Τετάρτη, 00:30, στο σπίτι της Κατερίνας

Είναι το τέλος της βραδιάς - γιορτάζουμε την ορκωμοσία της αδερφής της Κατερίνας, που μόλις πήρε το πτυχίο της. Έχουμε γείρει στους καναπέδες ανάμεσα από γεμάτα τασάκια και ποτήρια και κάτι πελώριες ανθοδέσμες με πράσινο περιτύλιγμα. Στην παρέα έχει ξεμείνει κι ένας γνωστός που μόλις μπήκε στην εφεδρεία απ’ το Δημόσιο. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δούλευαν όλη τους τη ζωή σε κάποια επιτροπή του Δημοσίου με ακρωνύμιο που θύμιζε ληγμένο φάρμακο, σε υπουργεία και κρατικούς οργανισμούς - η μία δημόσια δουλειά ερχόταν μετά την άλλη χάρη στον θείο του, που είναι βουλευτής. «Είναι άδικο», μας λέει, «αυτό που μου έκαναν. Έχω κι ένα παιδί, τι σκατά θα τρώει;», κι εμείς συμφωνούμε ότι ναι, είναι άδικο, αλλά δεν λέμε πολλά, ίσως γιατί είναι τόσο συνηθισμένο όλο αυτό, ίσως γιατί δεν έχουμε τι να πούμε. Όταν φεύγει, η Κατερίνα ανασηκώνεται λίγο απ’ τον καναπέ και λέει, «Ξέρεις κάτι; Αγαπάω πολύ τον Γ., αλλά δεν νομίζω ότι τον λυπάμαι. Θα έπρεπε μάλλον, αλλά δεν τον λυπάμαι. Τόσα χρόνια έβγαζε τα διπλάσια λεφτά από μένα, δουλεύοντας τις μισές ώρες. Καθόταν και ξυνόταν και τον πλήρωνα απ’ την τσέπη μου. Ας βγει στον ιδιωτικό τομέα να ψάξει για δουλειά, για να πάρει τ’ α…δια του, όπως όλοι οι υπόλοιποι». Τον Γ. τον ξέρω ελάχιστα, σκέφτομαι, θυμάμαι όμως ότι τη μία και μοναδική φορά που είχα πάει στο σπίτι του μου εξηγούσε όλο χαρά ότι ακόμα και τα έπιπλά του ήταν όλα κλεμμένα απ’ την υπηρεσία στην οποία δούλευε – ένα κομοδίνο, ένα γραφείο, ένα τραπεζάκι. Τότε ήμουν πολύ μικρή, δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο και τον κοιτούσα παράξενα, σαν είδος από άλλο πλανήτη, αν και τελικά από άλλο πλανήτη ήμουν εγώ, που νόμιζα πως όλο αυτό ήταν ασυνήθιστο. «Και να σου πω κάτι;», συνεχίζει η Κατερίνα, «αν είναι να λυπηθώ ή να βοηθήσω κάποιον, δεν θα ’ναι ο Γ. Θα στενοχωρηθώ για έναν γιατρό ή έναν δάσκαλο ή έναν ιδιωτικό υπάλληλο που ζει με πενιχρό μισθό. Εδώ υπάρχουν ηλικιωμένοι που ζητιανεύουν κι εμείς θα κάτσουμε να σκάσουμε για το τι θ’ απογίνει ο Γ., που έβγαζε 4 χιλιάρικα τον μήνα, δουλεύοντας είκοσι ώρες την εβδομάδα;». «Ναι, ρε συ, αλλά έχει παιδί», της λέει η Μαρίνα. «Χέστηκα», της  απαντάει η Κατερίνα. Σκέφτομαι πως, όλο και πιο πολύ, είναι σαν να ζούμε σ’ έναν διαγωνισμό αδικίας - ποιος απ’ όλους μας είναι ο πιο αδικημένος; Φαντάζομαι πως όπου να ’ναι θα κυκλοφορούμε όλοι με μια ταμπέλα στο κούτελο που θα λέει: «Ξέρεις τι περνάω; Ξέρεις πόσο δύσκολη είναι η ζωή μου;».Θυμίζουμε σκυλιά που γαβγίζουν πάνω απ’ το ίδιο κόκαλο.