«Πριν από δυο χρόνια περπατούσα με το σκυλί μου εδώ στην Αθήνα και βλέπω μια κυρία σε ένα παγκάκι να κάθεται με μια βαλιτσούλα. Πολύ καλοβαλμένη. Την επόμενη μέρα καθόταν στο ίδιο σημείο. Την τρίτη μέρα –έβρεχε κιόλας- καθόταν πάλι εκεί. Είπα «δε γίνεται θα ρωτήσω.» Της λέω «συγγνώμη, τι κάνετε εδώ»; Μου απαντά «εδώ μένω». Δούλευε σε ένα εργοστάσιο με σίδερα, έκλεισε το εργοστάσιο. Δεν έχει οικογένεια δεν έχει χρήματα και μένει στο δρόμο.

Έπαθα σοκ. Συγκλονίστηκα. Μιλάω στο φίλο μου, μαζέψαμε κάποια χρήματα, της δώσαμε να πάει σε ξενοδοχείο, ήταν Χριστούγεννα θυμάμαι. Από τότε κράτησα μια καλή επαφή μαζί της.

Κάποιο πρωί ξύπνησα και είπα, θα αγοράσω μια φωτογραφική μηχανή μιας χρήσεως και θα πάω να τη βρω. Της έδωσα τη μηχανή και τη ρώτησα αν θέλει να φωτογραφίσει. Της ζήτησα λοιπόν να μου φωτογραφίσει πράγματα που θα ήθελε να έχει στη ζωή, αλλά δε μπορεί να τα έχει.

Μου απάντησε «εγώ δεν είμαι τουρίστρια σε αυτή την πόλη, τι φωτογραφίες να σου βγάλω»; «Θα ήθελα να δω τι είναι ευτυχία για σας», της είπα. Μου έβγαλε λοιπόν μια σειρά από φωτογραφίες συγκινητικές. Και έτσι ξεκίνησε η ιδέα από μόνη της".

 

Τι φωτογράφιζε;

Πολλά ενοικιαστήρια, φαγητά βιτρίνες με ρούχα, βιτρίνες με μαξιλάρια. Η πρώτη σκέψη ήταν να κάνω μια έκθεση φωτογραφίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η γυναίκα αυτή που βρίσκεται;

Στο δρόμο, ακόμα. Περιμένει να βγει η σύνταξή της για να βρει ένα σπιτάκι. Δε θέλει να πάει στο Δήμο για παράδειγμα. Μαζεύουμε κάποια χρήματα, της τα δίνουμε και πάει και μένει σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια, κοιμάται, πλένεται, τρώει. Από αυτή τη γυναίκα γνώρισα και άλλους. Ο καθένας από αυτούς έχει τη δική του μυστήρια ιστορία. Ανθρώπους που βρέθηκαν στο δρόμο. Έδωσα σε πολλούς ανθρώπους φωτογραφικές μηχανές. Μάζεψα έτσι 200 φωτογραφίες. Έβγαινα στους δρόμους, μου έδειχναν άστεγους, τους μιλούσα.

 

Έβγαλες κάποιο συμπέρασμα γι αυτή την κατάσταση;

Ναι, ότι το 90% των άστεγων είναι από άποψη, όπως στη Γαλλία. Μπαίνεις σε ένα τρομερό πηγάδι και δε μπορείς να βγεις. Είναι όπως οι ναρκομανείς ή η αλκοολικοί. Σε πολλούς από αυτούς έδωσα φωτογραφικές μηχανές και δεν τις πήρα ποτέ πίσω. Τις πούλησαν για να πάρουν ναρκωτικά ή ένα μπουκάλι κρασί. Τελικά οι άνθρωποι που βρέθηκαν από την οικονομική κρίση στο δρόμο και είναι άνθρωποι που πιστεύουν ότι υπάρχει ευτυχία, ότι κάποια μέρα θα επιστρέψουν, είναι άνθρωποι μιας άλλης αντίληψης.

Οταν είπα την ιδέα μου στη Στέγη για μια έκθεση φωτογραφίας μου είπαν «αυτό να το κάνεις παράσταση».

Έτσι ξεκίνησε. Υπάρχει ένα τεράστιο ψηφιδωτό εικόνων, το οποίο θα υπάρχει έξω από την αίθουσα και θα βλέπουν οι θεατές πριν μπουν στην αίθουσα.

 

Στην παράσταση τι υπάρχει;

Ένας άλλος κόσμος. Το να μιλήσω γι αυτούς τους ανθρώπους απευθείας είναι σαν να τους εκμεταλλεύομαι. Δε θέλω να είμαστε κλοσάρ, ούτε άστεγοι επάνω στη σκηνή. Για μένα η σχέση είναι να μπορώ να τους δώσω κάποια χρήματα, να τους βοηθήσω. Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει σαν χορογράφο και σαν χορεύτρια είναι να δουλέψω πολύ πάνω στο καμουφλάζ και το κορμί τους.

Αυτή την παράσταση την έχω ονομάσει Contreplongées. Είναι ένας φωτογραφικός όρος για τη γωνία λήψης από κάτω προς τα πάνω, που είναι συνήθως και το βλέμμα των αστέγων. Παρατηρώ πολύ τη διαφορά αυτού του πάνω με το κάτω. Και όλα αυτά τα κορμιά. Λες πολλές φορές, άστεγος είναι αυτός; Είναι μέρος του ντεκόρ. Ακόμα και στη Γαλλία βλέπω ανθρώπους οι οποίοι είναι όλη μέρα μπροστά σε μια βιτρίνα, είναι ένας μέρος αυτής της εικόνας.

Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η στάση τους, η λειτουργία των κορμιών τους. Οι αισθήσεις τους. Εχουν αναπτύξει αλλιώς τις αισθήσεις τους αυτοί οι άνθρωποι. Είναι λίγο σαν ζώα. Δε είναι επίσης τυχαίο ότι οι περισσότεροι έχουν σκυλιά. Όταν ζεις στο δρόμο έχεις άλλες αισθήσεις.

Για μένα αυτό το ζωώδες έχει να κάνει με τον Μινώταυρο, τον λαβύρινθο, έχει να κάνει με τον εγκλεισμό, με τα κορμιά. Οπότε η παράσταση χορευτικά και χορογραφικά πηγαίνει εκεί, είναι επί σκηνής ένα κομμάτι του σκηνικού της πόλης.

 

 

 

Ζεις και εργάζεσαι στη Γαλλία. Είναι εξίσου δύσκολα τα πράγματα για τους χορευτές;

Τα πράγματα στο χορό είναι δύσκολα και εδώ και έξω. Δεν κλείνουν τα χορογραφικά κέντρα στη Γαλλία, αλλά έχουν μειωθεί όλες οι επιχορηγήσεις. Πριν δεκαπέντε χρόνια, όταν άρχισα να δουλεύω με τις μεγάλες ομάδες, υπήρχαν χρήματα, οι μισθοί ήταν φοβεροί, ταξιδεύαμε παντού. Σήμερα τα ταξίδια είναι λιγότερα, τα χρήματα είναι λιγότερα, ο Γιόζεφ Νατζ ας πούμε παίρνει τα μισά χρήματα, άρα δουλεύει και με τους μισούς χορευτές. Στη Γαλλία υπάρχει πρόβλημα, αλλά υπάρχει κράτος. Πάντως για τους χορευτές είναι δύσκολο να βρουν δουλειά.

 

Το Contreplongées θα ταξιδέψει στη συνέχεια;

Η δουλειά θα τελειοποιηθεί στο Ρουμπέ και έχει ήδη αγοραστεί από το Τεάτρ Βιλέτ. Επειδή είναι στο Παρίσι και τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά, θα έρθουν αγοραστές και εύχομαι να ενδιαφερθούν και η παράσταση να πάρει το δρόμο της.

 

Πως είναι ο σύγχρονος χορός στη Γαλλία;

Για τη Γαλλία που ξέρω περισσότερα πράγματα και παρακολουθώ μπορώ να σου πω ότι βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Στη δεκαετία του 80 ήταν στο φουλ ο μοντέρνος χορός μα τα χορογραφικά κέντρα με τον Νατζ, Νατζ, τους Μπουβιέ- Ομπάντ, τη Μαγκί Μαρέν. Ηταν ένα μεγάλο φλάς του χορού σε όλη την Ευρώπη. Μετά είχαμε το No dance με τον Ζερόμ Μπελ και όλους αυτούς τους χορογράφους. Τώρα είναι μια φάση που ψάχνεται ο μοντέρνος χορός. Είναι μια φάση που τη χαρακτηρίζεις δύσκολα. Πιστεύω ότι ξαναγυρνάμε στην κίνηση, η κίνηση επιστρέφει. Κάποια στιγμή είχαμε και ένα ανακάτεμα του χορού με το τσίρκο, το θέατρο, με τη μουσική. Και αυτό πλέον έχει ξεπεραστεί. Ψάχνεται το πράγμα.

 

 

Οι φωτογραφίες ανήκουν στη σειρά των 200 φωτογραφιών που τράβηξαν οι άστεγοι της Αθήνας.

Αυτό το υλικό, θα εκτεθεί στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στις 6 και 7 Φεβρουαρίου, ως αναπόσπαστο μέρος της παράστασης Contreplongées.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παναγιώτα Καλλιμάνη Contreplongées Στέγη: (6-7 Φεβρουαρίου, 21:00, Μικρή Σκηνή)
Η Παναγιώτα Καλλιμάνη ζει στο Παρίσι και έχει συνεργαστεί με σημαντικούς χορογράφους όπως η Joëlle Bouvier και ο Josef Nadj. Στη Στέγη παρουσιάζει την πρώτη της προσωπική χορογραφία.