Ημερολόγιο του '71, του Εugeniο Μοntale

Μτφρ.: Νίκος Αλιφέρης / Εκδόσεις Άγρα

Σελ.: 144, Τιμή: €9,50

 

Κωστής ΠαπαγιώργηςΑν μας ρωτούσαν  ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόζα και την ποίηση, στο μυθιστόρημα και στον λυρισμό, ήτοι ανάμεσα στον πεζογράφο και τον ποιητή, το βέβαιο είναι ότι, ανάμεσα στις δύο «τέχνες», εκείνο που προέχει είναι η διαφορετική αντίληψη για τη γλώσσα και τον τρόπο. Ενώ ο μυθιστοριογράφος αφηγείται τις ιστορίες προσώπων, μεταπλάθει δράματα και κατά έναν τρόπο διατηρεί μια σχέση επικοινωνίας με τον αναγνώστη, ο ποιητής θυμίζει δημιουργό που μια απροσδιόριστη δύναμη τον πήρε και τον σήκωσε. Για παράδειγμα, αν μεταγράψουμε τη «φτωχή τέχνη» του Μοντάλε από τη στιχουργική μορφή της στην πεζή, ενώ το νόημα διασώζεται χωρίς ιδιαίτερες αβαρίες, με μιαν αλλόκοτη αίσθηση κατανοούμε ότι διαπράξαμε μιαν αμαρτία. Ιδού η «φτωχή τέχνη»:

 

Ο πίνακας ζωγραφικής / σημαίνει θυσίες για τον καλλιτέχνη / και για τον αγοραστή πλεόνασμα: άραγε πού να τον κρεμάσει; / Ζωγράφιζα για χρόνια μόνο δίχτυα-παγίδες / και παγιδευμένα πουλιά, / πάνω σε μπλε σακούλα ζάχαρης ή σε χαρτί / περιτυλίγματος, / Κρασί, καφές μα κι οδοντόκρεμα / αν φόντο ήταν μια θάλασσα στολισμένη με πανιά, / τα χρώματά μου. / Σχεδίασα ακόμα και με στάχτες ή με το κατακάθι / του καπουτσίνο στο Σαιντ-Αντρές όπου / ο Γιόνγκιντ ανακάλυψε τα παγερά του φώτα / – το πακέτο το προστάτευε κάμφορα και σελοφάν / (δίχως μεγάλη επιτυχία). / Ένα κομμάτι του εαυτού μου που εντέλει επιβίωσε από το τίποτα μέσα μου, από το παν / πού ήσουν εσύ, και τ' αγνοούσες.

 

Ο Νίκος Αλιφέρης τονίζει στον πρόλογό του: «Στον σύντομο αυτό πρόλογο θα τονίσω απλώς για άλλη μια φορά ότι η αλλαγή πλεύσης του Μοντάλε, η οποία ξεκινά λίγο νωρίτερα με το Σατυρικόν, σημαίνει στροφή από το υψηλό προς το κωμικό και το γκροτέσκο – αλλά και προς τον διακριτικό τόνο ή τη μετρημένη έκφραση. Σημαίνει, επίσης, στροφή από το λυρικό αίσθημα προς μια ποίηση πιο στοχαστική και διανοητική, που παραπέμπει ταυτόχρονα στον δημοσιογραφικό λόγο».

 

Θα έλεγε κανείς ότι η πεζογραφία ζυγίζεται με το καντάρι, ενώ η στιχουργία με τον ευπαθή ζυγό του φαρμακοτρίφτη. Ένα τρίστιχο στην ενότητα «Στον Λεόνε τραβέρσο» λέει πάρα πολλά: «Εσύ, πάντως, Λεόνε, αντάμωσες την ποίηση / σ' όλα τα μονοπάτια της, σκουληκοφαγωμένος / αλλά μαζί συνεπαρμένος, πριν παρανάλωμα γίνεις / της ζωής». Η ποιητική μεταφορά στο ποίημα «Χρωματικές μεταλλάξεις» αποδίδει εντυπωσιακά, έστω κι αν (ο πρώτος στίχος) θυμίζει προφανώς  Έλιοτ: «Πήρε τη ζωή με το κουταλάκι του καφέ / μένοντας / απόρθητη κι ολότελα απ' έξω».

 

Το ποιητικό τέχνασμα που ισοδυναμεί με δραματική σκηνή, η οποία φιλοξενεί «έναν» άνθρωπο, αλλά κυρίως την ουσία του ανθρώπου –όποιος κι αν είναι αυτός–, για να καταλήξει σε μια αποκαλυπτική πρόταση, είναι από τις πλέον εύστοχες στιγμές του Μοντάλε. Λέει ο Ιταλός ποιητής: «Πασχίσαμε να βρούμε μια στάση / ως προς το θνήσκειν που να μην είναι αυτοχειρία / μα ούτε και επιβίωση. Άλλος έλαβε την  πρωτοβουλία / για μας, τώρα πλέον, είναι αργά / για να ξαναπηδήξουμε απ' τον βράχο. / Το ότι μια ψυχή μισοπεθαμένη / είναι η ίδια η ζωή στη διαπασών / δεν το πίστεψες ποτέ: ο χρόνος πίεζε πολύ / εσύ αρκέστηκες στην περηφάνια και στο κουβούκλιο / εγώ / του υποβολέα».

 

Κάθε ποίημα, μολονότι ρέπει με εσωτερική πίεση προς το ακατανόητο και το κρυπτικό, τελικά δεν απαρνείται τη γλώσσα που βρίσκεται σε αγαστή «δυσκολία» με τα νοήματά της. Για παράδειγμα, στο τρίστιχο για τη «φιλανθρωπία» διαπιστώνουμε ένα μεστό συμπέρασμα που δεν έχει ανάγκη από ερμηνεία για να κατανοηθεί: «Η φιλανθρωπία δεν ανήκει σε κανέναν. Ταίρι της είναι η σαπουνόφουσκα που λάμπει για μια στιγμή, σκάει, κι άγνωστο ποιος την έχει φυσήξει». Στο άλλο άκρο, «στο μεγάλο ζήτημα», οι στίχοι είναι σαφείς μέχρις ακατανοησίας: «Πάντως, υπάρχει και το θαύμα που δεν το θέλησε / κανένας για τον ίδιο, αλλά μονάχα για τους άλλους / Δεν ήταν έργο ανθρώπου: το διακηρύσσουν / οι σκύλοι των τσιγγάνων, τέρατα των Ηλυσίων / που εδώ κι εκεί δεν έπαψαν να γρυλίζουν».

 

Ο Μοντάλε, όπως δείχνει η βιογραφία και η εργογραφία του, δοκίμασε το απόλυτο αλλά δεν απώλεσε την ψυχική του βάση. «Τελικά, είναι νάρκισσος ο Μοντάλε;» διερωτάται ο Πιερ Πάολο Παζολίνι με κάποια χολή. «Δεν μπορούσα να το πω με βεβαιότητα. Αν όντως είναι, τότε πρόκειται για τέρας αυτοελέγχου. Αλλά, προφανώς, η "διόρθωση" έγινε μια για πάντα, από την αρχή. Ο Μοντάλε διόρθωσε την εικόνα του νωρίς νωρίς, ταυτίζοντας τον εαυτό του με το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος ανάλογου με ένα από τα ελάχιστα εκείνα που είχε αγαπήσει κατά τη διάρκεια του βίου του. Στα τρία του βιβλία αφήνει να φανεί πως αυτό που λέει "εγώ" είναι ένας άνδρας άχρωμος, λιγόλογος, άμεμπτος, ρομαντικός αλλά και ειρωνικός, πως η ζωή του, αν θελήσεις να συμπεράνεις από τα ποιήματα, εκτυλίσσεται ανάμεσα σε ένα κομψό, όχι όμως μοναδικό διαμέρισμα, και την παραμονή σε ξενοδοχείο πρώτης κατηγορίας, μεταξύ περιόδων εντελώς σκοτεινών, απόλυτης privacy... και κάποιο ταξίδι σε τόπους ούτε τελείως κοινούς ούτε τελείως αυθεντικούς...».

 

 

Η ζωοφόρος του ουρανού, του Νίκου Αλιφέρη

Εκδόσεις Άγρα

Σελ.: 56, Τιμή: €8,50

 

Προφανώς, εκτός από την τρέχουσα γλώσσα που μιλάμε ή δεν μιλάμε καθημερινά, η ποιητική άδεια –για να αποδώσει– δεν αρκεί να την έχει κλέψει κανείς από το παγκάρι αλλά πρέπει να είναι ο ίδιος λίγο λογοτεχνικός ιερέας και λίγο ή πολύ ταμένος διάκος. Ο Αλιφέρης –παρισινή γνωριμία– ήταν ένας νεαρός εξαιρετικά λιγόλογος, ταμένος στη λογοτεχνία και δη την ποίηση – επίσης, διακονούσε την κλίση του χωρίς μεγάλα λόγια, αλλά με ενδιαφέροντα βιβλία. Έχουμε και λέμε: Άβυδος (1994), Εκ του Μετώπου (1998), Προσωπογραφίες και άλλα ποιήματα (2005), Γράμματα του Φλωμπέρ απ' την Ελλάδα (1995), Φινιστέρε και άλλα ποιήματα (1995), Ποιήματα του Μοντάλε (1999), Ημερολόγιο του '72 (του Μοντάλε) (1999), Περί ποιήσεως (2005), όλα στις εκδόσεις Άγρα.

 

Η ΒΑΡΚΑ

Οι γλάροι πετούν πιωμένοι μες στο φως / Με ακατανόητες κραυγές / Οι γέροι του χωριού / δείχνουν με απλοϊκές χειρονομίες / τις χρυσωμένες κορυφές των βουνών / Ο ήλιος επιδεικνύει τον σκελετό / μιας αναποδογυρισμένης βάρκας / με Σπασμένα κουπιά / Το σκυλί μας γαβγίζει / Χαρά και θλίψη μιας λαμπρής ημέρας / δίχως όνομα.

 

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ

Κάποτε ήμουν αγόρι / κορίτσι θάμνος πουλί / άφωνο ψάρι της στεριάς / Μες στο αιδοίο της Αίτνας θα ριχτώ / για να γίνω το Παν.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Αναρωτιέμαι πού πάνε τα πουλιά / Πετούν σε ομάδες χαμηλά πάνω / απ' τους σκαλισμένους λόφους / με τις ξερολιθιές κάνουν αέναους / κύκλους κατόπιν ανεβαίνουνε ψηλά / και χάνονται προς Ανατολή / σε μακρινές πόλεις / φτερουγίζοντας ηδονικά / πάνω απ' τη θάλασσα.

Το δειλινό / θα στροβιλίζονται μαγνητισμένα / γύρω απ' τους μιναρέδες / ή μάλλον τρελαμένα από τις προσευχές / του μουεζίνη που μάταια προσπαθεί / να εξευμενίσει την άγρια νύχτα.

 

ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΝΕΓΡΗ

Εκείνη την ημέρα / είχαν ανοίξει οι ουρανοί / Ο χείμαρρος κατέβαινε / από τα Τουρκοβούνια τις παράγκες / των προσφύγων μέχρι την Πατησίων / Ορμητικός παρασέρνοντας / καρέκλες καφενείων πολύχρωμα / καπέλα χαρτοκιβώτια γλάστρες / με στραπατσαρισμένα λουλούδια / το κόκκινο ποδηλατάκι της πλατείας / Να κλείσουν καλά οι πόρτες / πέταξε η γιαγιά μου ξαφνικά / Ένας άγνωστος φώναζε επίμονα / Μαρία Μαρία / Η νεροχελώνα / δεν είχε φανεί / Θα είχε γαντζωθεί καλά / στη στέρνα περιμένοντας καρτερικά / να περάσει το κακό / Στο πάνω μέρος του δρόμου / εμφανίστηκε μία απ' τις πάπιες / του σιντριβανιού / Άσπρη πιπιλισμένη με λάσπες / κολυμπώντας καμαρωτά / Βασίλισσα στην καρδιά μιας πόλης / που όλως ξαφνικά / είχε γίνει δική της.