Είχα διαβάσει για τον αιφνίδιο θάνατο της ηθοποιού Adrienne Shelly στη Νέα Υόρκη τον περασμένο Νοέμβριο, μια μέρα μετά το τραγικό γεγονός, το οποίο αρχικά είχε καταχωρηθεί ως αυτοκτονία. Δεν είχε περάσει καιρός από το τελευταίο πέρασμά της από την οθόνη στην ταινία Factotum, στην οποία υποδυόταν ένα από τα θηλυκά ζόμπι που κοσμούσαν τη θολή αλλά έντονη ζωή του Χένρι Τσινάσκι / Tσαρλς Μπουκόφσκι (ωραίος κι ο γερο-Matt Dillon στον κεντρικό ρόλο), όταν ξαφνικά έσκασε η τρομερή είδηση: την είχε βρει ο σύζυγος της κρεμασμένη από την κουρτίνα του μπάνιου. Είχα σκεφτεί να γράψω κάτι εκείνη τη στιγμή, επειδή είχε τύχει να τη γνωρίσω λίγο στα πλαίσια μιας συνέντευξης πριν δώδεκα χρόνια, αν θυμάμαι καλά, όταν είχε έρθει στην Αθήνα προσκεκλημένη από τις «Νύχτες Πρεμιέρας». Όχι ότι σ' εκείνη τη συνάντηση ξεπεράστηκαν ποτέ τα τυπικά και καθορισμένα όρια μεταξύ συνεντευξιαστή και συνεντευξιαζόμενου, ήταν όμως μια πολύ ευχάριστη και ανέμελη μέρα στην πόλη και φαινόταν να απολαμβάνει και η ίδια τη συνομιλία και την παρέα με κάποιον (περίπου) συνομήλικο από άλλη χώρα, με παρόμοια γούστα και ενδιαφέροντα. Ήταν η επιτομή της γοητευτικής μποέμ ψιλονευρωτικής Νεοϋορκέζας - μικροκαμωμένη, με μεγάλα μάτια και αμυδρά επιτηδευμένες αλλά χαριτωμένες εκκεντρικότητες. Ήταν κι αυτό το χαριτωμένο αλλά επιτρεπτό λάθος που έκαναν όλοι με το επίθετο της -γράφοντας το «Shelley» όπως τον ποιητή- που έκανε την κατάσταση πιο ρομαντική (με τη φιλολογική έννοια). Υπήρχε κι ένα μικρό δέος ομολογουμένως... Η Adrienne Shelly ήταν (και είναι) συμβολική προσωπικότητα για όλους τους θαυμαστές (τους νοσταλγούς πλέον) του πρώιμου έργου του σκηνοθέτη Hal Hartley (ως πρωταγωνίστρια των ταινιών Trust και Unbelievable Truth), του «φίλου της ποιήσεως», όπως ήταν ο προσδιοριστικός τίτλος που είχε μπει σ΄ ένα μικρό προφίλ που είχα γράψει για το περιοδικό «01» - είχα ξινίσει λίγο τότε με τον τίτλο, αλλά εκ των υστέρων, είχε κάποιο νόημα...

Ορθώς, πάντως, δεν είχα γράψει τίποτε τότε «εν θερμώ», γιατί, λίγο καιρό μετά, αποδείχτηκε ότι η αλήθεια («η απίστευτη αλήθεια», όπως έσπευσαν να γράψουν οι πάντες) για το θάνατό της ήταν πιο πεζή. Η Adrianne Shelly δεν είχε αυτοκτονήσει, είχε δολοφονηθεί από ένα νεαρό οικοδόμο, στον οποίο είχε κάνει έντονη παρατήρηση για τη φασαρία που έκανε στο από κάτω διαμέρισμα, κι αυτός, φοβούμενος ότι θα φωνάξει την αστυνομία, η οποία θα διαπίστωνε ότι δεν είχε άδεια παραμονής στη χώρα, αποφάσισε εν βρασμώ ψυχής να τη βγάλει από τη μέση. Κατά κάποιον τρόπο, τα νέα ανακούφισαν τους οικείους της, που κόντευαν να τρελαθούν μην μπορώντας να καταλάβουν τι ήταν αυτό που θα μπορούσε να την σπρώξει στην αυτοκτονία (είναι δύσκολο να αποδεχτείς το θάνατο όταν είναι τελεία, είναι όμως αβάσταχτο όταν είναι ερωτηματικό). Αυτές τις μέρες το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα, με την κυκλοφορία της τελευταίας ταινίας της (και τρίτης σκηνοθετικής της απόπειρας μετά τα συμπαθητικούλικα Sudden Manhattan και I'll Take You There) με τίτλο Waitress στη Βρετανία, ύστερα από τη θριαμβευτική υποδοχή του φιλμ στο φεστιβάλ του Sundance, αλλά και την επιτυχημένη του πορεία στο αμερικανικό box office. Κι έτσι, μου ξανάρθε στο μυαλό εκείνη η μικρή γνωριμία (ελπίζω να μην εξελιχθεί σε εμμονή, πρέπει να προσέχει κανείς στους νεκροφιλικούς καιρούς μας), μαζί με μια αναπόφευκτη αίσθηση ματαιότητας.

Όχι ότι ποτέ -εκτός πολύ εξαιρετικών περιστάσεων- η σχέση μεταξύ «ρεπόρτερ» και «σταρ» μπορεί να υπερβεί τα στενά επαγγελματικά όρια. Ακόμα και σε παρωχημένες φαντασιώσεις τύπου Notting Hill, ένας ταπεινός αλλά αξιοπρεπής παλαιοβιβλιοπώλης μοιάζει να έχει καλύτερη τύχη στην καρδιά μιας διασημότητας από ένα δημοσιογράφο. Πρέπει να είσαι πολύ ανόητος και αιθεροβάμων (αν και ξέρω συνάδελφους που αρνούνται ηρωικά να το βάλουν κάτω) για να πιστέψεις ότι έχεις ελπίδες με μια σταρ, έστω και περιορισμένου βεληνεκούς. Προηγούνται όλοι αυτοί που «κάνουν» πράγματα -κατά προτίμηση επιτυχημένα- αντίθετα με κάποιον σαν εσένα που «γράφει γι αυτούς που κάνουν» πράγματα. Αυτοί έχουν «ταλέντο», εσύ έχεις «γούστο» (στην καλύτερη περίπτωση). Πρόκειται για συμβιωτική σχέση που λειτουργεί μόνο εξ αποστάσεως: «Ηθοποιοί εναντίον δημοσιογράφων» (μακάρι να αναβίωνε αυτό το ποδοσφαιρικό ντέρμπι, πολύ θα ήθελα να με καλέσουν να παίξω και να δοκιμάσω μερικά φονικά τάκλιν σε κάποιους εγχώριους σταρ).

Άχαρο και παρασιτικό πράγμα η δημοσιογραφία, σε φέρνει συχνά κοντά σε λαμπερές προσωπικότητες, όπως η βδέλλα στο φως, και καταλήγεις καμιά φορά να τρέχεις ασθμαίνων από πίσω ψελλίζοντας αμήχανες ασυναρτησίες, όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι πίσω από τη φρεγάτα Ανίτα Έκμπεργκ στη Ντόλτσε Βίτα. Ακούγομαι συμπλεγματικός, το γνωρίζω. Όλοι οι δημοσιογράφοι είναι συμπλεγματικοί τύποι, όπως εξάλλου μαρτυρά και το παραπάνω εγωκεντρικό παραλήρημα.

Αλλά αυτά είναι μπούρδες, εκτροχιασμένοι συνειρμοί από την ιστορία του πρόωρου και άδικου τέλους της σαραντάχρονης ηθοποιού και σκηνοθέτιδας που είχα γνωρίσει κι εγώ κάποτε. Είναι τραγικό να πληρώσεις εσύ, από το πουθενά, στην ακμή της ζωής σου, τη στιγμιαία παραφροσύνη ενός απελπισμένου μαλάκα. Αυτό είναι το γαμώτο της ιστορίας. Είναι η επιβεβαίωση του πιο κρυφού (και παραλυτικού) φόβου που έχει κανείς: ότι πάνω που φτιάχνει η ζωή σου όπως τη θες, σου πέφτει άδοξα ένα πιάνο στο κεφάλι...