Υπερκινητικό σκορσεζικό δράμα, ταινία ενηλικίωσης με στραβή πορεία, buddy movie, πικρό ρομάντσο: οι «Καλοκαιρινές Νύχτες» θέλουν να συνδυάσουν πολλά και ο Ελάιτζα Μπάινουμ στο ντεμπούτο του δείχνει πως έχει το στυλ, και το στυλιζάρισμα, αν και του λείπει η ουσία.

 

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο έφηβος Ντάνιελ που ξεκαλοκαιριάζει, απρόθυμος και αταίριαστος, στο Κέιπ Κοντ της Μασαχουσέτης, το 1991, ώσπου βρίσκει το κίνητρο που θα θρυμματίσει πανηγυρικά την ανία του στο πρόσωπο του Χάντερ Στρόμπερι ‒ κλέβει την παράσταση ο Άλεξ Ρο με το ύφος του Τζέιμς Ντιν που προσαρμόζεται στη τζελαρισμένη πόζα αλά Μπράντον του «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς».

 

Αρχικά τον προστατεύει από τους μπάτσους και, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του, γίνεται ο βοηθός του στην πώληση μαριχουάνας στην περιοχή, εμπλουτίζοντας την αυτοσχέδια επιχείρηση με νέες, πρακτικές και αποτελεσματικές ιδέες. Παράλληλα, ερωτεύεται τη λάθος κοπέλα, τη σαγηνευτική, άτακτη και σνομπ Μακάιλα.

 

Ο Μπάινουμ έχει στήσει εξαιρετικά την ταινία του ως την τελευταία στάση της παλιάς Αμερικής πριν από τη ρηξικέλευθη επέλαση των κινητών τηλεφώνων και του Διαδικτύου. Τα νέα παιδιά κατακλύζουν τους δρόμους, αλληλεπιδρούν «στα ανοιχτά», αλητεύουν και χαζολογάνε, αγγίζονται και ιδρώνουν με έναν τρόπο που αποτυπώνεται ανάγλυφα, σχεδόν κλασικά.

 

Επίσης, σε ένα τέτοιο σκηνικό είναι πιο εύκολο να οργανωθεί κομπίνα γειτονιάς και να δημιουργηθεί σούσουρο για τους σχεδόν αμούστακους drug dealers, μια και οι «Καλοκαιρινές Νύχτες» φιλοδοξούν να αφηγηθούν τα κατορθώματα σχεδόν θρυλικών προσώπων σαν έναν αστικό μύθο «που τον λέγανε παιδιά», όσο πρέπει ακατάλληλο και συναρπαστικά ασαφή, χαμένο στην προφορική ιστορία της μικρής κοινωνίας όπου διαδραματίζεται.

 

Με τις απανωτές αλλαγές ρυθμού και μια πλοκή που είναι περισσότερο συρραφή από déjà vu παρεμφερή σενάρια, ο βίος και η πολιτεία των δύο φίλων και της μοιραίας γυναίκας βλέπεται ευχάριστα, αλλά όχι εποικοδομητικά. Εκτός από τον Ρο, η Μάικα Μονρό που είχαμε θαυμάσει στο «Σε ακολουθεί» δείχνει ποικιλία στις υποκριτικές της ικανότητες, ενώ ο Τιμοτέ Σαλαμέ, που προέρχεται από τον θρίαμβο του «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» και προορίζεται για νέα μεγαλεία με το επερχόμενο «Beautiful Boy», εδώ κάνει μια ευχάριστη στάση, κυρίως ακολουθώντας και αντιδρώντας σε μια, για να μην παρεξηγηθώ, solid ερμηνεία.