ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1943, στο όρος Πάικο, στη Μακεδονία, μια ολόκληρη διμοιρία ανταρτών ξεκληρίστηκε όχι από τους Γερμανούς αλλά από παραισθησιογόνα μανιτάρια. Ξελιγωμένοι από την πείνα, οι Ελασίτες γεύτηκαν με ηδονή τη μοναδική τροφή που έτυχε να βρουν, ανύποπτοι για τις παρενέργειες που θα τους προκαλούσαν αυτοί οι υπέροχοι καρποί με το κατακόκκινο «καπέλο» και τις λευκές πιτσιλιές. Έφαγαν «αμανίτα μουσκάρια» κι αλληλοσκοτώθηκαν, πεπεισμένοι πως τουφεκίζουν αντιπάλους…
Το περιστατικό δεν είναι φανταστικό. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Παύλο Μεθενίτη ο οποίος εμπνεύστηκε απ’ αυτό ένα μεστό μυθιστόρημα δρόμου, το «Αμανίτα μουσκάρια» (Καστανιώτης, 2007), υπάρχουν δύο τουλάχιστον γραπτές πηγές που το αναφέρουν: οι μελέτες ενός παλιού αντάρτη, του Κελτεμλίδη, που εξελίχθηκε με μυκητολόγο, και η αυτοβιογραφία του Στέφανου Χουζούρη «Γιατρός σε τρεις πολέμους» που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. «Με το που πληροφορήθηκα αυτή την απίστευτη ιστορία», λέει, «ένιωσα μια ισχυρή παρόρμηση να τη διηγηθώ όπως την καταλαβαίνω εγώ. Όχι από διάθεση αποκαθήλωσης των ανταρτών και του ηρωισμού τους, αλλά για να εξερευνήσω την ανθρώπινη διάστασή τους. Και στη δική τους περίπτωση, τα μανιτάρια λειτούργησαν σαν το κλειδί που ξεδίπλωνε ό,τι η συνείδησή μας αρνείται να παραδεχτεί. Όμως από μόνη της, αυτή η ιστορία δεν έφτανε. Έπρεπε να τη συνδέσω με το παρόν».
Στην πινακοθήκη του βιβλίου θα συναντήσουμε από φιλόδοξους νεαρούς καριερίστες μέχρι απομονωμένους απ’ τον κόσμο γέροντες, δηλητηριασμένους από ενοχές.
Κεντρικός ήρωας και αφηγητής στο «Αμανίτα μουσκάρια» είναι ένας σαρανταπεντάχρονος δημοσιογράφος, ο Ηλίας, στον αντίποδα εκείνων που προσφέρουν γη και ύδωρ για ν’ αναρριχηθούν. Σ’ έναν κόσμο που θέλει τους πάντες στην πρίζα, αδηφάγους καταναλωτές και παραγωγικούς εργάτες ταυτόχρονα, εκείνος βιοπορίζεται οργώνοντας την Ελλάδα με τη μηχανή του, πουλώντας ταξιδιωτικά και γαστριμαργικά ρεπορτάζ σε ειδικά περιοδικά. Ο Ηλίας ούτε στο καθήκον είναι ταγμένος –όπως ήταν μια ζωή ο συντηρητικός πατέρας του, ταξίαρχος εν αποστρατεία– ούτε όμως και στο πάθος – όπως ο αδελφός του, που πέθανε παραδομένος στην ηρωίνη. Με θητεία στις αριστερές οργανώσεις της Μεταπολίτευσης, αρκείται τώρα στην τόσο δημιουργική γι’ αυτόν μοναξιά. Και, μολονότι έχει συνειδητοποιήσει ότι το βιβλίο έχει καταντήσει αναλώσιμο εμπόρευμα, πάλλεται από επιθυμία να δει τ’ όνομά του πάνω σ’ έναν φρεσκοτυπωμένο τόμο, που θα περιέχει μεταμφιεσμένες τις ευαισθησίες και τις ανησυχίες του.

Στο πρόσωπο του Ηλία, ο Μεθενίτης αντικρίζει έναν αντι-ήρωα. «Δεν του αρέσει και τόσο ο εαυτός του. Κι αν επιδιώκει κάτι, είναι ένα ποσοστό αυτοσεβασμού. Να ξεπεράσει δηλαδή τα “πρέπει” που ορίζουν άλλοι γύρω του, και να κάνει επιτέλους αυτό που επιθυμεί». Πώς τα καταφέρνει; Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται στο «Αμανίτα μουσκάρια»: πώς, χάρη σ’ ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Πάικο, γίνεται αποδέκτης μιας ιστορίας που στα μάτια του λάμπει σαν βιωμένο χρυσάφι, και την οποία λαχταράει –όπως ο Μεθενίτης– να διηγηθεί.
Στην πινακοθήκη του βιβλίου θα συναντήσουμε από φιλόδοξους νεαρούς καριερίστες μέχρι απομονωμένους απ’ τον κόσμο γέροντες, δηλητηριασμένους από ενοχές. Κι από ανθρώπους πρόθυμους να μοιραστούν μ’ όσους ταιριάζουν τα χνώτα τους θηριώδεις ποσότητες κάνναβης μέχρι αναρχικούς αποφασισμένους να τα διαλύσουν όλα από την οργή τους. Ανάμεσά τους, αναδύονται οι μορφές των ανταρτών, αρσενικών και θηλυκών, δοσμένων ψυχή τε και σώματι στον αγώνα, ανθρώπων που καταπιέζουν τις ορμές και τις όποιες ταξικές διαφορές τους, ώσπου κυριεύονται από τους δαίμονες που ήταν κλειδωμένοι στην ψυχή τους και καταλήγουν να γίνουν μια άμορφη, αποκρουστική, αιματοκυλισμένη μάζα.
Τι κι αν το 30ό τάγμα του ΕΛΑΣ που ξεκληρίστηκε από τα μανιτάρια δεν ήταν μεικτό; «Διαβάζοντας, εξακρίβωσα πως το ’43 υπήρχαν και κάποια μεικτά τμήματα. Ελάχιστα, αλλά υπήρχαν», λέει ο Μεθενίτης. «Μου χρειαζόταν όμως μια τέτοια αυθαιρεσία για ν’ αναδείξω τις συγκρούσεις που έφεραν στην επιφάνεια οι παραισθήσεις. “Πώς αντιμετωπίζατε το ερωτικό ζήτημα στο βουνό;” ρώτησα μια παλιά αντάρτισσα. “Δεν το αντιμετωπίζαμε”, μου είπε. Κι έβγαλε να μου δείξει την κοτσίδα της, που είχε σπεύσει τότε ν’ αποχωριστεί, ένα απολίθωμα θηλυκότητας πια, που δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου…»
Στο «Αμανίτα μουσκάρια» ο Μεθενίτης αντιδιαστέλλει το χρέος από τα βαθύτερα ένστικτά μας, εξερευνά το ζήτημα των ουσιών ως καταφύγιο αλλά και ως καταστροφή, και μας παρασύρει σ’ ένα ταξίδι ποτισμένο από την ελληνική πραγματικότητα, παραμονές της οικονομικής κρίσης. Λίγα χρόνια δε αργότερα, το 2017, συνεργάστηκε με τον Θανάση Πέτρου για τη δημιουργία του ομώνυμου κόμικ (εκδ. Γνώση).