Σάββατο βράδυ, πλατεία Αγίας Ειρήνης

Έχουμε βγάλει έξω την Κάτια σχεδόν με το ζόρι. Χώρισε μετά από έναν χρόνο. Ο φίλος της της είπε ότι δυσκολεύεται οικονομικά και δεν μπορεί να είναι σε σχέση.(«Λίγο η έκτακτη εισφορά, λίγο τα της ΔΕΗ, δεν βγαίνω πια και δεν γίνεται. Θέλω να συγκεντρωθώ στον εαυτό μου».) Μάλιστα. Μετά από μία εβδομάδα με τις πιτζάμες έχει ξεσυνηθίσει τον κόσμο.
Μοιάζει σαν να έχει πιει τουλάχιστον οκτώ καφέδες: έχει γραπωθεί απ’ το μπαρ, κοιτάει δεξιά κι αριστερά μανιασμένα και προσπαθεί να μη βουρκώσει, ενώ οι άλλες της λένε: «έχανες τον χρόνο σου με αυτό τον τύπο. Πότε θα το καταλάβεις, επιτέλους;», «πρόκειται για εγωπαθή μα…κα» και διάφορα τέτοια φοβερά. Εγώ δεν λέω τίποτα. Έχω πλέον μάθει να φυλάγομαι, γιατί έτσι και τα ξαναφτιάξουν, θα του τα ξεράσει όλα σε μια στιγμή τρυφερότητας: «Ξέρεις τι μου λέγανε τα κορίτσια;», θα του πει τα χαράματα στο κρεβάτι, ενώ θα του ξύνει ναζιάρικα το μπράτσο με το νύχι της, «ότι είσαι καθίκι», και μετά θα γελάσουν κι οι δυο κάτω απ’ τα σκεπάσματα «χοχοχοχοχοχοχοχο».

 

Σάββατο βράδυ, 4:00, οδός Κολοκοτρώνη

Η Κάτια έχει βγάλει τα τακούνια της και κάθεται σαν τιμωρημένο σκυλάκι στο μαρμάρινο σκαλάκι ενός παπουτσάδικου όπου και κλαίει γοερά, ενώ εμείς την παρακαλάμε να σηκωθεί. Μπροστά μας, εκτός από τα ταξί που κάνουν ουρά στην Κολοκοτρώνη, περνάει κόσμος που μας κοιτάει όλο περιέργεια. Όταν πια σηκώνεται, κάνει τρία βήματα, αρπάζεται από έναν σκουπιδοτενεκέ, βάζει μέσα τη μούρη της κι αρχίζει να ξερνάει, ενώ εμείς της κρατάμε την τσάντα και την κοιτάμε με ανησυχία. Το μόνο που φαίνεται, έτσι όπως έχει σκύψει, είναι οι μπούκλες της, που περισσεύουν γύρω-γύρω.

 

Κυριακή ξημερώματα, στο ταξί

Υπάρχει μια φωτογραφία που κυκλοφόρησε μετά την τελευταία μεγάλη πορεία, σκέφτομαι, ενώ κοιτάω την Ευαγγελική Εκκλησία  στη λεωφόρο Αμαλίας: ένα ζευγάρι φιλιέται με πάθος στο οδόστρωμα μπροστά από φωτιές και ΜΑΤ. Κάπως έτσι υποτίθεται ότι είναι ο έρωτας στον καιρό της κρίσης: τρέχεις στις πορείες και ουρλιάζεις και μετά, με τα αίματα αναμμένα, πας σπίτι και κάνεις σεξ με νόημα, από αυτό που κοιτάζεσαι στα μάτια και κάνεις αναπνοούλες (ιδανικό κάστινγκ: Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Ράιαν Γκόσλινγκ). Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο μουντή. «Θέλω να κάνω σεξ μόνο για να νιώσω κάτι αλλιώτικο.
Γιατί δεν αντέχω να νιώθω άλλο έτσι», μου είπε προχτές μια άνεργη φίλη μου στα όρια της κατάθλιψης. Πάντα μου άρεσε ένα απ’ τα πιο ορμητικά τραγούδια που υπάρχουν, το «Αν μ’ αγαπάς, έλα να κάνουμε έρωτα» της Λένας Πλάτωνος («Αν μ’ αγαπάς, έλα να κάνουμε έρωτα / έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ / δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη / μο-
νάχα εσύ, το δικό σου το κορμί / αγόρι μου, μη μιλάς, αλλά γδύσου, αν μ’ αγαπάς»). Σκέφτομαι πόσο πιο επιτακτικό είναι τώρα πια αυτό που λέει κάπου στη μέση του τραγουδιού: «Στη χώρα των ζόμπι, κάνε κάτι να μείνουμε ζωντανοί».