Ο Σκαραβαίος είναι ένα μαγαζί που δεν έχει κλειδιά. Δεν χάθηκαν κάποια τρελή βραδιά πίσω από μια σκονισμένη χαραμάδα πίσω από το μπαρ. Δεν έχει κλειδιά γιατί εδώ και κάμποσα χρόνια (περισσότερα από δέκα) που είναι ανοιχτός δεν έχει κλείσει ούτε για μισό δευτερόλεπτο. Ποτέ. Βρίσκεται κάπου εκεί, στο τέλος της Μαυρομιχάλη, λίγο πριν τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, σχεδόν απέναντι από το θέατρο Φούρνος και δίπλα στον πρώην Τεχνοχώρο (εκεί που κάποτε ο Κακλέας όρισε το ελληνικό θεατρικό αβανγκάρντ, με τον Ρομπέρτο Τσούκο και άλλες αντίστοιχες παραστάσεις). Είναι Σάββατο βράδυ και ο DJ παίζει το «Last night a DJ saved my life», ένα κομμάτι που μπορεί να συμπυκνώσει σε ένα ρεφρέν το nightlife της ζωής σου, όταν ένας ανθεμικό κομμάτι ένα βράδυ σ' ένα μπαρ μπορεί να ανατρέψει όλη σου την διάθεση. Καθόμαστε με τον Γιώργο (aka Cayetano) στο πίσω μέρος του μαγαζιού, εκεί όπου βρίσκονται τα τραπέζια με την τσόχα για όσους θέλουν να παίξουν δηλωτή στις 3 το πρωί με υπόκρουση Βασίλη Καρρά ή 2002 GR. Ο Cayetano είναι από τη Θεσσαλονίκη, τον γνωρίζω κάποια χρόνια μέσω κάποιων κοινών φίλων κι ένα βράδυ είχαμε κάνει την εξτραβαγκάντσα μας στο πιο cult σκυλάδικο της Βόρειας Ελλάδας, τον «θρυλικό» Ζυγό (εκεί που τραγουδούσε η «τεράστια» Μαριάνθη Κεφαλά). Έφυγε από τη Θεσσαλονίκη το 2000 και ξεκίνησε την προσωπική του saga σε όλη την Ευρώπη, μέχρι που έφτασε στη Βαρκελώνη όπου γνώρισε τον Jarabe De Palo που εκείνη την εποχή έκανε επιτυχία με το «Dos dias en la vida». Θα παίξει ως session μουσικός μαζί του και ύστερα θα κάνει περιοδεία με τους Doble W. Είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα στη Grand Via και όταν σκοτείνιαζε χανόταν στα στενάκια του Raval (της zona bastarda της Βαρκελώνης) κι ύστερα στο Parc de la Citadela, όπου κάθε βράδυ στηνόταν ένα τεράστιο αυτοσχέδιο πάρτι με πάνω από 500 μουσικούς με κρουστά. «Μια άλλη φορά περπατούσα στην Placa Catalunya και με χαιρέτησαν δυο κοπέλες που με αναγνώρισαν μάλλον από κάποιο live. Μου είπανε να τις ακολουθήσω σε μια συναυλία που θα πήγαιναν στο La Paloma. Πάω μαζί τους και βρίσκομαι ν' ακούω ζωντανά τους συγκλονιστικούς Buena Vista Social Club. Το ίδιο βράδυ τα μέλη της μπάντας είχαν ραντεβού μετά τη συναυλία στην Placa Universitat. Είχαν μαζί τους τα όργανά τους και άρχισαν να τζαμάρουν με αποτέλεσμα να γίνει ένα πελώριο πανηγύρι, σε σημείο που έκλεισε ο δρόμος από άλλους μουσικούς του δρόμου που μαζεύτηκαν στη φάση. Εγώ ήμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και τους παρακολουθούσα. Ήταν μαγική βραδιά», μου λέει ο Γιώργος, ενώ μια ξανθιά Ουκρανή σκύβει πάνω από ένα τραπέζι αντρών οι οποίοι παρακολουθούν βαριεστημένα ένα παιχνίδι γκολφ στην οθόνη που παίζει Nova. Ο Σκαραβαίος είναι η πιο ωραία ακομπλεξάριστη παμπ της πόλης, το μέρος όπου μπορείς να πας ένα βράδυ να παίξεις πόκερ (χωρίς χρηματικό ποντάρισμα), να παραγγείλεις εκπληκτικά κεφτεδάκια στις πέντε το πρωί, ν' ακούσεις ένα medley από λαϊκά standards και '80s ποπ, ένα σχεδόν ποιητικό μέρος όπου οι πεταλούδες της νύχτας σκάνε πάνω από σουβλάκια, δίπλα σε γλάστρες με φυτά, τηλεοράσεις που παίζουν σπορ και μεταμεσονύχτια b-movies του Star, ένα καφε-ωδείο, όπως αναγράφει και η ταμπέλα έξω από το μαγαζί, όπου θα μπορούσε να είχε γυριστεί ένας κύκλος από τους Sopranos. Ένα πράσινο λέιζερ κάνει το ταβάνι να μοιάζει με ρέιβ κλαμπ, ένας κύριος δίπλα μας λέει στη Λετονή που του μιλάει ότι έχει αδυνατίσει, το Mega παίζει ένα θέμα για τον προϋπολογισμό και τότε ο Cayetano μου λέει ότι κάποτε είχε πάει σε κατάσταση απελπισίας σε ένα σκυλάδικο βήτα διαλογής και νόμιζε πως όλα τα κομμάτια ήταν γραμμένα γι' αυτόν και την ίδια στιγμή που τραγουδούσε με το χέρι ψηλά στο μυαλό του έσκαγαν free jazz ρυθμοί που τους κατέγραφε στο υποσυνείδητό του κι αργότερα δισκογραφήθηκαν σε κάποιους από τους αριστουργηματικούς δίσκους που έχει κυκλοφορήσει. Ο Cayetano είναι σπουδαίος μουσικός. Το αποδεικνύει και στο τελευταίο του εξαιρετικό άλμπουμ. Πιάνει το στίγμα του έθνικ, αλλά δεν βάζει τελεία εκεί. Το βάζει στο πλυντήριο του μυαλού του και το πλένει στους 60 μαζί με τζαζ, φανκ και downtempo και παράγει το πιο ειλικρινές και εύστοχο αποτέλεσμα που ακούσαμε τελευταία από έναν τέτοιου είδους μουσικό. Χωρίς «έντεχνα» κολλήματα (βασικό), κεντάει έναν ευρωπαϊκό ήχο που στέκεται επάξια, όπου και αν τον ακουμπήσεις (ένα υπόγειο στη Στοκχόλμη, μια σοκολατερί στη Λυών), και χτίζει έναν εντελώς προσωπικό του ήχο. Ο Photoharrie δίπλα μου αναλύει με μια Ρουμάνα τη σκηνή της ρουμάνικης house και μιλάνε για την Ιnna, που είναι σταρ του είδους εκεί, δίπλα μας κόβουν μια τράπουλα στη μέση, ο DJ παίζει το «Αγριολούλουδο» του Καζαντζίδη και ο Cayetano νομίζω ότι αδιαφορεί για τα πάντα γύρω του και σκέφτεται τη Βαρκελώνη, τις μουσικές του Parov Stelar, ταξίδια στη Λατινική Αμερική, ενορχηστρώσεις για τα νέα του κομμάτια, τη Βιέννη, το Hammond, το Rhodes του και τα χιλιάδες κουμπάκια στο στούντιΌ του στο Θησείο, όπου περνάει όλη του τη ζωή.