Tο θρίλερ "Μένγκελε" του Θανάση Τριαρίδη, παίζεται στο θέατρο Faust.

 

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος υποδύεται τον  Γιόζεφ Μένγκελε, τον Αγγέλο του Θανάτου του Άουσβιτς, τον άνθρωπο που ενσαρκώνει την πιο ακραία έννοια του κακού στον 20ου αιώνα. Απέναντί του η Μυρτώ Αλικάκη, στον ρόλο μιας νέας Εβραίας, σε ένα κουπέ τρένου, η οποία φτάνει για να αναμετρηθεί με τον όλεθρο, αλλά και με τα προσωπικά της φαντάσματα συνυφασμένα με το ανυπόφορο κενό της Ιστορίας.

 

Γιατί ασχολείται ένας συγγραφέας με αυτή τον τόσο αρνητικό χαρακτήρα; Ποια στοιχεία αυτής της προσωπικότητας βλέπουμε; Το κακό πρέπει να το ξεχνάμε ή να το θυμόμαστε; Ο συγγραφέας του έργου Θανάσης Τριαρίδης απαντά σε όλα.

 

 

 

Ενας εγκληματίας που δε μετάνοιωσε ποτέ. Ο Μένγκελε στην αθηναϊκή σκηνή. Ένα θεατρικό έργο με τον τίτλο "Μένγκελε" προκαλεί σίγουρα αμηχανία. Ίσως και φόβο...

Είναι αλήθεια αυτό: το όνομα αυτό προκαλεί αμηχανία και φόβο και αποστροφή. Και όχι τυχαία: ο Γιοζεφ Μένγκελε είναι το μεγαλύτερο ιστορικό κακό που γέννησε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Ο Μένγκελε βρίσκεται στα έγκατα του Ολοκαυτώματος, που έτσι κι αλλιώς είναι το μεγαλύτερο ιστορικό κακό, διάλεξε ο ίδιος να πάει εκεί για να εγκαθιδρύσει το βασίλειο της προσωπικής φρίκης του: το Εργαστήριο. Ο βιομηχανοποιημένος θάνατος του στρατοπεδικού κόσμου στην περίπτωσή του μεταλλάσσεται στη μεταφυσική μιας αλληλουχίας υπερανθρωπικών αποφάσεων. Ο Μένγκελε έραβε τα συκώτια ή άλλαζε τα μάτια ζωντανών παιδιών επειδή το σκέφτηκε, επειδή είχε την ιδέα, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί διαμελίζει και επανασυναρμολογεί τις κούκλες του.

Ό,τι μέσα στους αιώνες προσπάθησε η Δύση να προσδιορίσει ως σταθερό ηθικό αξίωμα (δηλαδή ως καλό) στην περίπτωση του Μένγκελε βιάζεται, διαμελίζεται, αφανίζεται: η ζωή, η παιδικότητα, η αξιοπρέπεια του προσώπου, η ατομικότητα του σώματος. Δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς οποιαδήποτε διαφωτιστική συνθήκη που δεν διερράγη στο εργαστήριο πειραμάτων του Άουσβιτς.

 

Και τότε γιατί τον επιλέξατε για θέμα του έργου σας;

Τα πράγματα είναι λίγο πιο σύνθετα. Επέλεξα τον Γιόζεφ Μένγκελε ως πεδίο πνευματικής ενασχόλησης εδώ και είκοσι χρόνια, με λογής αποτυχημένες αφηγηματικές απόπειρες (μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια). Η ενασχόλησή μου τα τελευταία χρόνια με την θεατρική φόρμα (και μάλιστα με μια πολύ συγκεκριμένη δυϊκή δομή) μου έδωσε την δυνατότητα να γράψω την αφήγηση που επιδίωκα τόσο εμμονικά μέσα στον χρόνο.

 

Αξίζει τόση ενασχόληση με ένα κτήνος που σκότωνε παιδιά κάνοντας πειράματα στο Άουσβιτς;

Νομίζω πως επιβάλετε... Και νομίζω πως είναι ένα μεγάλο πολιτισμικό κενό η σιωπή της τέχνης γύρω από τον Μένγκελε. Πέρα από μια σχηματική και επίπεδη ταινία (Τα παιδια από την Βραζιλία, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Άιρα Λέβάϊν) η τέχνη αντιμετωπίζει τον Μέγνκελε ως άβατο. Υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες (και κάθε λογής) πολιτισμικές δημιουργίες και μυθοπλαστικές αφηγήσεις για το Ολοκαύτωμα, χιλιάδες για τον ναζισμό, εκατοντάδες με κέντρο τον Χίτλερ – μα για τον Μένγκελε χάσκει ένα (εντυπωσιακό) κενό. Υπό μία έννοια αυτό ήταν μοιραίο: η τέχνη αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αίνιγμα και ο Μένγκελε είναι περίπου εξαρχής ένα (διαβολικό) σύμβολο – δηλαδή είναι ένα σκεύος. Και δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση ή καλλιτεχνική δημιουργία με σκεύη – παρεκτός κι αν αυτά ζωντανέψουν.

 

 

 

 

 

 

 

Το έργο σας διαδραματίζεται στην σημερινή εποχή.

Ναι, ένα κουπέ τρένου, ένας άντρας και μια γυναίκα, μια βλάβη που δημιουργεί συνθήκη εγκλωβισμού. Κι έπειτα μια τρελή ιδέα: να παίξουν το παιχνίδι των ρόλων, το ΕΑΝ ΕΙΣΑΙ, ΕΙΜΑΙ... Ο άντρας θα παραστήσει τον Γιόζεφ Μένγκελε, τον διαβόητο «Άγγελο του Θανάτου» του Άουσβιτς, και η γυναίκα την Εσθήρ, την εγγονή μίας Εβραίας επιζήσασας, θύματος των φρικτών πειραμάτων του. Και μετά τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Ναι, οι δύο ήρωες έχουν κοιτάξει την άβυσσο – σύντομα θα του κοιτάξει κι αυτή. Ο «Μένγκελε» βρίσκει επιχειρήματα για τον όλεθρο που σκόρπισε ο αληθινός Μένγκελε, μιλάει για την αγάπη, αποφασίζει να γίνει αυτός που υποδύεται. Και η «Εσθήρ» εξαναγκάζετε να τον ακολουθήσει σε αυτήν την ακρότητα που στο τέλος της υπάρχει η ανεπίστρεπτη επιλογή.

 

Δεν φοβάστε πώς παίζετε με την φωτιά; Πώς μπορεί το θέμα σας να σας καταπιεί;

Η λογοτεχνία, ότι ορίζω εγώ ως λογοτεχνία, οφείλει να παίζει με την φωτιά. Η «ασφαλής λογοτεχνία» είναι μια φενάκη που μου προκαλεί αφόρητη θλίψη. Για μένα είναι ένα μεγάλο στοίχημα: δεν μπορώ να δεχτώ την συμβολοποίηση του κακού, την απόδοση του κακού στην μεταφυσική, στον διάβολο ή οπουδήποτε αλλού έξω από την ανθρώπινη συνείδηση... Πρέπει να πολεμήσουμε το κακό που εξέφρασε ο Μένγκελε με τα ανθρώπινα υλικά και όχι με ευχέλαια. Αν αποδεχτούμε πως ο Μένγκελε δεν ήταν άνθρωπος αλλά μια ενσάρκωση του διαβόλου, τότε είναι σαν να αποδεχόμαστε πως το Ολοκάυτωμα, ή το κακό εν γένει, είναι μια θεϊκή δοκιμασία. Θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι θλιβερό: μια πολιτισμική οπισθοδρόμηση.

 

Εχετε σκεφτεί πως βάζοντας τον Μένγκελε ως ήρωα (έστω και ως παιχνίδι ρόλων) μέσα σε ένα λογοτεχνικό έργο του δίνετε τον λόγο, πως τον εξανθρωπίζετε, πως κάνετε κάτι μη επιτρεπτό... Μπορεί κάποιος να πει πως η τέχνη έχει όρια, πως περνάει από έλεγχο ηθικής νομιμότητας, πως δεν γίνεται να «παίζουμε» με την Ιστορία, με τον πραγματικό θάνατο ανθρώπων.

Oφείλουμε, όσο υπάρχουμε, να «παίζουμε» με όλα. Ας σκεφτούμε, ο καθένας για τον εαυτό του, μια κρίσιμη υπόθεση: εάν ο Ευριπίδης ή ο Σαίξπηρ έγραφαν θέατρο σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα θα έγραφαν για τον Μένγκελε (για τους Μένγκελε των καιρών τους) ή όχι; Από την απάντηση που θα δώσουμε σε αυτό το ερώτημα ορίζεται η στάση μας απέναντι στην ηθική νομιμότητα του κάθε καλλιτεχνικού έργου. Η τέχνη είναι αυτοδύναμο ηθικό κάτοπτρο και μιλάει για όλα όσα μας οδηγούν στον χαμό (με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία εξαγγέλει τα υλικά της σωτηρίας).

 

Ας υποθέσουμε πως κάποιος που έχει χάσει έναν πρόγονό του στο Άουσβιτς, στο Εργαστήριο Πειραμάτων του Μένγκελε, έρθει και δει την παράστασή σας και ενοχληθεί από την καλλιτεχνική διαχείριση του θέματος από εσάς. τι θα του λέγατε;

Κοιτάξτε, εγώ διαμορφώθηκα μέσα από την βασική θέση του Πρίμο Λέβι: πως εφόσον το Άουσβιτς υπήρξε, θα ξαναϋπάρξει, πως ζούμε μια ανακωχή, πώς σύντομα θα ακουστεί το ξενικό παράγγελμα Wstawać. Και πράγματι πιστεύω πως θα ξαναϋπάρξει Άουσβιτς· πιθανώς αυτή τη φορά τα θύματά του να μην είναι οι Εβραίοι και οι Τσιγγάνοι, αλλά να είναι κάποιοι άλλοι: οι φτωχοί, οι ναρκομανείς, οι άρρωστοι, οι υπέρβαροι – ή κάποιοι άλλοι δαιμονοποιημένοι που εμείς σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Άρα η μόνη μας αντίσταση σε αυτή που έρχεται είναι η επαγρύπνηση, που προϋποθέτει την πολιτισμική μνήμη, δηλαδή την τέχνη.

Αν ο πολιτισμός μας είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη και η τέχνη είναι η πιο ισχυρή εκδοχή της μνήμης των κοινωνιών – γι' αυτό και διαχρονικά αναγνωρίζεται ως η απώτατη μορφή πολιτισμικής δημιουργίας. Στον απόγονο τού θύματος τού Άουσβιτς, λοιπόν, θα έλεγα πως η ανείπωτη τραγωδία που έζησε ο πρόγονός του πρέπει να αποτυπωθεί στην τέχνη για να γίνει πολιτισμική δημιουργία – ειδάλλως θα μείνει μια μεταφυσική ιερότητα που δεν οδηγεί σε καμία επαγρύπνηση.

Μπορεί το δικό μου έργο να μην είναι καλό (ή και να είναι πολύ κακό), αλλά είναι επείγουσα ανάγκη να μιλήσει η τέχνη για κάθε φρίκη που δεν κουβεντιάζεται – να την κάνει πολιτισμική μνήμη ακριβώς για να εμποδίσει την ολέθρια επανάληψή της.

 

O Μένγκελε, ο Αγγελος του θανάτου, μια τρομακτική φιγούρα της ιστορίας.

Ο Μένγκελε, ήταν ο ανώτατος γιατρός του Αουσβιτς που αποφάσιζε το ποιος θα πεθάνει αμέσως και ποιος θα χρησιμοποιηθεί ως εργάτης ή ως πειραματόζωο.

Στο Αουσβιτς είχε την απόλυτη ελευθερία να διεξάγει κάθε είδους πειράματα, τα οποία θα βοηθούσαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις φυλετικές διαφορές, τη γενετική ταυτότητα του ανθρώπου, την ευγονική και την ιδέα της γενετικής κατασκευής της αρίας φυλής.

Υπέβαλε τους κρατουμένους σε πειράματα φρικαλέα. Συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, έκεθεση σε ακραίες συνθήκες κόπωσης, στέρησης και κλιματολογικών αλλαγών, μεταμοσχεύσεις, ακρωτηριασμοί, πειράματα στα όργανά τους.  Προσπαθούσε να κατασκευάσει την Αρια Φυλή με μεσαιωνικά βασανιστήρια, αλλοιώνοντας τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κρατουμένων.

Η μεγάλη εμμονή του Μένγκελε  ήταν οι δίδυμοι. Από τα εργαστήρια του Μένγκελε και μόνο κατά το διάστημα 1943-1944 πέρασαν περίπου 1.500 ζευγάρια διδύμων. Από αυτά επέζησαν λιγότερα από 100.

«Στην αρχή μάς πήγαιναν τρεις φορές την εβδομάδα σε αυτό το μεγάλο γυμναστήριο. Οπου μας κρατούσαν έξι-οκτώ ώρες. Μας άφηναν σε μια μεγάλη αίθουσα γυμνούς ενώ γιατροί με άσπρες μπλούζες κατέγραφαν καθετί επάνω μας. Μετρούσαν, φωτογράφιζαν, εξέταζαν τα κεφάλια, τα χέρια και κάθε άλλο σημείο του σώματός μας που τους ενδιέφερε και μετά συνέκριναν τα στοιχεία με αυτά που είχαν πάρει από τον δίδυμο αδελφό μας» (από το βιβλίο «Echoes from Auschwitz» της επιζήσασας Εύας Μόουζες Κορ).

Το δικαστήριο της Φραγκφούρτης τον καταδίκασε για «ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τα οποία διέπραξε μόνος ή με συνεργάτες και μάλιστα επιδεικνύοντας τεράστιο ζήλο».

Ο Μένγκελε είχε προλάβει να γυρίσει στη γενέτειρά του, τη Βαυαρία,  και από εκεί,  να διαφύγει για τη Λατινική Αμερική το 1949.  Το 1961 πήγε στη Βραζιλία, όπου συναντήθηκε με τον ναζιστή Βόλφγκανγκ Γκέραρντ.

Το 1985 μια ομάδα βραζιλιάνων, δυτικογερμανών και αμερικανών ειδικών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μένγκελε πέθανε από εγκεφαλικό το 1979 ενώ κολυμπούσε. Οι εξετάσεις που έγιναν στην οδοντοστοιχία του πτώματος επιβεβαίωσαν τη θεωρία αυτή.

 

 

 

 

 

 

 

Faust, Καλαμιώτου 11 & Αθηναϊδος 12, Κέντρο, 210 3234095, 3/1-29/4, Δευτ.-Tρ.: 9 μ.μ., Εισ.: 10-12€