Εν αρχή ην το Kids, όπου υποδυόταν την εμβληματική σλάκερ της δεκαετίας του ‘90, το κορίτσι της Generation X, σαν μια πιο extravagant ηρωίδα των βιβλίων του Ντάγκλας Κόπλαντ, ζωή στο κόκκινο, άγρια εφηβεία, σεξ, ροκ και πάρτι χωρίς αύριο. Έγινε η μούσα των indie kids σ’ ένα λεπτό, σ’ ένα μοναδικό δευτερόλεπτο, τότε που η κάμερα του Λάρι Κλαρκ (αυτού του υπέροχου προβοκάτορα) ζούμαρε στο απλανές βλέμμα της και στο αλά γκαρσόν κουλ κούρεμά της. Μετά ήρθε το Boys don’t cry, η υποψηφιότα για Όσκαρ, τα εξώφυλλα στα χίπστερ περιοδικά όπως το «Nylon» (και άλλα), μετά το «Big Love», η αριστουργηματική σειρά όπου υποδυόταν τη γυναίκα ενός μορμόνου και μετά η περίφημη πεολειχία στο Brown Bunny του Βίνσεντ Γκάλο. Το κορίτσι αυτό είναι προφανώς φτιαγμένο από τα υλικά των καταραμένων ποιητών, το κατατονικό βλέμμα μιας Μαριάν Φέιθφουλ και την γκραντζίλα ενός Κερτ Κομπέιν. Και είναι έτσι ακόμα και σήμερα.

Την παρατηρώ αυτό το μοβ απόγευμα στην Πύλη Ε1 του λιμανιού του Πειραιά να κάθεται στις άδειες κερκίδες που έχουν στηθεί στο Μελίνα 2 (την «παντόφλα» που φιλοξενεί την περφόρμανς του Νταγκ Άιτκεν), να τρώει ένα σουβλάκι από μια χάρτινη συσκευασία από ντελίβερι φορώντας μια μαρινιέρα κι ένα δερμάτινο καυτό σορτς και είναι σαν μια ακόμα σκηνή από το Kids, παρόλο που η Κλοέ τα έχει αφήσει πίσω της όλα αυτά. Στο πρόσωπό της, κάτω και μέσα απ’ τα γυαλιά ηλίου που φοράει, έχουν καταγραφεί δεκάδες ξενύχτια, κλάμπινγκ δίχως αύριο, συναυλίες, γυρίσματα και κουβέντες με νεοϋορκέζικες μπάντες. Στην τσάντα της, που έχει παρατήσει σε μια καρέκλα μπροστά της, υπάρχουν ένα ροζ παρασόλ που μάλλον αγόρασε από κάποιον Πακιστανό στο κέντρο της Αθήνας και το διατηρεί ως καλτ λάφυρο απ’ το ταξίδι της, ένα καρό ροζ μαντήλι κι ένα μπουκαλάκι εμφιαλωμένο νερό. Δίπλα μας οι No Age προβάρουν τα κομμάτια τους και συζητούν στο ενδιάμεσο για δίσκους και για την ελληνική κρίση. Η Κλοέ με παίρνει απ’ το χέρι κι ανεβαίνουμε στο πάνω κατάστρωμα του πλοίου, διασχίζοντας το γκαράζ ανάμεσα σε νταλίκες, καλώδια, ηχητικό εξοπλισμό κι εργάτες που δεν δίνουν μία για το ποια είναι η Κλοέ (ίσως μόνο κάποιος τούς έχει σφυρίξει ότι είναι μια ηθοποιός από την Αμερική). Δείχνει να ξέρει πολύ καλά τα κατατόπια του Μελίνα, ανεβαίνει τις σκουριασμένες σκάλες με αφοπλιστική ευκολία και κάθεται σ’ ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω απ’ το πειραιώτικο ηλιοβασίλεμα.

Πίσω μας, ένα καράβι μπαρκάρει για τα νησιά των Κυκλάδων και μια παρέα ανεβασμένη στο μουράγιο, κάτω απ’ τον ιμάντα για τα λιπάσματα, αγναντεύει τη θάλασσα καπνίζοντας. «Είναι η τρίτη φορά που έρχομαι στην Ελλάδα. Την πρώτη φορά είχα έρθει για ένα fashion show στην Ύδρα κι ερωτεύτηκα το νησί με την πρώτη. Δεν έχει αυτοκίνητα, γι’ αυτό είναι τόσο χαλαρό, τα νερά είναι υπέροχα. Μετά ήρθα με τη Λίζι Μπουγάτσος πριν από δυο χρόνια, όταν έκανε μια έκθεση, και από τότε κόλλησα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω ζήσει και πολύ την Αθήνα, δεν έχω κυκλοφορήσει πολύ. Προχτές, μόνο, με πήγαν σ’ ένα υπέροχο μέρος που το λένε Bios. Από το λίγο που την έχω ζήσει, πάντως, η Αθήνα μού φαίνεται σαν ένα μέρος που είναι κάτι μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής κι αυτό είναι πολύ κουλ».

Η Κλοέ είναι αυτήν τη φορά εδώ, στην Αθήνα, για να λάβει μέρος στην περφόρμανς του σπουδαίου εικαστικού Νταγκ Άιτκεν. Ο ρόλος που υποδύεται είναι αυτός μιας μοναχικής γυναίκας που ταξιδεύει από χώρα σε χώρα, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, με μοναδική σταθερά ένα κινητό τηλέφωνο, την πληροφορία που ταξιδεύει πιο γρήγορα από αυτήν και τη μοναξιά του σύγχρονου ταξιδευτή. Αλλάζει μόνο ρούχα, όχι τόνο φωνής (το βλέμμα της κατά τη διάρκεια της περφόρμανς είναι παγωμένο, κολλημένο στο άπειρο), το καράβι κουνάει λίγο, αλλά αυτή παραμένει ατάραχη, χωρίς ίχνος συναισθήματος.

«Στη Νέα Υόρκη όπου μένω, ένα από τα αγαπημένα μου πράγματα είναι να διοργανώνω art days με τους φίλους μου, καθώς και να πηγαίνω σε συναυλίες. Παίρνουμε σβάρνα τις γκαλερί της πόλης και χαζεύουμε πίνακες με τις ώρες. Από τους πιο αγαπημένους μου καλλιτέχνες είναι ο Félix Gonzalez-Torres και ο Bruce Nauman». Τη ρωτάω τι βλέπει στην τηλεόραση. «Δεν έχω καν τηλεόραση στο σπίτι μου, δεν βλέπω τίποτα. Ούτε ίντερνετ έχω. Όσες φορές έχει τύχει να μπω, δεν ξέρω για τι πράγματα να ψάξω εκεί μέσα και το έχω παρατήσει. Το μόνο που κάνω είναι ν’ ακούω πολλή μουσική. Πρόσφατα έκανα ένα fashion show στη Νέα Υόρκη και το σάουντρακ ήταν κυρίως πανκ μπάντες, όπως οι Damned, οι Naked Raygun απ’ το Σικάγο και οι Rats. Ήθελα να έχω έναν βρόμικο, σέξι ήχο στην επίδειξη».

Ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει, δημιουργώντας μια χρυσοκόκκινη ανταύγεια που πέφτει πάνω στο κουφάρι της «Δημητρούλας», η οποία είναι αγκυροβολημένη δίπλα μας. Η Κλοέ κοιτάζει τον αττικό ουρανό σαν να προσεύχεται σε κάποιον άγνωστο Θεό. «Πιστεύεις στον Θεό»; «Ναι», μου λέει και σηκώνεται να φύγει, περνώντας ξανά πάνω από καλώδια, πολύπριζα, πεταμένα ρούχα και μια προσμονή που μπορεί να εκραγεί όταν τα φώτα θα κλείσουν και πάρει το μικρόφωνο στο χέρι της. Πυροτεχνήματα πέφτουν κάπου στην άλλη άκρη του Πειραιά.