Το αριστούργημα του Έντεν Φον Χόρβατ παρουσιάζει από τις 21 Φεβρουαρίου, με έναν δεκαεξαμελή θίασο και ζωντανή μουσική, η Μαριάννα Κάλμπαρη στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.

 

«Τίποτε δεν μας δίνει τόσο την αίσθηση του άπειρου όσο η βλακεία»: αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ο Χόρβατ για να προλογίσει το έργο του. Και αν ένα πράγμα χαρακτηρίζει όλους τους ήρωες του έργου είναι η βλακεία...

 

Η βλακεία που συνοδεύει την αμορφωσιά, τη θρησκοληψία, τον συντηρητισμό, την ημιμάθεια, την αδιαφορία, τον ατομικισμό και φυσικά τον φασισμό στον οποίο αναπόφευκτα οδηγείται μια κοινωνία με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

 

Το 1931, έξι μόλις χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατό του, ο Χόρβατ γράφει τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» προβλέποντας την άνοδο του Χίτλερ και την έλευση ενός ακόμα παγκοσμίου πολέμου.

 

Με πολύ χιούμορ, σκληρότητα αλλά και συμπόνοια σκύβει πάνω από τους μικροαστούς ήρωές του. Αυτούς τους ήρωες που πιστεύουν στον Θεό από συνήθεια και υποστηρίζουν τον ναζισμό από απάθεια και αμάθεια. Αυτούς τους ήρωες που δεν είναι ούτε «καλοί», ούτε «κακοί»... απλώς «μικροί» και «φτηνοί». Άρα δίχως ελπίδα, λέει ο Χόρβατ.

 

«Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» είναι στην πραγματικότητα ο τίτλος του ομώνυμου βαλς του Γιόχαν Στράους που επανέρχεται ως επωδός στο έργο, συνοδευόμενο από μερικά ακόμα πασίγνωστα βαλς του συνθέτη, όπως ο «Γαλάζιος Δούναβης».

 

Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η υπέροχη, λαμπερή μουσική με τους ήρωες του έργου; Καμία! Κι όμως τη νοσταλγούν, όπως νοσταλγούν μια «άλλη ζωή», ένα λαμπερό, ένδοξο παρελθόν της πόλης τους. Ένα παρελθόν που δε γνώρισαν, ούτε τους συμπεριέλαβε ποτέ.

 

Υπόθεση

Η νεαρή Μαριάννε θέλει να αντισταθεί στην ανοησία του κόσμου που την περιβάλλει. Προσπαθεί να ξεφύγει από το τέλμα της καθημερινότητας, διαλύει τον αρραβώνα που της έχει επιβάλει ο πατέρας της και ρισκάρει τη ζωή της ακολουθώντας ένα γοητευτικό τυχοδιώκτη που ζει από τον ιππόδρομο.

 

Όμως, πολύ σύντομα μέσα από ένα δύσβατο οδοιπορικό και πολλές άτυχες, δραματικές περιπέτειες θα οδηγηθεί εξαντλημένη, και πάλι στην αγκαλιά του πρώην αρραβωνιαστικού της: ό,τι πεισματικά και ηρωικά προσπάθησε να αποφύγει, της απονέμεται στο τέλος ως νομοτελειακή δικαιοσύνη, ενώ γύρω της –και μέσα της– η ανοησία συνεχίζει να βασιλεύει θριαμβευτικά.