Λευτέρης Καλοσπύρος
Λευτέρης Καλοσπύρος

 

1. Το Σχέδιο: «Υπάρχει η παραλία κάτω απ' το πλακόστρωτο», έλεγαν οι τοίχοι τον Μάη του '68. Το λέει κι ο Tόμας Πίντσον στο προηγούμενο μυθιστόρημά του (Έμφυτο Ελάττωμα, μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτη). Το προτάσσει, μάλιστα, ως μότο. Ο Ρέιμον Τσάντλερ, μαζί με τον Ramόn Gόmez de la Serna, διατύπωσαν την αποσβολωτική, ακριβοδίκαιη απόφανση: δεν υπάρχει τίποτα πιο άδειο από μια άδεια πισίνα, που εμείς (εγώ, δηλαδή, μην παίρνω κι άλλους στον λαιμό μου), κατά καιρούς, διασκευάσαμε/επισκευάσαμε ως: τίποτα πιο άδειο από ένα άδειο ψυγείο, και: τίποτα πιο άδειο από ένα άδειο ποτήρι. Κι έρχεται ο Λευτέρης Καλοσπύρος (Αθήνα, 1980) να μεταμφιέσει το χιούμορ σε επίσης χιούμορ, όπως ο Ε.Χ. Γονατάς που μεταμφίεσε το εξοχικό του σπίτι σε χειμερινό εργαστήριο και τούμπαλιν, έχοντας δύο πανομοιότυπα σπίτια, και επιτυγχάνοντας έτσι το τέλειο καμουφλάζ. Ιδού το σχέδιο του Καλοσπύρου: μεθοδεύει και οργανώνει το υλικό του έτσι ώστε να μη διακρίνεις με ασφάλεια τα όρια του ταλέντου (είναι ταλαντούχος μυθιστοριογράφος; δοκιμιογράφος; ιστορικός της σύγχρονης μυθιστοριογραφίας; κοινωνιολόγος; παθολογοανατόμος της καθημερινής ζωής;), οπότε και αφήνει ανοιχτό το ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του. Μπορεί να είναι άλλο ένα μυθιστόρημα, σίκουελ της Μοναδικής Οικογένειας, με τη μικρή Χριστίνα να έχει μεγαλώσει και να είναι ένα κράμα από Νικίτα και Κορίτσι με το τατουάζ. Μπορεί να είναι ένα εικονογραφημένο τύπου Logicomix (εκδ. Ίκαρος) με ήρωα τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, άσπονδο εχθρό του Τάκη Θεοδωρόπουλου, σε μια συγκλονιστική τιτανομαχία με θέμα τη σύγκρουση του Αβρού Ευρωπαϊκού Πνεύματος με τους Εκδικητές του Δημήτρη Μητροπάνου. Μπορεί να είναι μια οκτάτομη ενδελεχής ανάλυση του έργου του Μποστ. Τέλος, και αυτό υποψιάζομαι εγώ, μπορεί (και πρέπει) να είναι το Λιμπρέτο του Gravity's Rainbow που θα μεταφέρει στην όπερα η Λόρι Άντερσον με ένα μονόχορδο μπάντζο, σύμφωνα με το περιλάλητο συμβόλαιο που είχε συνάψει η Λόρι με τον Commander, μία παράγραφος του οποίου όριζε το λιμπρέτο να το αναλάβει ο πρώτος Έλληνας μυθιστοριογράφος που θα κατορθώσει να εντάξει στο ίδιο μυθιστόρημα τον Πίντσον, τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, τον Δημήτρη Χατζή, τον Ευγένιο Αρανίτση, πέντε αρχιτέκτονες, ένα παιδί-θαύμα, έναν μεσόκοπο-τραύμα, τον Ντον ΝτεΛίλο, το Σαντεκλέρι Ευρυτανίας (ο ευρών αμειφθήσεται), και τον πρωτοεξαφανιζόμενο Κορεάτη σκηνοθέτη Ντου Ρι Τσα.

 

2. Η Σαλοτραπεζαρία: Η Μοναδική Οικογένεια (εκδ. Πόλις) είναι talk of the town. Και δικαίως. Είναι ένα μυθιστόρημα όσο μεγάλο πρέπει, όσο έξυπνο πρέπει, όσο συναισθηματικό πρέπει, όσο συγκροτημένο πρέπει, και, last but not least, όσο συγκρατημένο πρέπει. Επίσης, είναι αρκετά εντός της πραγματικής πραγματικότητας, την οποία εντούτοις υπονομεύει με σκακιστική μεθοδικότητα και με ένα μόνιμο μειδίαμα, μειλίχιο μεν, μάλλον μακάβριο μολοντούτο. Η Μοναδική Οικογένεια είναι ένα μυθιστόρημα για όλη την οικογένεια, που καμώνεται πως είναι μια οικογένεια για όλα τα μυθιστορήματα. Η Μοναδική Οικογένεια τα έχει όλα και συμφέρει. Αλλά, προσοχή, μπορεί να σας παρασύρει σε ατραπούς επικίνδυνες, στο να επαναξιολογήσετε, φέρ' ειπείν, το έργο της Δούκα, του Τσίρκα ή του Χατζή, ή να ανακαλύψετε ότι το χιούμορ είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους χιουμορίστες, ή, ακόμα χειρότερα, να αντιληφθείτε, όπως εγώ χρόνια πριν, ότι άμα δεν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών στην εποχή μας δεν μπορείς να έχεις χιούμορ, ότι το χιούμορ είναι υπόθεση των πολύ, μα πολύ, μα πάρα πολύ μορφωμένων, διότι, όπως μας είχε πει, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα και στο βιβλιοπωλείο των Αδελφών Ζαχαρόπουλων στη Σταδίου, ο Μισέλ Κατσαρός: «Πρέπει να πίνεις μπίρα για να έχεις χόμπι».

 

Λευτέρης Καλοσπύρος - Η μοναδική οικογένεια. Εκδόσεις: Πόλις. Σελίδες: 3103. Η Παραλία: Ο Καλοσπύρος κρύβει επιμελώς τα χαρτιά του για να μας δελεάσει να τα βρούμε. Επειδή πρόκειται, όπως όλοι ξέρουμε, για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα μυστηρίου, για ένα όχι και τόσο αναίμακτο αστικό θρίλερ, για ένα road movie δωματίου, για ένα πολιτικά στρατευμένο νουάρ, δεν θα αποκαλύψω τα της πλοκής. Ο αναγνώστης ας περιπλανηθεί στους μεταμοντέρνους λαβυρίνθους αυτού του ξέφρενου, αλλά, ας τονίσω και πάλι, πάντα συγκροτημένου/συγκρατημένου interstellar overdrive της σύγχρονης, λίαν δυναμικής, ελληνικής πεζογραφίας. Ο αναγνώστης ας έχει υπόψη του, μπαίνοντας στο living room της Μοναδικής Οικογένειας, ότι, όπως έλεγε και ο William «Ficciones» Droll, ο περιλάλητος μέντορας του Καλοσπύρου, «Τίποτα δεν είναι όπως ήταν προτού το αντιληφθεί η παντογνώστρια housekeeper, αλλά αυτό δεν είναι επαρκής λόγος για να μη διαβάσεις το Infinite Jest». Με άλλα λόγια, ας μη νομίζει o κύριος Αναγνώστης ότι το έδαφος, επειδή είναι καλογυαλισμένο, δεν είναι και ολισθηρό. Απεναντίας. Εξάλλου, όσο κι αν μοιάζει απλόχωρο, το σύμπαν της Μοναδικής Οικογένειας είναι πνιγηρό. Ο Καλοσπύρος φανέρωσε με δύο λέξεις όσα χιλιάδες κοινωνιολογικές σελίδες δεν έχουν τολμήσει, ή διανοηθεί, να πουν: κλειστοφοβική παραλία (σ. 106). Η γενιά του Καλοσπύρου ζει σε έναν περίκλειστο κόσμο, πάλλεται ιδιοφυώς μες στην εσωστρέφειά της, βλέπει το βουνό σαν απειλή ή σαν τρόπαιο, φοράει τζόκεϊ σαν να φοράει σκάφανδρο, βλέπει την Τέχνη σαν σκακιέρα όπου συγκρούεται ο Marcel Duchamp με τον Μαρσέλ Ντισάν, αντιλαμβάνεται την παραλία, ναι, ω Θεοί, την παραλία σαν μια κλειστοφοβική απλωσιά. Μ' αρέσει αυτή η γενιά. Έχει ψωμί! (Ίσως αποκτήσει κάποτε και τριαντάφυλλα).