«Δεν θέλω να πεθάνω» είπε ο Μπάγιεβιτς την προηγούμενη εβδομάδα στην συνέντευξη Τύπου μετά τον αγώνα της ΑΕΚ με την Κέρκυρα, αντιδρώντας έτσι σε άλλο ένα δραματικό επεισόδιο της αέναης διοικητικής κρίσης της ομάδας. Με τέτοιους βαρείς όρους δεν είχε μιλήσει ούτε στην εποχή της διαρκούς «στοχοποίησής» (λέξη του συρμού εσχάτως) του, όταν τον έκραζαν κάποιοι φανατικοί ως χαμερπή προδότη (κι εγώ έχω φωνάξει «ε-ε-ε, ο-ο-ο, Ντούσαν δεν σε θέλουμε και φύγε από' δω», το πήρα πίσω όμως). Αλλά τότε ήταν η μεγάλη καψούρα που προδόθηκε στη μέση. Αυτήν τη φορά, ο κορυφαίος (στατιστικά και αντικειμενικά) προπονητής όλων των εποχών στην Ελλάδα εκφράζει χωρίς ζόρι και εντελώς αυθόρμητα (αντίθετα με άλλους επαγγελματίες ΑΕΚάρες) το κοινό αίσθημα που λένε και μοιάζει η μόνη σταθερή αξία σ' ένα σύστημα άτολμων και ανεύθυνων παραγοντίσκων. Αλλά αυτό τουλάχιστον πρέπει να του το δώσουμε, έστω και καθυστερημένα: υπερόπτης ίσως, αλλά πάντα υπεράνω της βαθιάς και διαβρωτικής μιζέριας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο Μπάγιεβιτς ανήκει σ' αυτή την κατηγορία των «ξένων» που ζουν στην Ελλάδα (Δυτικών, Ανατολικών, και «τριτοκοσμικών») και παρακολουθούν με απορία και συγκρατημένο μειδίαμα εμάς τους αυτόχθονες να επιδιδόμαστε στα αυτοκαταστροφικά εθνικά μας σπορ: την υπερβολή, την ισοπέδωση, την αυτολύπηση, την απαξίωση. Εθνικά σπορ στα οποία βρέθηκε άθελά του πρωταγωνιστής, είτε πρόκειται για την εποχή όπου όλη η Ελλάδα έμοιαζε να του κάνει δημόσιες σχέσεις είτε για όταν βρέθηκε στο στόχαστρο σημαντικής μερίδας ΑΕΚτζήδων αλλά και Ολυμπιακών αργότερα (ακόμα και οι Αρειανοί ξίνισαν πέρσι, όταν δεν κατάφερε να πάρει το Κύπελλο στον τελικό).

Στην τρίτη (τέταρτη αν υπολογίσουμε και τη μεγάλη καριέρα του ως παίκτη) πράξη του έργου, ο Μπάγιεβιτς αποδεικνύει ότι είναι ΑΕΚ. Τουτέστιν: δεν είναι ακριβώς «ψυχρός επαγγελματίας», είναι ο εαυτός του. Δεν έγινε φυσικά ΑΕΚ όταν ήταν παιδάκι στη Βοσνία, συνδέθηκε όμως βαθιά με την ομάδα εξαιτίας των έντονων συνθηκών (και οι «έντονες συνθήκες «δεν έπαψαν ποτέ να τρέχουν πίσω από αυτή την ομάδα σαν κακομαθημένο αδερφάκι). Ο Μπάγιεβιτς ξανάγινε πρίγκιπας χωρίς να τον φιλήσει κανείς, γιατί απλούστατα δεν υπήρξε ποτέ βάτραχος (ο Κέρμιτ εξάλλου, με τον οποίον τον προσωποποίησαν συμβολικά στις εξέδρες των φανατικών, ήταν αυτός ο κεντρικός χαρακτήρας που κρατούσε το θίασο του Μάπετ Σόου ενωμένο και τον προστάτευε από τη φυσική ροπή του στην αναρχία και στο χάος). Επιβλητική φιγούρα υπήρξε πάντοτε (ο Γιώργος Γεωργίου, όταν είχε έρθει στην Ελλάδα ο Κλίντον, τον είχε παρομοιάσει ως «παράστημα» -και ανεξαρτήτως ιδεολογικών αντιπαραθέσεων- με τον Μπάγιεβιτς για να γίνει αντιληπτός), αλλά τώρα τελευταία έχει κάτι από την ψύχραιμη καθεστωτική παρουσία του Κλιντ Ίστγουντ, ο οποίος φυσικά δεν έχει εδώ και χρόνια ούτε να αποδείξει ούτε να δικαιολογήσει τίποτα - φορώντας αγέρωχα το συντηρητικό ατομισμό του. Μου θυμίζει επίσης με τη μαύρη καμπαρντίνα (αντίθετα από την πιο «κοσμοπολίτικη» μπεζ που φορούσε παλιά) κάτι από τη μοναχική, μοιρολατρική, σχεδόν απόκοσμη φιγούρα του Τζόνι Κας, του Ανθρώπου με τα Μαύρα. Ακόμα και το ομώνυμο τραγούδι μοιάζει να ταιριάζει σε κάποια σημεία, ειδικά με το ρόλο που η μοίρα επεφύλαξε στον Ντούσαν Μπάγιεβιτς να παίξει αυτό τον καιρό στο σύμπαν της ΑΕΚ:

Μια χαρά είμαστε, θα μου πεις,
Με τα αστραφτερά μας αμάξια και τα φανταχτερά ρούχα,
Αλλά για να θυμόμαστε αυτούς που μένουν πίσω,
Μπροστά χρειάζεται ένας Άντρας στα Μαύρα

Το ξέρω ότι κάποια πράγματα δεν θα φτιάξουν ποτέ
Και ότι χρειάζονται αλλαγές όπου κι αν πας
Αλλά μέχρι να βρούμε το δρόμο το σωστό
Δεν θα με δεις ποτέ ντυμένο στα λευκά

Δεν θα' θελα νομίζεις να φοράω ένα ουράνιο τόξο καθημερινά
Και να λέω στον κόσμο ότι όλα είναι εντάξει;
Αλλά φροντίζω να κουβαλώ λίγο σκοτάδι στην πλάτη
Μέχρι τα πράγματα να γίνουν φωτεινά, θα είμαι ο Άντρας στα Μαύρα