Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ήταν «Τα παιδιά μας που τ’ αρπάξαν». Το τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο, σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους Μίμη Τραϊφόρου, στις αρχές του 1948. Είχε αρχίσει τότε, με την ευθύνη του ΚΚΕ, η μετακίνηση παιδιών προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, είτε με τη συναίνεση των γονέων τους είτε με τη βία, και το τραγούδι της δημοφιλούς «τραγουδίστριας της νίκης» δημιουργούσε το συγκινησιακό υπόβαθρο του «παιδομαζώματος. «Το τραγούδι αυτό το απλό, το πικρό, το λυπημένο, είναι αφιερωμένο στα παιδιά μας που τ’ αρπάξαν κάποια μαύρη νύχτα οι Σλαύοι, στα παιδιά μας που δε ’γίναν κι ούτε θα γινούνε σκλάβοι» έλεγε η Βέμπο πριν αρχίσει το τραγούδι της.

 

Στις 29 Φεβρουαρίου 1948 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών είχε εγκαινιάσει έναν παγκόσμιο έρανο για τη σωτηρία αυτών των παιδιών και το τραγούδι της Βέμπο, όπως και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, στόχευε στην ευαισθητοποίηση του ελληνικού λαού μέσα στον εμφύλιο πόλεμο. 


Το ζήτημα των παιδιών είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο του Εμφυλίου. Από τη μια το «παιδομάζωμα» του ΚΚΕ και από την άλλη οι «παιδοπόλεις» της Φρειδερίκης δίνουν στον Εμφύλιο μία επιπλέον διάσταση, εξίσου δραματική, που ορισμένοι ιστορικοί χαρακτήρισαν «κοινωνικό πόλεμο».

 

Τα τελευταία χρόνια έχουν πυκνώσει οι έρευνες για τον «πόλεμο των παιδιών», όπου μεγάλο μέρος του πρωτογενούς ερευνητικού υλικού είναι μαρτυρίες και αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Το βιβλίο της Δήμητρας Κελέση Υπηκοότης Ακαθόριστος – Οριακές αφηγήσεις παιδιών του Εμφυλίου στην Ανατολική Γερμανία (εκδόσεις Επίκεντρο) περιλαμβάνει αφηγήσεις τριών γυναικών και δύο αντρών που ως παιδιά μετακινήθηκαν, μέσω Βουλγαρίας, στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και από κει, πολλά χρόνια αργότερα, πέρασαν στη Δυτική Γερμανία, όπου εργάστηκαν ως μετανάστες. Επαναπατρίστηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα, χωρίς να κατάγονται από την πόλη αυτή, αλλά επειδή στην Καβάλα βρήκαν ανθρώπους με τους οποίους τους ένωνε η κοινή μνήμη.

 

 

Σε μια νέα εποχή μετανάστευσης, που ζούμε σήμερα, οι αφηγήσεις αυτές έρχονται να τροφοδοτήσουν τη νέα εμπειρία με ένα βίωμα που απλώνεται στον χρόνο και λειτουργεί πολύ απελευθερωτικά για τον σύγχρονο αναγνώστη και πολίτη.

 

Από τα πέντε παιδιά, τα τέσσερα απομακρύνθηκαν με τη συναίνεση των γονέων τους. Ένα κορίτσι, από χωριό της περιοχής των Σερρών, απομακρύνθηκε βίαια από ομάδα ανταρτών, μαζί με την αδελφή της και άλλους συγχωριανούς. Όταν επαναπατρίστηκαν, στα χαρτιά τους αναγράφηκε το «υπηκοότης ακαθόριστος», επειδή είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους πολιτογραφημένοι ως «αλλοδαποί» ή «χωρίς πατρίδα». Από αυτά τα δημόσια έγγραφα προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου.

 

«Επρόκειτο για ομάδα ανθρώπων την οποία έχουν σημαδέψει πολλαπλές ταυτότητες» γράφει η συγγραφέας Δήμητρα Κελέση. «Από χωριατόπαιδα έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες, βίωσαν το πέρασμα από τον αγροτικό στον αστικο-βιομηχανικό τρόπο ζωής και στη συνέχεια έγιναν οικονομικοί μετανάστες. Η σημερινή τους ταυτότητα αποτελεί την απόληξη του ταξιδιού της ζωής τους, φέροντας τη σφραγίδα και των δικών τους επιλογών». Ο υπότιτλος του βιβλίου «οριακές αφηγήσεις» οφείλεται στο ότι οι μαρτυρίες αυτές είναι αταξινόμητες, δηλαδή δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους στον δημόσιο λόγο για τη δεκαετία του 1940, όπως επισημαίνουν στον πρόλογό τους οι επιμελητές του βιβλίου Κατερίνα Τσέκου, Βασίλης Δαλκαβούκης και Μαρία Μποντίλα.

 

υπηκοοτης ακαθόριστος
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Δήμητρα Κελέση,
Υπηκοότης ακαθόριστος -
Οριακές αφηγήσεις παιδιών του Εμφυλίου στην Ανατολική Γερμανία,
Σελίδες: 260,
Εκδόσεις Επίκεντρο

Η αυτοβιογραφική εμπειρία φαίνεται ότι βαραίνει ιδιαίτερα στην έρευνα και στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η συγγραφέας τονίζει στο βιογραφικό της ότι ο πατέρας της ήταν μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού και στη συνέχεια πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη και ότι η μητέρα της, που είχε χάσει τον δικό της πατέρα στον Εμφύλιο, είχε εκτοπιστεί.

 

Αλλά το έναυσμα για το βιβλίο δεν ήταν τόσο η μικροϊστορία των γονέων της όσο σκηνές της καθημερινότητάς της στην πόλη της Καβάλας, όπου ζει. Κάθε πρωί που πήγαινε στη δουλειά της, συναντούσε μια γειτόνισσά της που σκούπιζε το πεζοδρόμιο. Όταν τη ρώτησε γιατί δεν σκουπίζει μόνο την αυλή της, η γειτόνισσα της απάντησε ότι «έτσι είχε μάθει στο ίδρυμα» και ότι τώρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η γειτόνισσα ήταν ένα από τα παιδιά του «παιδομαζώματος», ένα από τα πέντε παιδιά με την «ακαθόριστη υπηκοότητα», που στο βιβλίο παρουσιάζεται ως Μάρθα. 

 

Η Μάρθα ήταν τριών χρονών όταν έφυγε, μαζί με τους παππούδες, από ένα χωριό του Έβρου, μάλλον τον Μάρτιο του 1948. Η μητέρα της την είχε εγκαταλείψει και ο πατέρας της ήταν στον Δημοκρατικό Στρατό.

 

Πρώτος σταθμός σε αυτό το μακρύ ταξίδι, όπως θα αποδειχτεί, ήταν η Βουλγαρία. Η Μάρθα έμεινε εκεί δύο χρόνια. Στα πέντε της ακολούθησε τους παππούδες στην Πολωνία. Εκεί μπήκε τρόφιμη σε παιδικό σταθμό, αλλά είχε τη δυνατότητα να περνάει τις καλοκαιρινές διακοπές με τους παππούδες. Το 1954 το ΚΚΕ αποφασίζει τις επανενώσεις των οικογενειών. Ο πατέρας της Μάρθας είχε καταφύγει στην Τασκένδη, όπου είχε δημιουργήσει νέα οικογένεια.

 

Ο πόλεμος των παιδιών
Οι αφηγήσεις αυτές εξατομικεύουν την εμπειρία του παιδιού-πολιτικού πρόσφυγα και μας βοηθούν να δούμε διαφορετικά, πέρα από την ισοπέδωση των κατηγοριών της πολιτικής ιστορίας, τον «πόλεμο των παιδιών».

 

Η επανένωση ήταν τραυματική. Κι έτσι η Μάρθα, μετά από έναν χρόνο βασανιστικής συμβίωσης, μπήκε σε οικοτροφείο, όπου ταυτόχρονα απέκτησε επαγγελματική μόρφωση. Βγαίνοντας από το οικοτροφείο, οι σχέσεις με τον πατέρα της δεν είχαν βελτιωθεί. Γι’ αυτό η Μάρθα συγκατοίκησε με μια άλλη κοπέλα σε ένα δωμάτιο που της είχε βρει το Κόμμα. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, αλλά οι συνθήκες της μοναξιάς την οδήγησαν πίσω στην Πολωνία για να ξαναβρεί τους δικούς της.

 

Κι εκεί άρχισε κάτι να αλλάζει. Ένας εξάδελφός της τής προξένεψε «ένα δικό τους παιδί», από τον Έβρο, που ζούσε στην Ανατολική Γερμανία, είχε σπουδάσει στο πανεπιστήμιο και είχε εξαιρετική δουλειά. Ξεπερνώντας μια γραφειοκρατική τρικυμία, η Μάρθα έφτασε στην Ανατολική Γερμανία, παντρεύτηκε τον συγχωριανό της και απέκτησαν ένα παιδί. Ήταν από τους πρώτους που πέρασαν στη Δυτική Γερμανία. 


Ανάλογες είναι και οι ζωές των άλλων αφηγητών. Η Ευγενία ήταν δέκα ετών όταν έφυγε, με τους γονείς της και τα τέσσερα αδέλφια της, από το Θρυλόριο Ροδόπης, τον Μάρτιο του 1948. Πρώτος σταθμός, η Βουλγαρία, όπου χωρίστηκε από τους γονείς της, όπως συνέβαινε με τα περισσότερα παιδιά. Μετά, στάλθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Σπούδασε σε επαγγελματική σχολή, εργάστηκε σε εργοστάσιο, παντρεύτηκε, απέκτησε μια κόρη. Το 1982 μετανάστευσαν με τον άντρα της στη Δυτική Γερμανία, απ’ όπου επαναπατρίστηκε το 1995. 


Η Ζωγραφιά αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Τον Οκτώβριο του 1948 οι οργανωμένες αποστολές παιδιών είχαν δώσει τη θέση τους σε βίαιη στρατολόγηση κι έτσι βρέθηκε, από ένα χωριό των Σερρών, στη Βουλγαρία, χωρίς τη θέλησή της και χωρίς τη θέληση της γιαγιάς της. Επόμενος σταθμός, η Ανατολική Γερμανία, η προσαρμογή, η νέα ζωή, γάμος, δύο παιδιά, και το 1983 η μετανάστευση στη Δυτική Γερμανία.

 

Ο πόλεμος των παιδιών
Ο υπότιτλος του βιβλίου «οριακές αφηγήσεις» οφείλεται στο ότι οι μαρτυρίες αυτές είναι αταξινόμητες, δηλαδή δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους στον δημόσιο λόγο για τη δεκαετία του 1940.


Οι αφηγήσεις αυτές εξατομικεύουν την εμπειρία του παιδιού-πολιτικού πρόσφυγα και μας βοηθούν να δούμε διαφορετικά, πέρα από την ισοπέδωση των κατηγοριών της πολιτικής ιστορίας, τον «πόλεμο των παιδιών». Και σε μια νέα εποχή μετανάστευσης, που ζούμε σήμερα, οι αφηγήσεις αυτές έρχονται να τροφοδοτήσουν τη νέα εμπειρία με ένα βίωμα που απλώνεται στον χρόνο και λειτουργεί πολύ απελευθερωτικά για τον σύγχρονο αναγνώστη και πολίτη.

 

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Στο παράρτημα του βιβλίου αναπαράγεται ολόκληρο το περιοδικό «10 Jahre DDR. Δέκα χρόνια στη φιλόξενη αγκαλιά του λαού της Λ.Δ. Γερμανίας. Στο πλευρό του για το χτίσιμο του σοσιαλισμού». Είναι μια έκδοση του 1959 που επιμελήθηκαν πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία. Το 1960 ζούσαν εκεί 1.600 πρόσφυγες, από τους οποίους 1.300 ήταν παιδιά. Ο Πέτρος Κόκκαλης έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην υποδοχή ελληνόπουλων από αυτήν τη χώρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
 

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.