Είναι φανερό ότι το «άκουσμα» από την ελπίδα Ομπάμα αντηχεί ακόμα πολύ έντονα σε πολλά επίπεδα της αμερικανικής ζωής. Σ' αυτό το πλαίσιο ίσως θα πρέπει να τοποθετηθεί και η δυναμικά αισιόδοξη επέμβαση του Dave Eggers, αρχιγκουρού της σύγχρονης «ψαγμένης» εκδοτικής δραστηριότητας στην Αμερική, υπέρ των παραδοσιακών έντυπων μορφών δημοσιογραφίας που διανύουν, ως γνωστόν, παρατεταμένη περίοδο κρίσης και εσωστρέφειας.

Συγγραφέας, πολυ-εκδότης και χρονογράφος της hipster ψηφιακής γενιάς και σταυροφόρος του έντυπου λόγου -και της πολύτιμης αισθητικά έντυπης σελίδας- ο Eggers απέστειλε πριν λίγες μέρες e- mail προς κάθε ενδιαφερόμενο, όχι για να κρούσει τον κώδωνα κινδύνου αλλά να καθησυχάσει όλους όσοι ανησυχούν για την επιβίωση της έντυπης δημοσιογραφίας, ανακοινώνοντας παράλληλα την προσεχή έκδοση εφημερίδας που θα κοστίζει ένα δολάριο και θα είναι άψογη αισθητικά και έγκυρη δημοσιογραφικά. Γράφει λοιπόν, μεταξύ άλλων, σ' αυτή την επιστολή ελπίδας ο Eggers:

«... Αν προτείνουμε ένα πραγματικά ανανεωμένο μοντέλο εφημερίδας, αυτή όχι μόνο θα επιβιώσει, αλλά μπορεί πραγματικά να θριαμβεύσει. Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί το μέλλον της εφημερίδας είναι η δημιουργία ενός λειτουργικού μοντέλου, σύμφωνα με το οποίο οι δημοσιογράφοι αμείβονται ικανοποιητικά για το ρεπορτάζ που κάνουν τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει, φυσικά, αν δεν πληρώνει ο κόσμος για ν' αγοράσει την εφημερίδα ως χειροπιαστό έντυπο. Και για να γίνει αυτό, το κοινό δεν πρέπει να απομακρύνεται αλλά να αγκαλιάζει όλες τις αισθητικές δυνατότητες που μπορεί να έχει η έντυπη έκδοση. Αν αξιοποιηθεί αυτό το μέσο στο έπακρο, αν δοθεί αρκετός χώρος στην ερευνητική δημοσιογραφία, στο φωτορεπορτάζ, στους γραφίστες και στους γελοιογράφους, αν πραγματικά προσφέρουμε στους αναγνώστες μια εμπειρία που δεν γίνεται να επαναληφθεί στην οθόνη, θα πληρώσουν ευχαρίστως ένα δολάριο, ας πούμε, για ένα αντίτυπο. Και αυτό το ένα δολάριο συν τα όποια διαφημιστικά έσοδα είναι αρκετά για να παραμείνει το έντυπο στην επιφάνεια. Όσο οι εφημερίδες προσφέρουν όλο και λιγότερα κάθε μέρα -λιγότερες ειδήσεις, λιγότερο καλογραμμένα κείμενα, λιγότερες γραφιστικές ιδέες, λιγότερες πρωτότυπες φωτογραφίες- οι αναγνώστες έχουν όλο και λιγότερους λόγους να τις αγοράσουν. Το ζητούμενο είναι να μοιάζει το προϊόν τόσο ελκυστικό που να φαίνεται ευκαιρία. Η ηλεκτρονική έκδοση έχει σαφέστατο πλεονέκτημα στις "έκτακτες ειδήσεις", αλλά και η έντυπη έκδοση μπορεί να έχει τα πλεονεκτήματά της. Η ομολογουμένως ανορθόδοξη γνώμη μας είναι ότι μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν και οι δύο. Αρκεί να κάνουν διαφορετικά πράγματα, να καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες. Οι «υλικές», χειροπιαστές φόρμες του γραπτού λόγου πρέπει να προσφέρουν μια διαφορετική, πιο «καθαρή» εμπειρία από αυτή του Δικτύου. Τώρα είναι ο καιρός να διατρανώσουμε την ομορφιά της έντυπης σελίδας. Αν προσφέρεις κάτι στους ανθρώπους για το οποίο αξίζει να αγωνιστούν, θα αγωνιστούν. Αν προσφέρεις κάτι για το οποίο αξίζει να πληρώσουν, θα πληρώσουν...».

Προφανέστατα και ενδεχομένως αφελή όλα αυτά, θα πει κανείς ίσως, δεν είναι όμως.

Είναι βέβαιο ότι οι άνθρωποι δεν είναι γεννημένοι τζαμπατζήδες (απόδειξη ότι, ενώ υπάρχουν πολλά free press στην αγορά πλέον, δεν έχουν όλα το ίδιο κύρος ούτε την ίδια απήχηση και μάλιστα σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα πια, όχι μόνο στη «νεολαία και τους ψαγμένους») και σίγουρα θα πλήρωναν το ελάχιστο αντίτιμο για μια «χειροπιαστή» εφημερίδα, που συνδυάζει καλαίσθητο και όχι κραυγαλέο και μπουκωμένο lay out, φρέσκια αντίληψη και αληθινό, αποστασιοποιημένο ρεπορτάζ (που είναι ακριβώς το αντίθετο του blogging), αντί για μικροπολιτικό φιλτράρισμα «φιλική στον καταναλωτή» ειδησεογραφία, και κάλυψη ηδονοβλεπτικών ενστίκτων πάσης φύσεως. Και δεν θα υπαγορεύεται φυσικά η θεματολογία της από τις «άρπα-κόλλα» τάσεις της αγοράς. Έχει αποδειχτεί ότι ειδικά οι νεότεροι, επειδή ακριβώς είναι εξοικειωμένοι με το ψηφιακό overload, εκτιμούν ιδιαίτερα το «πολύτιμο» artifact, όταν είναι αισθητικά καλόγουστο και περιέχει κείμενα που δεν αυτοκαταστρέφονται μόλις τα διαβάσεις. Οι εφημερίδες πρέπει να πιάσουν το μήνυμα και να δουν μακροπρόθεσμα το ζήτημα, πριν είναι αργά. Άλλο η έντυπη και άλλο η ψηφιακή εκδοχή. Ειδικά όταν η περίφημη «άμεση δημοκρατία» που προσφέρει το Διαδίκτυο και το «interaction» μεταξύ αρθρογράφων και αναγνωστών/σχολιαστών μέχρι στιγμής έχουν πολύ αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.

Ακόμα και στις πιο σοβαρές και έγκυρες εφημερίδες, το επίπεδο των comments σπανίως είναι εποικοδομητικό και χρήσιμο, ενώ συχνά είναι πολύ χαμηλό, απαράδεκτα επιπόλαιο και πολλές φορές χυδαίο, ακόμα και για σοβαρά θέματα που δεν σηκώνουν χαβαλέ. Καβατζώνει ο καθένας ένα ψευδώνυμο κι όποιον πάρει ο χάρος. Κι όταν τελειώσεις με τα «σχόλια», έχεις ξεχάσει ποιο ήταν το νόημα ή ακόμα το θέμα του κυρίως άρθρου.