Σάββατο 12:05, στο λεωφορείο 550, Παλαιό Φάληρο - Κηφισιά

Σχεδόν όλα τα Σάββατα ανεβαίνω την ίδια ώρα στο Παλιό Ψυχικό. Το 550 το έπαιρνα απ' όταν ήμουν στο σχολείο, αν και τότε είχε ξύλινα καθίσματα. Σήμερα είναι γεμάτο συνταξιούχους που μουρμουράνε, άπειρους Φιλιππινέζους (κάνει πολλές στάσεις στους Αμπελόκηπους) και γιαγιάδες με παιδάκια. Ακριβώς μπροστά μου κάθεται το αιώνιο ολέθριο ζευγάρι της ελληνικής κοινωνίας - η υπερπροστατευτική μάνα και ο Γιος (ένας είναι ο Γιος). Εκείνη είναι γύρω στα 60, ο γιος γύρω στα 40, με μεταλλικό σκελετό γυαλιών και κομπολόι και αέρα ευσυνείδητου δημόσιου υπαλλήλου. Κρυφακούω τη συζήτησή τους. «Άργησες χτες». Σιωπή. «Ανησύχησα». «Είχαμε βγει με τη δουλειά». «Α, μπα; Αλλιώς τα κατάλαβα εγώ» του λέει εκείνη, κουνώντας εμφατικά τη μελιτζανί κουπ της. «Τι κατάλαβες;» της λέει αυτός μιξογελώντας. «Άσ' τα αυτά που ξέρεις. Πάλι με κείνη ήσουνα». Τ' αυτιά μου κοντεύουν να εκραγούν από τη φωσκόλεια σαπουνόπερα του μπροστινού καθίσματος. «Άσε μας, ρε μάνα. Τα 'χουμε πει αυτά». «Εγώ μίλησα, Δημήτρη! Μί-λη-σα! Δεν θυσίασα εγώ τα καλύτερά μου χρόνια για να δω το παιδί μου με μια ξετσίπωτη» (Θεέ μου, η σαπουνόπερα μόλις πήρε άλλη τροπή - στον ρόλο της μάνας η Τασσώ Καββαδία, στον ρόλο της ξετσίπωτης η Μάρθα Βούρτση). Είμαι πλήρως απορροφημένη από το δράμα, όταν στο ύψος του Γηροκομείου μπαίνουν είκοσι περίπου λυκόπουλα ντυμένα με την κιτρινοπράσινη στολή τους μαζί με τη συνοδό τους, που φοράει σορτσάκι κι έχει τριχωτά πόδια. Πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο με μεγάλη χαρά και τραγουδάνε «Θέλωωωω να μείνω σε αυτό το λεωφορείο μια ζωήηηηη» (γιατί άραγε;). Έτσι όπως είναι ντυμένα με τα πράσινα τσόχινα καπέλα με τις κίτρινες ρίγες και τα καφέ παντελόνια μοιάζουν με μια πελώρια κάμπια που κινείται με παλινδρομικές κινήσεις μέσα στο λεωφορείο. Είναι ενθουσιασμένα.«Να κλέψουμε τον οδηγό και να τον πάρουμε μαζί μας!».

 

Σάββατο 12:20, ακόμα στο λεωφορείο

Συνεχίζω να παρακολουθώ με κομμένη την αναπνοή την πολιτισμένη στιχομυθία του μπροστινού καθίσματος. «Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν είναι για σένα αυτή;». «Βρε μάνα, τι ανησυχείς; Καμία δεν είναι σαν και σένα. Μπορεί να συγκριθεί ποτέ καμία μαζί σου; Ε, μανούλα μου;». Μπροστά τους ακριβώς, κι ενώ τα λυκόπουλα έχουν φρενιάσει, βρίσκεται ένα μάλλον χοντρουλό αγοράκι που έχει γυρίσει την πλάτη του στα υπόλοιπα λυκόπουλα και κοιτάζει υπνωτισμένο έξω από το παράθυρο. Σκύβει προς τα κάτω κι αρχίζει να φτύνει μικρά κομματάκια χαρτιού στο πάτωμα. Σε τριάντα χρόνια, σκέφτομαι, θα μένει κι αυτό ακόμα με τη μαμά του και θα της λέει ότι καμία γυναίκα, ποτέ, δεν θα μπορέσει να συγκριθεί μαζί της.