτες ολάκερες στην «παραλία» των Αμπελοκήπων, στο περίφημο Κτήμα Θων στη συμβολή Αλεξάνδρας και Κηφισίας, το οποίο, πριν τσιμεντοποιηθεί, ήταν μια ανοιχτωσιά με κάποια καφενεία τριγύρω.

«Αράζαμε εκεί, σε ένα παλιό κρητικό ψηλοτάβανο καφενείο, από τις 12 το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα. Το μέρος δεν έκλεινε ποτέ. Και ήσουν και καβατζωμένος γιατί δίπλα ήταν τα Κανάρια, ένα old school εστιατόριο, όπου πεταγόσουν κι έτρωγες κάτι, οπότε δεν κουνιόμασταν από εκεί. Κάναμε, βέβαια, και κάτι τρελές βόλτες. Ξεκινάγαμε και περπατούσαμε χωρίς νόημα κάνα επτάωρο. Έτσι, χωρίς προορισμό. Καθαρή αλητεία.

Τότε δεν υπήρχαν πολλοί πάνκηδες. Ήταν μόνο δυο τρεις πυρήνες, κυρίως στους Αμπελόκηπους και στην Πλάκα. Φαντάσου ότι περπατούσαμε και μας έφτυναν από τα λεωφορεία». Και από την «παραλία» των Αμπελοκήπων, κάποια βράδια στον Πήγασο του Κουτσούμπα στα Εξάρχεια, συναυλίες στα (hardcore τότε) σχολεία της Γκράβας, στο Rodeo, σε λόφους, πάρκα και όπου η μεταπολιτευτική έντεχνη λάβα δεν είχε κάψει το χορτάρι που υπήρχε από κάτω. «Εγώ τότε έπαιζα σ’ ένα γκρουπ που λεγόταν Be Bop Jungle, αλλά ήταν μια εποχή που στις μπάντες γινόντουσαν συνεχώς αλλαγές. Τη μια έπαιζες στη μια, την άλλη στην άλλη, κάπως έτσι έκατσε και σε μένα η μπίλια και βρέθηκα στους Last Drive κάνα χρόνο αφότου είχαν ξεκινήσει. Το πρώτο μου λάιβ με τους Drive ήταν στο Κύτταρο, στις 30 Δεκεμβρίου του ‘84, την ημέρα των γενεθλίων μου. Γαμώ τις φάσεις. Πολύ power κι εμείς σε πολύ καλή φάση». Μετά ήρθε το πρώτο σινγκλάκι, το «Midnite Hope» το ‘85 στην Art Nouveau και το ‘86 ο πρώτος δίσκος στη Hitch Hyke, το «Underworld Shakedown», ένα σοκαριστικό άλμπουμ για τα ελληνικά δεδομένα. Rockabilly, garage, post punk, μια ψυχωμένη διασκευή στο «Blue Moon» των Roger και Hart, μια άλλη στο «Misirlou», το «Valley of death» (ίσως το καλύτερό τους κομμάτι μέχρι σήμερα) και μια αισθητική που δεν έμοιαζε ούτε με την πρωτοεπίπεδη πανκ λογική των ελληνόφωνων συγκροτημάτων, ούτε με την ολίγο δεινοσαυρική άποψη για το ροκ των (περισσότερων) υπολοίπων. Γι’ αυτό και το ’87, όταν οι άλλοι έβραζαν στο καβούκι τους, οι Drive τα μάζεψαν και πήγαν για περιοδεία στην Ευρώπη. « Ήδη, το “Underworld Shakedown” είχε ακουστεί στην Ευρώπη, χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτα, έτσι, στόμα με στόμα, και γι’ αυτό μας κάλεσαν για συναυλίες. Η πρώτη ήταν στο Βερολίνο. Προσγειωθήκαμε στο Ανατολικό Βερολίνο, μπήκαμε στο βανάκι μας και σε φάση transit τότε πήραμε έναν δρόμο για να μπούμε στο Δυτικό Βερολίνο. Στη διαδρομή, όμως, και μέσα στο χιόνι μας άφησε το αμάξι. Τότε σκάνε δυο τύποι με στρατιωτικά ρούχα και όπλα και μας λένε ότι “δεν μπορείτε να μείνετε ούτε λεπτό εδώ”. Εμείς, αν και παιζόταν να χάσουμε όλη την περιοδεία, το είχαμε πάρει στην πλάκα.

Τελικά, ευτυχώς εμφανίστηκε ένας τύπος σαν από μηχανής θεός, μας έδεσε με το αμάξι του και μας τράβηξε. Επίσης, θυμάμαι τότε μια συναυλία στη Ρώμη, όπου με το που βγήκαμε, ο κόσμος άρχισε να τα σπάει όλα. Το μόνο που κατάλαβα ήταν να έρχεται ένα κύμα πάνω μου και να κολλάω με την κιθάρα στον τοίχο. Ήταν εντελώς μάχιμοι οι τύποι. Μπήκαν μέσα και τα διέλυσαν όλα». Με το «Heatwave» του ‘88 οι Last Drive θα καθιερωθούν ως μια από τις καλύτερες μπάντες του είδους στην Ευρώπη, οι δίσκοι τους κυκλοφορούν σε αρκετές χώρες και πουλάνε έναν σεβαστό αριθμό αντιτύπων. «Δεν μάθαμε ποτέ πόσα πουλάγαμε, ούτε λεφτά παίρναμε.

Δεν ήμασταν τύποι που ασχολούμασταν με τα χρήματα. Ήμασταν “γεια σου”. Γουστάραμε μόνο να παίζουμε μουσική και να παρτάρουμε», μου λέει ο Γιώργος, ενώ τρώει ένα καταπληκτικό φαλάφελ (ίσως το καλύτερο στην πόλη) σε σχήμα καρδιάς. Και μετά μου μιλάει για τα ταξίδια του στην Αμερική, εκεί στα τέλη του ‘80, για τη Νέα Υόρκη, για το East Village, όπου έμενε και «σκεπάστηκε από ένα πέπλο θλίψης όταν έσκασε το AIDS και πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο», για τα underground κλαμπ της περιοχής, «όπου τα φιαλίδια αιωρούνταν στον αέρα», για τα μεγάλα ταξίδια με αμάξι στη Δυτική Ακτή, για την παράξενα γοητευτική Ατλάντα, για τη Νέα Ορλεάνη, που δεν του άρεσε, και για τα ψηλά δέντρα της αμερικανικής εξοχής. Και το ’93, μεταξύ Νέας Υόρκης και Last Drive, θα αποφασίσει να κάνει κάτι δικό του, τους Blackmail, μια από τις σημαντικότερες μπάντες της δεκαετίας του ‘90. « Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, ένα πράγμα που πήγαινε αλλού από μόνο του. Μάλιστα, τότε μας ζήτησε η Island να κάνουμε συμβόλαιο για τέσσερις δίσκους μαζί με αμερικανική τουρνέ και η φάση στράβωσε γιατί είχαμε κάνει κάποια συμφωνία με τη Hitch Hyke εδώ. Είναι μια πονεμέ-

νη ιστορία. Μέχρι που σκέφτηκα να σταματήσω να παίζω μουσική όταν έγινε αυτό - άσε που νομίζω ότι έπαιξε ρόλο και στη διάλυση των Last Drive τότε». Οι Blackmail θα κυκλοφορήσουν μέσα σε οχτώ χρόνια -από το 1993 μέχρι το 2001-τρία καταπληκτικά αλμπουμ («Life after death», «Overexposed» και «Seven»), μέχρι να το ρίξουν στην αγρανάπαυση (εν τω μεταξύ, θα παρεμβληθεί και η επανένωση των Drive σ’ εκείνο το λάιβ συναισθηματική βόμβα του 2007 στο Gagarin), για να επιστρέψουν στο τέλος του 2011 με το «Gift», έναν εντυπωσιακά αριστουργηματικό δίσκο, πέρα από κάθε hype των ημερών, που βρίθει μιας τεράστιας γκάμας αναφορών (από post psychedelic μέχρι Radiohead, post rock, Tom Waits, stoner rock, desert rock, rockabilly).

«Τον γουστάρω πολύ αυτόν το δίσκο. Έχει πάει σ’ ένα άλλο επίπεδο ο ήχος μας. Είναι πιο πολύ songs, ενώ η δομή των κομματιών έφυγε από τη φάση ότι μπαίνουμε σαν καμικάζι σ’ ένα στούντιο και γράφουμε. Έγινε πιο χαλαρά και αργά. Άσε που για πρώτη φορά έγραψα δίσκο χωρίς να τσακωθούμε καθόλου. Το “Gift” είναι μια αλχημεία».


* Το κομμάτι αυτό γράφτηκε ακούγοντας στο repeat το «Hermione’s sleep code», το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, ό,τι πιο ωραίο έχω ακούσει τους τελευταίους μήνες.