ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς, Ντοστογιέφσκι / Τολστόι / Παστερνάκ / Λέρμοντοφ: Συνοπτική απόδοση των αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη, που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το 2008 και που τώρα (Νοέμβριος 2020) κυκλοφορεί ξανά από τις εκδόσεις Μετρονόμος, είναι ένα κάπως παράξενο βιβλίο. Κατά βάση μοιάζει μ' έναν δίσκο μουσικής, που περιέχει μόνον διασκευές.

 

Διασκευές, όμως, σε βιβλία, και μάλιστα σε παγκόσμια λογοτεχνικά αριστουργήματα, νοούνται; Φυσικά, εμείς θα πούμε.

 

Κατ' αρχάς τι σημαίνει διασκευή ενός βιβλίου; Πέρα από τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές βιβλίων, εκεί όπου έχουμε διασκευή, προσαρμοσμένη σ' ένα άλλο μέσο, πέρα από τις ακουστικές διασκευές βιβλίων, υπάρχουν διασκευές, παλαιόθεν, πολυσέλιδων βιβλίων (ποιητικών ή μυθιστορημάτων), που σχετίζονται είτε με την εικονοποίηση των αρχικών βιβλίων (για παράδειγμα στα κόμικς), είτε με την εξ ολοκλήρου διασκευή-συντόμευσή τους, που γίνεται είτε στο πλαίσιο της παιδικής λογοτεχνίας, είτε για να καλυφθούν οι ανάγκες ύλης των περιοδικών και των εφημερίδων, μα και για να προσελκυστεί ένα αναγνωστικό κοινό, που δυσκολεύεται να διαβάσει (λόγω έκτασης) τα πλήρη και ολοκληρωμένα λογοτεχνήματα.

 

Το οικονομικό πρόβλημα, για τους αριστερούς λογοτέχνες, ποιητές, δημοσιογράφους κ.λπ., όσοι από 'κείνους τέλος πάντων δεν είχαν φυλακισθεί ή εξοριστεί και που έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιβιώσουν, ήταν τεράστιο. Στη δύσκολη εκείνη θέση είχε βρεθεί και ο σπουδαίος ποιητής και στιχουργός τού ελληνικού τραγουδιού Τάσος Λειβαδίτης.

 

Για παράδειγμα, υπάρχουν οι ιστορικές σαιξπηρικές διασκευές «για νεαρά άτομα» των Charles και Mary Lamb στο βιβλίο τους Tales from Shakespeare, από το 1807 και με δεκάδες έκτοτε εκδόσεις, και βεβαίως εκατοντάδες κλασικά κείμενα (Signet Classics) που κυκλοφορούν σε συντομευμένες εκδοχές, όπως Η Κόλαση (Δάντης), Δον Κιχώτης (Θερβάντες), Ροβινσών Κρούσος (Ντάνιελ Ντεφόε), Φρανκενστάιν (Mαίρη Σέλλεϋ), Το Νησί των Θησαυρών (Robert Louis Stevenson), Οι Άθλιοι (Βίκτωρ Ουγκώ), Ο Πόλεμος των Κόσμων (H.G. Wells), ενώ σε πάμπολλες διασκευές κυκλοφορούν (ανάμεσα σε άλλα) το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Καρλ Μαρξ και βεβαίως η Οδύσσεια και η Ιλιάδα του Ομήρου.

 

Μέχρι και τον 19ον αιώνα τούτη η κατάσταση ήταν κάπως σαν κοινή πρακτική στον κόσμο του βιβλίου, λόγω έλλειψης νομοθεσίας γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα, όμως και σήμερα τυπώνονται τέτοια βιβλία, κυρίως εγχειρίδια (τεχνικά, μαγειρικής, ιατρικής κ.λπ.).

 

Υπάρχει κάτι που εντοπίσαμε στο δίκτυο, κι έχει ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας. Κάτι που έχει γράψει ο δημοφιλέστατος αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ, στο βιβλίο του Ο Κόσμος του Χθες / Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου [Printa, 2006], που είχε κυκλοφορήσει, για πρώτη φορά, το 1942. Λέει κάπου ο Τσβάιχ:

 

«Ακόμα και στα πιο φημισμένα κλασικά αριστουργήματα με ενοχλούν τα πολυάριθμα σημεία όπου η πλοκή σέρνεται αργά και νωχελικά, και συχνά πρότεινα σε διάφορους εκδότες το τολμηρό σχέδιο να εκδώσουν κάποια στιγμή μια σειρά με όλα τα σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από τον Όμηρο, τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι ως το Μαγικό βουνό, σε μια συντομευμένη εκδοχή, αφαιρώντας ό,τι περιττό βάραινε το καθένα ξεχωριστά, και τότε όλα αυτά τα έργα, που έχουν αναμφίβολα διαχρονικό περιεχόμενο, θα μπορούσαν, ξαναζωντανεύοντας, να ασκήσουν επιρροή στην εποχή μας».

 

Το θέμα λοιπόν είναι υπαρκτό, έχει εξεταστεί ευρύτερα και απασχολεί, είτε θετικά είτε αρνητικά, τους συγγραφείς και την βιβλιοαγορά.

 

Στην Ελλάδα ένας πολύ σημαντικός διασκευαστής βιβλίων –δεν υπάρχει παιδί, που να μην έχει διαβάσει τις μεταφράσεις ή τις αποδόσεις του, σε κλασικά κείμενα, ακόμη και αν δεν ξέρει το όνομά του– ήταν ο Γ. Τσουκαλάς (1903-1974).

 

Ο Τσουκαλάς μπορεί να είναι γνωστός στους λίγους για το θρυλικό Κουρασμένος απ' τον Έρωτα (1927), την μυθιστορηματική βιογραφία τού Ναπολέοντος Λαπαθιώτη (ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά, τεκέδες της Τρούμπας, «ανώμαλοι τύποι» του Ζαππείου κ.λπ.), αλλά ως όνομα γράφει ιστορία μέσα από τις εκδόσεις Άγκυρα και Αστήρ βασικά, καθώς σε δικές του μεταφράσεις-συντομεύσεις-αποδόσεις τυπώθηκαν Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τραίνα να Περνούν (E. Nesbit), Ο Τελευταίος των Μοϊκανών (James Fenimore Cooper), οι πάμπολλες ιστορίες της Πολυάννας (Elizabeth Borton de Treviño), όλος ο κλασικός Ιούλιος Βερν, Μαίρη Πόππινς (P.L. Travers), οι Μύθοι του Αισώπου, Οι Τρεις Σωματοφύλακες (Αλέξανδρος Δουμάς), Μικρές Κυρίες (Louisa-May Alcott) και δεκάδες άλλα.

 

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης διασκευάζει Ρώσους κλασικούς συγγραφείς για το Φαντάζιο, επί δικτατορίας
Η στήλη του Α. Ρόκου (Τάσος Λειβαδίτης) «Ο έρωτας και το πάθος στ’ αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας» στο Φαντάζιο – Τζαίημς Χίλτον «Χαμένοι Ορίζοντες»

 

Μια ειδική περίπτωση κλασικών αριστουργημάτων, συντομευμένων στο χαρτί, υπήρξαν επίσης τα περίφημα Κλασσικά Εικονογραφημένα (σε εκδόσεις Ατλαντίς – Μ. Πεχλιβανίδης, για την Ελλάδα), που μεγάλωσαν γενιές παιδιών και που δέχθηκαν επίθεση εσχάτως, στην Εφημερίδα των Συντακτών (18/1/2021), από τον ομότιμο καθηγητή του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Γεώργιο Μ. Σαρηγιάννη. Διαβάζουμε σχετικά:

 

«Θα μου επιτρέψετε όμως να διατυπώσω τις εντονότατες αντιρρήσεις μου στον "θεσμό" των Κλασσικών Εικονογραφημένων. Θεωρώ ότι είναι ακόμη ένα δείγμα εξευτελισμού της Λογοτεχνίας, υποβάθμισης της ανθρώπινης Σκέψης, κατασκευής κειμένων χωρίς κοινωνικό βάθος που ευτελίζονται σε αποστεωμένα "στόρι" χωρίς καμία απολύτως λογοτεχνική αξία. Τεύχη που απευθύνονται σε μη σκεπτόμενους ανθρώπους ή, ακόμη χειρότερα, που διαμορφώνουν μη σκεπτόμενους ανθρώπους, επιτρέψτε μου να το τονίσω αυτό».

 

Αν για τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, που αναφέρονται σε μια τελείως διαφορετική Τέχνη, όπως είναι το κόμικ, υπάρχουν τέτοιες ακραίες τοποθετήσεις –που δεν λαμβάνουν υπ' όψη τους το γεγονός πως τα παιδιά διαβάζουν πιο εύκολα τη συγκεκριμένη μορφή, παίρνοντας εκείνο που πρέπει να πάρουν, πριν καταλήξουν να διαβάσουν τα πλήρη λογοτεχνήματα στην πορεία της ζωής τους, ενδεχομένως και στην πρωτότυπη γλώσσα– σκεφτείτε τι αντιρρήσεις μπορεί να εμφανιστούν, όταν κάποιος μετατρέπει τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα τού Ντοστογιέφσκι και τού Τολστόι σε νουβέλες ή διηγήματα.

 

Τα λαϊκά και οικογενειακά περιοδικά στην Ελλάδα διέθεταν από πολύ παλιά λογοτεχνικές σελίδες, είτε παρουσιάζοντας (αυτοτελώς ή σε συνέχειες) πρωτότυπα έργα, είτε μεταφρασμένα, διασκευασμένα και συντομευμένα. Υπήρχε αυτή η ανάγκη τού αναγνωστικού κοινού, κάποιοι εκδότες και αρχισυντάκτες την αντιλήφθηκαν εγκαίρως και προχώρησαν σε ρηξικέλευθες αποφάσεις. Έτσι, τελικά, θα πρέπει να το πούμε.

 

Το περιοδικό ΦΑΝΤΑΖΙΟ υπήρξε στην πιο καλή εποχή του, τέλη του '60-αρχές '70, ένα από πιο σημαντικά οικογενειακά περιοδικά που τυπώθηκαν ποτέ στην Ελλάδα. Χωρίς πολιτικά θέματα, με ελαφρά κοινωνικά, με πλήρες καλλιτεχνικό ρεπορτάζ (για θέατρο, κινηματογράφο, μουσική, κλαμπ, πίστες κ.λπ.), με μυθιστορήματα, διηγήματα και φωτορομάντζα, με μόδα, βεβαίως με αθλητικά, ωροσκόπια κ.λπ. Κυκλοφορούσε, δε, κάθε βδομάδα και είχε συνήθως 100 σελίδες. Αρκετές απ' αυτές τις σελίδες κατελάμβανε η λογοτεχνία... ροζ ή άλλη.

 

Το πρώτο τεύχος βγήκε στις 6 Μαρτίου 1969, υπό την καθοδήγηση του Ε.Χ. Τερζόπουλου (που διηύθυνε και τη ΓΥΝΑΙΚΑ την ίδιαν εποχή) και από την αρχή υπήρχε η πρόνοια να δοθεί βάρος και στη λογοτεχνία.

 

Η εποχή ήταν αυτή που ξέρουμε όλοι. Υπήρχε δικτατορία. Ο Τερζόπουλος ήταν παλιός αριστερός (ήταν αυτός που είχε γράψει και σχεδιάσει το κόμικ Τάκης ο Κουκουές στον Ριζοσπάστη, το 1946-47), ενώ και ο διευθυντής σύνταξης τού ΦΑΝΤΑΖΙΟ, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, έγραφε σε κεντροαριστερά έντυπα και εφημερίδες, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν κλείσει επί δικτατορίας.

 

Το οικονομικό πρόβλημα, για τους αριστερούς λογοτέχνες, ποιητές, δημοσιογράφους κ.λπ., όσοι από 'κείνους τέλος πάντων δεν είχαν φυλακισθεί ή εξοριστεί και που έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιβιώσουν, ήταν τεράστιο. Στη δύσκολη εκείνη θέση είχε βρεθεί και ο σπουδαίος ποιητής και στιχουργός τού ελληνικού τραγουδιού Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988).

 

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης διασκευάζει Ρώσους κλασικούς συγγραφείς για το Φαντάζιο, επί δικτατορίας
Ο Τάσος Λειβαδίτης εξόριστος στον Άη Στράτη, το 1951 (Φωτογραφία: Αρχείο Τάσου Λειβαδίτη)

 

Ο Λειβαδίτης ήταν βεβαίως αριστερός. Προδικτατορικά είχε φυλακιστεί και εξοριστεί σε Λήμνο, Μακρόνησο, Άη Στράτη και Αθήνα, ήταν αναγνωρισμένος ποιητής, με σημαντικά βιβλία (Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, Οι τελευταίοι κ.λπ.), περίφημος στιχουργός («Μάνα μου και Παναγιά», «Δραπετσώνα», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Σαββατόβραδο» κ.λπ.), συν-σεναριογράφος στην ταινία Συνοικία το Όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη και Θρίαμβος (1962) των Αλέκου Αλεξανδράκη-Αρ. Καρύδη-Fucs, δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα Αυγή και στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, οπότε με το που γίνεται το πραξικόπημα, τον Απρίλιο του '67, ο ίδιος καταλήγει άνεργος. Με άλλα λόγια υπήρχε σοβαρό θέμα επιβίωσης. Γράφει ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος στον πρόλογο τού βιβλίου, που μας απασχολεί:

 

«Έτσι κάπως εμφανίστηκε στα γραφεία του ΦΑΝΤΑΖΙΟ, Ερμού 8, 4ος όροφος, ο Τάσος Λειβαδίτης, στην αρχή του 1969, για εξωτερική συνεργασία. Τον έβλεπα για πρώτη φορά, ήταν άλλωστε μεγαλύτερός μου κατά δεκατέσσερα χρόνια.(...) Είχε ανάγκη να δουλέψει, αλλά δεν ήταν σίγουρος για το τι θα μπορούσε να γράψει σ' ένα νεανικό περιοδικό».

 

Και κάπως έτσι έπεσε η ιδέα από τον Γ. Μπακογιαννόπουλο, να ασχοληθεί ο Τ. Λειβαδίτης με τις συντομευμένες διασκευές κλασικών αναγνωσμάτων, που θα αναπτύσσονταν κάτω από τον τίτλο «Ο έρωτας και το πάθος στ' αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

 

Πώς θα υπογράφονταν, όμως, όλα αυτά; Με ποιο όνομα; Ως «Τάσος Λειβαδίτης» δεν θα μπορούσε να συμβεί για διαφόρους λόγους, αλλά κυρίως για λόγους πολιτικούς. Το όνομα ενός αριστερού, σ' ένα τόσο δημοφιλές περιοδικό, «έκαιγε». Πέρα από τα προβλήματα, που θα δημιουργούσε στον ίδιο τον Τ. Λειβαδίτη, θα υπήρχαν και συνολικότερα θέματα για την έκδοση. Οπότε θα έπρεπε να βρεθεί ένα ψευδώνυμο – και βρέθηκε το... Α. Ρόκος.

 

Σκεφθείτε πόσο σκληρά ήταν τα πράγματα γι' αυτούς τους ανθρώπους, εκείνη την περίοδο, όταν θα έπρεπε να επιβιώνουν, δίχως να φαίνονται πουθενά. Σαν να ήταν αόρατοι.

 

Ο Τάσος Λειβαδίτης, την ίδιαν εποχή, γράφει τους στίχους για το πασίγνωστο και εξαιρετικό «Μοιρολόι» («Ήλιε φονιά πώς άφησες να γίνει το κακό / σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό / Παρασκευή Μεγάλη σταυρώσαν το Χριστό») από την ταινία «Ο Αστραπόγιαννος» (1970) του Νίκου Τζήμα, αλλά το όνομά του δεν φαίνεται πουθενά – ούτε στους τίτλους της ταινίας, ούτε στο 45άρι που κυκλοφόρησε από την MINOS (με την Καίτη Αμπάβη), το 1971. Το τραγούδι φαινόταν σαν να το είχε γράψει (και στους στίχους) ο Μίμης Πλέσσας. Το όνομα του Τάσου Λειβαδίτη θα αναγραφόταν σε δίσκο, δίπλα στο τραγούδι, μόλις στην δεκαετία του '80 (με παρέμβαση τού ίδιου τού συνθέτη του).

 

Αυτή η τρομακτική κατάσταση, που βίωνε τότε ο ποιητής, περιγράφεται εναργέστατα στο ποίημά του «Χοιροστάσιο», από την συλλογή τού 1972 «Νυχτερινός Επισκέπτης».

 

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης διασκευάζει Ρώσους κλασικούς συγγραφείς για το Φαντάζιο, επί δικτατορίας
Η στήλη του Α. Ρόκου (Τάσος Λειβαδίτης) «Ο έρωτας και το πάθος στ’ αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας» στο Φαντάζιο – Πιέρ Μπενουά «Η Ατλαντίς»

 

Χοιροστάσιο

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.

Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ' όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

Ο Λειβαδίτης δεν ασχολήθηκε μόνο με Ρώσους συγγραφείς στο ΦΑΝΤΑΖΙΟ, αλλά και με πολλούς άλλους (Ζολά, Γκαίτε, Σαίξπηρ, Ντίκενς, Μοράβια, Χένρυ Τζαίημς...). Η πρώτη ύλη ήταν οι ήδη υπάρχουσες ελληνικές μεταφράσεις, τις οποίες ο Λειβαδίτης, ως Α. Ρόκος πάντα, τις αναμόρφωνε, παρουσιάζοντας «εκτεταμένες περιλήψεις» των ολοκληρωμένων έργων.

 

Στον συγκεκριμένο τόμο του Μετρονόμου –Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς, Ντοστογιέφσκι / Τολστόι / Παστερνάκ / Λέρμοντοφ: Συνοπτική απόδοση των αριστουργημάτων τουςαπό τον Τάσο Λειβαδίτη– καταγράφονται οι: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι (Αδελφοί Καραμάζοφ, Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι, Ο Σωσίας, Ο Παίκτης, Έγκλημα και Τιμωρία), Λέον Τολστόι (Η Ανάσταση, Άννα Καρένινα, Και οι Ταπεινοί Αγαπούν), Μπορίς Παστερνάκ (Δόκτωρ Ζιβάγκο) και Μιχαήλ Λέρμοντοφ (Εραστές μιας Νύχτας).

 

Δεν ξέρουμε αν ήταν ευρύτερα γνωστό από παλιά πως πίσω από το... Α. Ρόκος κρυβόταν ο Τάσος Λειβαδίτης. Σίγουρα κάποιοι το ήξεραν από νωρίς αυτό, ενώ είναι και γραμμένο, τουλάχιστον από την δεκαετία του '80 (στο περιοδικό Διαβάζω π.χ.). Όμως κάποια στιγμή τούτο θα γίνει γνωστό σε πολλούς, όταν ο Θανάσης Θ. Νιάρχος θα μαζέψει αυτό το υλικό, πείθοντας πως άξιζε να επισυμβεί μιαν έκδοση. Έγινε η πρώτη το 2008, και ξαναγίνεται σήμερα μια δεύτερη.

 

Όποιος νομίζει πως η δουλειά του Τάσου Λειβαδίτη ήταν της σειράς, κάτι εύκολο τέλος πάντων και ανώδυνο, πλανάται πλάνην οικτράν. Μόνο και μόνο ότι καλείσαι να αναμετρηθείς με τοιούτα πανανθρώπινα (λογοτεχνικά) αριστουργήματα, φέρνοντάς τα σε μια μορφή ικανή να απορροφηθεί, σε λίγα τεύχη, από ένα οικογενειακό περιοδικό, είναι αρκετό για να σε παραλύσει. Γράφει, σχετικά, ο Θανάσης Θ. Νιάρχος:

 

«Δεν συνοψίζονται τα αριστουργήματα όση δουλειά κι αν καταβάλλει κανείς ή όσες φορές και αν τα έχει διαβάσει και ξαναδιαβάσει. Μόνον όταν περπατάει ο ίδιος, μυστικά, πάνω στις μεγάλες αρτηρίες, που χαράξανε οι "συνοψισμένοι" δημιουργοί, μπορεί να έχει το αποτέλεσμα που πραγματοποίησε ο Τάσος Λειβαδίτης. Να συνοψίζεις ένα μυθιστόρημα και να μην χάνεται για τον αναγνώστη (αντίθετα, να παραμένει διαυγέστατη) η ποιότητα των σχέσεων ανάμεσα στους ήρωες του(...)».

 

Ο σημαντικότατος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, άνθρωπος με βαθιά επίγνωση του δημοσιογραφικού καθήκοντος, συν τοις άλλοις, έπραξε το ακατόρθωτο. Αυτό το ακατόρθωτο είναι κλεισμένο στις 413 σελίδες τούτου του ιδιαίτερου βιβλίου.