Σάββατο, 8:00 μ.μ. σε εστιατόριο  στο κέντρο

Καθόμαστε στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τρώει το φαγητό του ενώ εγώ χαζεύω κάτι παντελόνια κρεμασμένα στη βιτρίνα ενός στεγνοκαθαριστήριου. Από πίσω μας ακούγεται μια αντρική φωνή όλο παράπονο: «Να, κι εγώ της είπα, να δεις που θα καταλήξουμε να τα κάνουμε όλα εκτός από σεξ. Κι αυτή γέλαγε...». Ακολουθεί ένας λόγος γεμάτος αγωνία και ανασφάλεια («Η αδελφή της ξέρεις τι της είπε για μένα; Της είπε, παράτα τον τον ηλίθιο!»). Έχω σταματήσει να μιλάω ή να τρώω γιατί έχω αφοσιωθεί πλήρως στο δράμα που εξελίσσεται πίσω μου. «Εσύ που είσαι έμπειρο αγόρι, σου 'χει τύχει ποτέ κάτι τέτοιο;» καταλήγει όλο αγωνία. «Όχι», απαντάει το έμπειρο αγόρι και προσθέτει με βαρυσήμαντο ύφος: «Της αρέσει να σε προκαλεί, πάντως. Λέω να μην κάνεις τίποτα». «Ρε, μήπως να πάω να τους πω δυο κουβέντες; Τον χαντακώνει ο άλλος με αυτές τις βλακείες που του λέει» μου ψιθυρίζει ο Νίκος. «Είναι η πιο όμορφη κοπέλα που μου έχει μιλήσει από μόνη της» ακούγεται ξανά η φωνή του τύπου. Σκέφτομαι ότι είναι άξιος της μοίρας του. Και ότι είναι  ψεύτης. Σιγά μην του μίλησε και μόνη της.

 

Πέμπτη, 2:30 π.μ. Στην ταράτσα του Bios

Σέρνω τα πόδια μου στα τελευταία σκαλιά ανάμεσα από κάτι σκιές. Έχω να κάτσω σπίτι δέκα μέρες, ούτε καν τα πατζούρια δεν ανοίγω πια, μπαίνω και φεύγω στα κλεφτά. Αισθάνομαι ότι είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Kαθόμαστε στην άκρη της ταράτσας πάνω σε βαρέλια της μπίρας, ανάμεσα στους φωσφορίζοντες κύβους. Κοιτάω από κάτω. Είναι 2:30 ακριβώς - η ώρα που κλείνουν τα φώτα της Ακρόπολης στο βάθος. Έχει άπειρο κόσμο, άργησα και η Κ. μου κάνει μούτρα. «Κοίτα τι ωραία τα φώτα!» της λέω και βγάζω το πόδι μου έξω από τα κάγκελα. «Έχει και ιδιαίτερη σημασία;» μου απαντάει χωρίς καν να με κοιτάξει. Θέλω να γελάσω και να της πω ότι ακούγεται σαν κακομαθημένο τρίχρονο, όταν γυρνάει και μου λέει το βαρύγδουπο «Δεν θέλω να αισθάνομαι τίποτα». «Θεέ μου, μιλάς σαν τη Βίρνα Δράκου» της λέω και σκάω στα γέλια. Μετά τη βλέπω ψιλοβουρκωμένη· τρέμει το κάτω της χείλος, σίγουρη ένδειξη ότι κρατιέται με τα χίλια ζόρια για να μη βάλει τα κλάματα και τη θυμούνται αύριο σαν το κορίτσι που έκλαιγε χτες βράδυ στην ταράτσα του Bios, και μαλακώνω. «Τι έχεις, ρε;» της λέω με μαλακή φωνή σαν αυτές που χρησιμοποιούμε με τα παιδιά καμιά φορά, και την αγκαλιάζω από τον ώμο. «Δεν είναι ένα πράγμα, είναι όλα μαζί. Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το νόημα σε όλα αυτά. Δεν πάει και τίποτα καλά, ρε συ» μου λέει και κοιτάει την Πειραιώς σκυθρωπή. Νομίζω ότι ξέρω τι εννοεί. Έτσι όπως πάνε όλα, αισθάνομαι ότι ζω τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας - τώρα, τώρα, τώρα, ό,τι προλάβω πρέπει να το κάνω τώρα: όλα καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα και το μόνο που μένει είναι να πίνουμε και να χορεύουμε και να ακούμε μουσική ως το πρωί. Τίποτα άλλο.

Υ.Γ: Ξέρει κανείς πού μπορώ να φτιάξω τη βελόνα του πικάπ μου; Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας θα είναι πιο ωραίες αν ακούω τους δίσκους μου. Ευχαριστώ.