#quote#

 

Η Ματούλα Ζαμάνη είναι πληθωρική, χειμαρρώδης, διαχυτική, αληθινή. Τόσο στην προσωπική της ζωή όσο και πάνω στη σκηνή, με μια ειλικρίνεια που σε σκλαβώνει. Τη συναντήσαμε στη γειτονιά της, τα Εξάρχεια, σκαστή από το στούντιο όπου ηχογραφεί το δεύτερο άλμπουμ της και ενθουσιασμένη από τη συμμετοχή της σε μια συναυλία στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, που μάζεψε 30.000 άτομα. Έγινε για συμπαράσταση σε όσους είναι ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και στους κρατούμενους για τα επεισόδια στις Σκουριές. «Ήταν συγκινητικό», λέει, «γιατί 30.000 κόσμος ήταν εκεί γι' αυτόν το λόγο, για να μη διαλύσουν το φυσικό περιβάλλον για κάποια ψιλοευρώ».

 

Η Ματούλα μιλάει όμορφα και ξέρει να χρησιμοποιεί σωστά τις λέξεις. Επίσης, χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «αγάπη». «Έτσι ήμουν πάντα, τίποτα δεν έχει αλλάξει» μας λέει. «Για μένα η τέχνη είναι μόνο ρίσκο και ρισκάρω κάθε μέρα. Αλλά είμαι ο εαυτός μου. Στο αδιέξοδο που έχουμε βρεθεί δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Αν δεν έχεις να φας, θα σου φέρω ένα πιάτο φαΐ, αν χρωστάς, όμως, δεν ξέρω πώς να βοηθήσω. Δεν ξέρω πού να πιστέψω, σε τι σύστημα, το μόνο που δεν σε προδίδει ποτέ είναι η αγάπη. Πιστεύω στην αγάπη και στην ελευθερία. Τίποτε άλλο».

 

Η Ματούλα δεν είναι η τραγουδίστρια που έχεις συνηθίσει. Στην Ελλάδα, αυτό που κάνει είναι μοναδικό: τραγουδάει και επικοινωνεί με το κοινό με έναν καταδικό της τρόπο, συνδυάζοντας το τραγούδι και το stand up comedy. «Δεν έχω καμία πρεμούρα, δεν έχω σκεφτεί να γίνω ηθοποιός» λέει. «Δεν έχω κανέναν τέτοιο στόχο. Βγαίνω κάθε φορά και είμαι εγώ. Και λέω ό,τι έχω εκείνη την ώρα μέσα στην καρδιά μου. Κάποιοι Λονδρέζοι ήρθαν και ήθελαν συνεργασία μαζί μου, αλλά δεν είχα χρόνο. Μου έλεγαν "you are not a singer, you are a performer, darling!". Βγαίνω και λέω ό,τι σκεφτώ εκείνη τη στιγμή, δεν έχω κάτι γραμμένο. Ποτέ δεν έχω γράψει κάτι. Και φαντάσου ότι κάθε φορά έχω πάρα πολύ τρακ. Το τρακ μου με οδηγεί σε αυτό. Φαίνομαι άνετη, ενώ δεν είμαι. Και προέκυψε τυχαία. Δεν είναι από πρόθεση. Πάντα μου άρεσε να τραγουδάω, να κάνω μουσικούλα, κι αυτό κάνω».

 

Η Ματούλα αποφεύγει τις συνεντεύξεις, δεν της αρέσουν. «Είναι λίγο βαρετή η ιστορία μου» λέει.

 

Είναι βλάχα από τα Τρίκαλα, την Παναγία Τρικάλων. «Σταμούλω με βάφτισαν» μας εξηγεί. «Μεγάλωσα εκεί και μετά, στα 7 μου, ήρθαμε στην Αθήνα. Κάποιες φορές λέω ότι γεννήθηκα στα Καρπάθια Όρη για να αποσυντονίσω την κατάσταση. Η παιδική μου ηλικία ήταν τέλεια. Χωριό, βόλτες, ποτάμια, παππούς, γιαγιά, πίτες, ξενοιασιά, ανεμελιά, χαρά, αγάπη. Κι όλο αυτό το κομμάτι ήρθε στην Αθήνα». Κι έγινε Εξαρχειώτισσα, στον λόφο του Στρέφη. «Δεν άλλαξε κάτι. Τα Εξάρχεια είναι γειτονιά, ούτως ή άλλως. Πάρα πολλοί συγχωριανοί και συγγενείς ήταν εδώ, είχε έρθει το χωριό στην Αθήνα. Πήγα Δημοτικό στα Εξάρχεια, μετά πήγα στο Μουσικό Γυμνάσιο και Λύκειο Παλλήνης. Ήταν ένα μαγικό εισιτήριο για να ζήσω όλο αυτό που έζησα σαν παιδί. Κάνουν τρομερή δουλειά. Κάναμε τα μαθήματά μας, ένα μεγάλο διάλειμμα, τρώγαμε, και μετά τις 2 το μεσημέρι και μέχρι τις 5 κάναμε αρμονία, θεωρία και παραδοσιακή μουσική, βλέπαμε τα όργανα από κοντά και μπορούσαμε να διαλέξουμε όποιο θέλαμε και να παίξουμε. Κάναμε θέατρο, έκφραση, εικαστικά με όλη την έννοια». Θεωρεί τον εαυτό της τυχερό που βρέθηκε εκεί. Και είναι πολύ περήφανη για την οικογένειά της. «Άκουγα πολύ κλαρίνo μικρή. Η μαμά μου, ο μπαμπάς μου κι η αδερφή μου τραγουδάνε τέλεια. Χωρίς λόγο, αλλά τραγουδάνε. Ο μπαμπάς μου στις γιορτές μάς έλεγε αμανέδες του Καρναβά. Από νωρίς άκουγα πάρα πολλή μουσική, κυρίως πεντατονίες, δημοτικά. Απ' τη μια ήταν τα πανηγύρια και από την άλλη, από την πλευρά της μαμάς μου, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μοσχολιού. Ήταν ένα μιξ. Ο μπαμπάς ήταν ναυτικός παλιά και είχε Beatles. Είχε πολλή μουσική στο σπίτι. Όταν ήμουν τεσσάρων η γιαγιά μου μού έκανε δώρο ένα αρμονιάκι Casio και αυτό με επηρέασε πάρα πολύ. Οι γονείς μου είδαν ότι εκεί το πάω το θέμα, άκουσαν ότι υπάρχει το μουσικό σχολείο κι εγώ ήθελα σαν τρελή να πάω. Ψάρωσα, βέβαια, γιατί όταν πήγα εκεί, όλοι ήξεραν να παίζουν κάποιο όργανο, ενώ εγώ δεν ήξερα τίποτα. Σε ένα ωδείο που με είχαν πάει έπαιζα πινγκ-πονγκ. Έδωσα εξετάσεις και μπήκα και από εκεί έμαθα τα πάντα. Οι καθηγητές ήταν προσωπικότητες. Κι εκείνη την εποχή υπήρχαν προβλήματα, δεν πληρώνονταν, κι όμως έρχονταν και μας έκαναν μάθημα. Μας αγαπούσαν πολύ και το νιώθαμε. Το πιο σημαντικό για μένα δεν είναι η μόδα της αγάπης, είναι η αγάπη καθαυτή. Πήρα αγάπη από τους γονείς μου απίστευτη, από τους παππούδες μου, από τη φύση στην οποία μεγάλωνα, από το σχολείο, τους καθηγητές.

 

Το πρώτο χαστούκι της ζωής ήρθε με δικές μου βλακείες, λάθη, γκομενικά, χαζομάρες. Καμιά φορά παραπονιέμαι στους γονείς μου ότι με μεγάλωσαν σε έναν ονειρικό κόσμο και τελικά είδα ότι δεν ήταν έτσι.

 

Μετά το λύκειο πέρασα στη Φιλοσοφική. Κάναμε ρεαλιτέ πράγματα, πηγαίναμε σε άτομα με μαθησιακές δυσκολίες, κάναμε μαθήματα ψυχολογίας, έμαθα ένα σωρό. Τη Φιλοσοφική την τελείωσα στα πέντε χρόνια, αλλά συνέχισα ό,τι έκανα. Δεν είχα σταματήσει καθόλου να παίζω μουσική με φίλους. Τραγούδαγα ρεμπέτικα, παραδοσιακά, παλιά σμυρναίικα – είχαν μια αλήθεια που μου άρεσε. Τραγουδούσα και Χατζιδάκι και Ρίτα Σακελλαρίου και Rufus Chaka Khan.

 

Κάπως το φως με τραβάει από μόνο του. Πιστεύω και στο σκοτάδι και στην ομορφιά του εν δυνάμει, αλλά η ελευθερία και η βασική ανάγκη –που δεν την καταλαβαίνουμε πάντα– είναι η χαρά. Όλους τους ανθρώπους, με καταθλιπτική δομή ή μη, τους τραβάει το φως.

 

Είμαι βασανιάρα από φύση. Είμαι drama queen. Σε όλα. Με τον έρωτα έχω ξεφύγει, είμαι σε άλλη σχέση. Έχω ερωτευτεί τη Φολέγανδρο, τα σκυλιά μου, τους φίλους μου. Ερωτεύομαι έναν άνθρωπο και τον ξερωτεύομαι... Πιστεύω πάρα πολύ στον έρωτα. Πηγαίνω με τα μπούνια συνειδητά κι ασυνείδητα προς τον τοίχο. Πάντα. Δεν με ενδιαφέρει αν θα πληγωθώ».

 

«Και πληγώνεσαι;». «Πληγώνομαι συνέχεια. Διάβαζα για τα αδέσποτα της Ρουμανίας και πληγώθηκα, πληγώνομαι με τον τρίτο κόσμο, δεν περιμένω να πληγωθώ από έναν άνθρωπο».

 

«Τραγούδια γράφεις;». «Ναι, γράφω. Έχω κάνει έναν δίσκο με δικούς μου στίχους. Λέγεται "Varligali", που στα βλάχικα σημαίνει "πέρα δώθε", κι αυτός που ετοιμάζω τώρα λέγεται "Muma", που σημαίνει "μητέρα", επίσης στα βλάχικα».

 

«Γιατί αυτή η εμμονή με το βλάχικο;». «Επειδή είμαι βλάχα. Επειδή στο σπίτι μου μιλάω βλάχικα, επειδή πιστεύω πολύ στην παράδοση, όχι στην παραδοσιοπληξία. Αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα και αυτή μιλάμε στο σπίτι. Δεν έχω εμμονή, αλλά είναι προφορική παράδοση, κι επειδή οι γονείς και οι παππούδες μου αυτά μιλάγανε, τη συνεχίζω. Η γιαγιά μου, η Ζαμάνη, όταν ήρθαμε στην Αθήνα μιλούσε μόνο βλάχικα. Βγήκε μια βολτίτσα απέναντι, χάθηκε και δεν ήξερε να πει στα ελληνικά ούτε πού είναι το σπίτι».

 

«Είμαι τυχερή που κάνω αυτό που αγαπάω. Να τραγουδάω, να επικοινωνώ. Γουστάρω και είμαι ανοιχτή σαν ντομάτα στα τέσσερα. Η μουσική σε φέρνει σε έκσταση, οι άλλες τέχνες είναι λίγο αδικημένες. Χθες διάβαζα ένα ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και με χτύπησε στο κεφάλι. Μου φέρνουν πάρα πολλά πράγματα συγκίνηση. Ακόμα κι ένα σύνθημα στον τοίχο.

 

Με έχουν επηρεάσει το χωριό μου, ο Χαγιάο Μιγαζιάκι που κάνει anime, η Τζάνις Τζόπλιν, η Αρίθα Φράνκλιν, ο James Blake, η Μοσχολιού, οι Beatles... Οι φίλοι μου είναι μεγάλη έμπνευση για μένα. Τα νησιά που έχω πάει. Βασικά, δεν με έχει καθορίσει κάτι. Δέχομαι συνέχεια επιρροές. Δεν το ζητάω, είμαι ανοιχτή: πάω και ό,τι γίνει. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου λέει κάτι: "Όσο πιο ευάλωτη, τόσο πιο ελεύθερη".

 

Θέλω να κοιτάω τον άλλον στα μάτια, μόνο αυτό θέλω πριν τραγουδήσω με κάποιον. Τα μάτια σού λένε καημούς, σου λένε χαρές. Μου έχουν γίνει πάρα πολλές προτάσεις να κάνω πράγματα με πολλά λεφτά και ευχαριστώ όσους το έκαναν, αλλά όλο αυτό που μου περιέγραφαν δεν ήμουν εγώ. Δεν θα έκανα κάτι να κοροϊδέψω αυτούς και τον εαυτό μου. Με μερικούς, όμως, γίνεται αυτόματα. Από τον Παναγιώτη και την Ευανθία γνώρισα τον Σπύρο Μοσχούδη των Burger Project και γίναμε αδέρφια. Τυχαία είχα πάει με ένα συγκρότημα, τους Elektrobalkana, τότε που ήμουν στη Λάρισα, και είδα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τυχαία γνωριστήκαμε, τυχαία αγαπηθήκαμε, τυχαία συνεργαστήκαμε και τρία χρόνια τώρα είμαστε μαζί.

 

Ο δίσκος που ετοιμάζω θα έχει κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος Ιανουαρίου. Όλα τα τραγούδια στον δίσκο είναι δικά μου, μουσική και στίχοι, εκτός από ένα τραγούδι που θα είναι του Εισβολέα και ένα του Κώστα του Νικολόπουλου. Τον Λιάκο τον γνώρισα από ένα τραγούδι που ετοιμάσαμε με τους Word of Mouth για τον δίσκο τους και με το που κοιταχτήκαμε, κάτι έπαιξε. Γράψαμε μαζί την "Μπανιστιρτζού".

 

Το πιο παράξενο πράγμα που μου έχει συμβεί; Μια φορά στην Αμοργό παίζουμε κι έχουμε εκστασιαστεί, κόσμος μέχρι τις βάρκες, τραγουδάω το "Καίγομαι" του Ξαρχάκου, ανεβαίνω πάνω σε ένα χαλασμένο σκαμνάκι, σπάει και σκάω σαν το καρπούζι κάτω, και όμως δεν χάνω το τραγούδι. Εκεί που ήμουν πεσμένη κάτω τραγουδάω "καίγομαιιιι"... Είχε πολύ γέλιο.

 

Και το άλλο ήταν σε μια συναυλία στην Κρήτη με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, πέρσι, στο μαγικό ενεργειακά μέρος του Αβδού. Παίζαμε τα "Έρημα Κορμιά" του Θανάση –για ανθρώπους που περνούν δύσκολα και στον ύπνο τους πετάνε, αλλά όχι και στον ξύπνιο τους– και ανέβηκαν δυο άνθρωποι στη σκηνή με αναπηρικό καροτσάκι και χορεύανε... Εκεί διαλύθηκα, πήρα όμως πολλή δύναμη από αυτούς τους ανθρώπους. Όσο ζω δεν θα το ξεχάσω.

 

Με όσα συμβαίνουν γύρω μου νιώθω θλίψη. Απέραντη θλίψη. Στενοχωριέμαι για όλα αυτά που συμβαίνουν, με την οικτρή πλάνη στην οποία περιήλθε ο κόσμος. Υπήρχε πρόσφορο έδαφος για όλο αυτό, δεν έγινε ξαφνικά, ούτε είναι πρόσφατο αυτό με τη Χρυσή Αυγή. Όλα αυτά που συμβαίνουν τώρα είναι σαν ένας κακός εφιάλτης, αλλά δεν θα ξυπνήσουμε αν δεν είμαστε αγκαλιασμένοι και με το κεφάλι ψηλά».