ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ 2015 | Μια ειλικρινής συνομιλία με τον συγγραφέα Δημήτρη Νόλλα

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ 2015 | Μια ειλικρινής συνομιλία με τον συγγραφέα Δημήτρη Νόλλα Facebook Twitter
0

Τα βιβλία του Δημήτρη Νόλλα - ακόμα και τα πολύ διαβαστερά, όπως για παράδειγμα "Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε" ή τα διηγήματα της συλλογής "Στον τόπο"- δεν είναι απ' αυτά που θρονιάζονται στις λίστες των μπεστ-σέλερ. Οι ιστορίες του, σύντομες και πλημμυρισμένες από εικόνες, είναι πυκνές, ελλειπτικές, σχεδόν δύστροπες. Ενα μπερδεμένο κουβάρι είναι η ζωή μας, σαν να λέει ο ίδιος, δεν γίνεται να το ξετυλίξω διαφορετικά. Οι ήρωες του, πρόσφυγες, μετανάστες, αυτοεξόριστοι, άλλοι χαμένα κορμιά κι άλλοι γεμάτοι φιλοδοξίες ακόμη, διασταυρώνονται σε αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομους και βαγόνια, σε ερημωμένα πανδοχεία ή σε ημιυπόγεια μπαρ, αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, με φαντάσματα του παρελθόντος, με τα τέρατα που γεννά η Ευρώπη, και, κυρίως, με τα ψέμματα που είπαμε εδώ, μεταξύ μας, χτίζοντας μεταπολεμικά τη χώρα μας.

Συγγραφέας που δυσφορεί μ' όσους ακκίζονται αυτοβιογραφούμενοι, ο Νόλλας, εδώ και σαράντα χρόνια, απολαμβάνει να ζεί παράλληλες ζωές γράφοντας για μάλλον ενοχλητικά θέματα: για τη βία, την τρομοκρατία, την ξενοφοβία, την απληστία, τη λαμογιά, για το να γλύφεις εκεί που έφτυνες, για το να κάθεσαι στ' αυγά σου όταν ο κόσμος καίγεται, για το αίτημα της αγάπης και της συντροφικότητας σε εποχές άκρατου ατομικισμού. Κι ενώ ουδέποτε διευρύνθηκε θεαματικά ο κύκλος των αναγνωστών του, οι διακρίσεις στο βιογραφικό του συσσωρεύονται. Υπότροφος στα νιάτα του του Ιδρύματος Φορντ και του διεθνούς προγράμματος για συγγραφείς του Πανεπιστημίου της Άιοβα, ως τα 55 του ο Νόλλας είχε ήδη τιμηθεί με δύο κρατικά βραβεία -διηγήματος και μυθιστορήματος- για το "Τρυφερό δέρμα" (1983) και για τον "Τύμβο κοντά στη θάλασσα" (1993) αντίστοιχα. Ακολούθησε εκείνο του "Διαβάζω" για τη συλλογή "Θολά τζάμια" (1996) και πριν λίγες απέσπασε ένα κρατικό βραβείο μυθιστορήματος ακόμη για "Το ταξίδι στην Ελλάδα" (εκδ. Ικαρος).

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ 2015 | Μια ειλικρινής συνομιλία με τον συγγραφέα Δημήτρη Νόλλα Facebook Twitter
Με τον Μένη Κουμανταρέα, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1992

Κουβαλώ κι εγώ το φορτίο που μου αναλογεί, αλλά δεν είναι ασήκωτο. Το να μην ξαστόχησες ποτέ στη ζωή σου, να μην έχεις εισπράξει απορρίψεις και αποτυχίες, μου φαίνεται σαν ζωή που δεν την έζησες.

Σ' αυτό το πιο πρόσφατο έργο του, δίνει ένα ψηφιδωτό καταστάσεων και νοοτροπιών απ' όπου πηγάζουν πολλά δεινά μας, με πρόσχημα το ταξίδι-αστραπή στην πατρίδα, εν έτει 1963, ενός αιώνιου φοιτητή, ξενιτεμένου στο Μόναχο. Η εικόνα της Ελλάδας, όπως θα την εισπράξει ο τελευταίος, θα' ναι στον αντίποδα της εξευγενισμένης εικόνας που κουβαλούσε ως τότε μέσα του. Οσα θα δεί και όσα θ' αφουγκραστεί, όμως, θα τον κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο τόπος του έλαχε, μ' αυτόν είναι καταδικασμένος να συμφιλιωθεί... Του Δημήτρη Νόλλα του έλαχε να γεννηθεί το 1940 σ' ένα χωριό έξω από τη Δράμα όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία ο πατέρας του- κανονικά θα έπρεπε να γεννηθεί στα Γιάννενα. Τρία χρόνια μετά, εκτοπισμένη από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής, η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Αθήνα, πόλη που παραμένει και δική του βάση μέχρι σήμερα. Οι σπουδές του -νομικά εδώ και κοινωνιολογία στην Φρανκφούρτη- δεν ευδοκίμησαν. Πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας έζησε κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και, από καθαρή κινηματογραφοφιλία, στράφηκε επαγγελματικά προς το σινεμά. Παροδικά, όπως αποδείχτηκε. Μπορεί να συμμετείχε αργότερα σε διάφορες ταινίες ως σεναριογράφος, αλλά με τη λογοτεχνία τελικά ήταν που ταυτίστηκε. Ο ίδιος δείχνει αμήχανος όταν τον αντιμετωπίζουν ως έναν από τους πιο καταξιωμένους σύγχρονους Ελληνες πεζογράφους κι είναι ικανός να σκάσει στα γέλια έτσι και τον χαρακτηρίσει κανείς σεβάσμιο.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ 2015 | Μια ειλικρινής συνομιλία με τον συγγραφέα Δημήτρη Νόλλα Facebook Twitter
Ο συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας παραλαμβάνει το βραβείο μυθιστορήματος. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Kύριε Νόλλα, η εντύπωση που δίνετε προς τα έξω είναι ενός ανθρώπου ψύχραιμου, μειλίχιου. Πόσο ακριβής είναι αυτή η εικόνα; Τι σας κάνει να βγαίνετε από τα ρούχα σας;

Μειλίχιος δεν μπορεί να είμαι κι ούτε υπήρξα ποτέ μου, είναι πολλά αυτά με τα οποία ενοχλούμαι. Προσπαθώ όμως να ανέχομαι τους πάντες με αγάπη, χωρίς να τους αφήνω να μου επιβάλλουν την άποψή τους. Αυτό είναι που με κάνει να παραμένω ψύχραιμος και πάντα μέσα στα ρούχα μου. Επειδή δεν βρίσκομαι ανάμεσά στους ανθρώπους για να τους νικήσω, γεννήθηκα για να ζήσω μαζί τους. Εντάξει, στον καιρό μου συγκρούστηκα κι εγώ, αλλά ήμουν νέος και μου το επέτρεπαν οι πλάτες μου. Στη τωρινή μου ηλικία, όμως, ένας υστερικός ηλικιωμένος που βρίζει και συμπλέκεται, θα ήταν ένα αισχρό θέαμα. Εάν μάλιστα επρόκειτο και για σημαντικό πνευματικό ζήτημα, τότε θα ήταν τάξεως τηλεοπτικής κωμωδίας!

Κοιτάζοντας αναδρομικά τη λογοτεχνική πορεία σας, νιώθετε πληρότητα ή διακρίνετε κάποια χαμένα στοιχήματα που εξακολουθούν να σας βασανίζουν;

Κουβαλώ κι εγώ το φορτίο που μου αναλογεί, αλλά δεν είναι ασήκωτο. Το να μην ξαστόχησες ποτέ στη ζωή σου, να μην έχεις εισπράξει απορρίψεις και αποτυχίες, μου φαίνεται σαν ζωή που δεν την έζησες.

Ήσασταν από τα παιδιά που κάθονται ήσυχα ή από εκείνα που κάνουν τρέλλες;

Ήμουν άτακτος και μάλλον κακός μαθητής.

Ποιά από τα νεανικά σας βιώματα θεωρείτε ότι στάθηκαν καθοριστικά για τη διαμόρφωσή σας;

Το παιχνίδι. Tα παιδικά αναγνώσματα στην αρχή, και τα εφηβικά αργότερα: η Δέλτα και ο Ντοστογιέφσκι αποτελούσαν για καιρό ένα αδιαίρετο πνευματικό δίδυμο και οδηγό ουσιαστικής ζωής. Μαζί με τα μαθήματα κατήχησης, που πήρα στην εκκλησία εγκαίρως.

Στο αρχικό στάδιο γράφω και στο γόνατο ή στο πίσω μέρος των εισιτηρίων, των ΚΤΕΛ κυρίως, γιατί σ' αυτά των αστικών μέσων, δεν χωράνε ούτε ένα SOS να γράψεις και να προλάβεις να το δείξεις στον διπλανό σου, πριν πέσεις ξερός δίπλα του, σ' ένα βαγόνι του μετρό.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανατραφήκατε είχε σχέση με τα γράμματα και γενικότερα με τις τέχνες;

Όχι, αλλά γνώριζαν την αξία τους.

  

Ξεκινήσατε ως κινηματογραφιστής αλλά στην πορεία αλλάξατε ρότα. Γιατί η λογοτεχνία στάθηκε πιο ελκυστική από το σινεμά;

Μα γιατί η κινούμενη και ομιλούσα εικόνα αφήνει ελάχιστο χώρο στη ανθρώπινη φαντασία, καθοδηγώντας την. Πηγαίνεις όπου σε πηγαίνει κι έτσι διαμορφώνει υποταγμένους ανθρώπους. Ενώ οι λέξεις, η λογοτεχνία, είναι σαν εκείνο το ξεχασμένο κουτί στο πίσω σκοτεινό δωμάτιο, όπου εντός του υπάρχει ένας θησαυρός άχρηστων πραγμάτων: από κουμπιά και νομίσματα χωρίς αξία να θυμίζουν περιδιαβάσεις σε ξένους τόπους, χαρτάκια με συνθηματικά νούμερα και τηλέφωνα, ένα σκουλαρίκι με χαλασμένο κλιπ, ένα λέγκο κι ένα σκαθάρι με βγαλμένες ρόδες, ένα γραμματόσημο των νησιών Φίτζι κι ένα μολυβένιο στρατιωτάκι με ακόμη ζωντανά χρώματα στη στολή του, όπως κι ένα χιλιοδιπλωμένο κατοχικό χαρτονόμισμα του 1.000.000.000 δραχμών -μα, τι μπορεί να ψώνιζαν οι άνθρωποι με ένα δισεκατομύριο δραχμές εκείνα τα χρόνια;. Κι όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα πυροδοτούν εικόνες και σκέψεις που πετούν, φεύγουν απ' αυτό το κουτί της απόλυτης μαγείας, πηγαινοέρχονται σαν ξωτικά και φωτίζουν τη σκοτεινή γωνιά του δωματίου, μετατρέποντάς την σε ό,τι ο καθένας μας φαντάζεται.

Αυτή είναι η δύναμη της λογοτεχνίας και γι' αυτό απεχθανόμαστε τις κινηματογραφικές μεταφορές των σπουδαίων λογοτεχνικών έργων, που όλοι μας έχουμε διαβάσει κι έχουμε λατρέψει. Επειδή διαψεύδουν την εικόνα που είχαμε πλάσει κατά την ανάγνωση. Γιατί όταν τα διαβάζουμε, εκείνη την ίδια στιγμή εμείς οι ίδιοι πλάθουμε το πρόσωπο της Λάρα. Γίνεται η δικιά μας ερωτευμένη μυθιστορηματική γυναίκα, χωρίς να 'χουμε προδώσει ή σβήσει ούτε μια λέξη απ' την περιγραφή του Παστερνάκ, η οποία θα ανήκει πάντα στον Παστερνάκ και θα ισχύει στον αιώνα, για να ζωντανεύει και των ακόμη αγένητων αναγνωστών το δικό τους όραμα, την δικιά τους ξεχωριστή οπτασία. Δεν υπάρχει πιο ακραία ελεύθερο άτομο από έναν αναγνώστη. Έναν καλλιεργημένο, εννοείται. Αν και, ακόμη κι ένας οποισδήποτε άνθρωπος θα μπορούσε να απολαύσει αυτή την ελευθερία, στο πλαίσιο της προσωπικής του ευαισθησίας και των γνώσέων του.

Με την εξαίρεση κάποιων χρόνων που εργαστήκατε στο χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης, δεν ασκήσατε άλλη υπαλληλική δουλειά. Πόσο αγχωτικό υπήρξε για σας το θέμα της επιβίωσης;

Είμαι περήφανος που κατάφερα να εργαστώ σαν υπάλληλος ελάχιστα χρόνια. Απεχθανόμουν πάντα το όνειρο του "μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει" και δεν το επεδίωξα ποτέ μου, γιατί ήξερα πως σε τέτοια συνθήκη μονιμότητας είναι που η ζωή γίνεται αφόρητη. Το κατάφερα επίσης, φροντίζοντας να μην αυξάνω διαρκώς τις πλαστές υλικές ανάγκες που μας πολιορκούν όλους και κυρίως τα παιδιά μας. Δόξα τω Θεώ το μπλοκάκι του ελεύθερου επαγγελματία μου έδινε το απαραίτητο οξυγόνο ανεξαρτησίας, όπως και την συνείδηση για την αξία των έργων μου, την όποια αξία τους. Βεβαίως, η γυναίκα μου, η οποία με αγαπά και ανέχεται την ανικανότητά μου στην οικονομική διαχείριση της καθημερινής ζωής για πάνω από 40 χρόνια, φρόντιζε το σπίτι μας όλο αυτό το διάστημα, διευκολύνοντάς με σε όλες τις παραπάνω επιλογές μου. Και της το χρωστώ.

Μπορείτε να γράφετε παντού ή προτιμάτε ησυχαστήρια όπως οι λογοτεχνικοί ξενώνες;

Γράφω πάνω σε σταθερή επιφάνεια και όποτε μου κάνει κέφι. Στο αρχικό στάδιο γράφω και στο γόνατο ή στο πίσω μέρος των εισιτηρίων, των ΚΤΕΛ κυρίως, γιατί σ' αυτά των αστικών μέσων, δεν χωράνε ούτε ένα SOS να γράψεις και να προλάβεις να το δείξεις στον διπλανό σου, πριν πέσεις ξερός δίπλα του, σ' ένα βαγόνι του μετρό. Ησυχαστήριο είναι το σπίτι μου και σ' έναν λογοτεχνικό ξενώνα θα πήγαινα για να αποδράσω και όχι για να γράψω.

Στην προμετωπίδα του τελευταίου σας μυθιστορήματος σημειώνετε: «γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο». Ποιές θα λέγατε ότι είναι οι βασικές συγγραφικές εμμονές σας;

Το παράλογο στη ζωή μας και η ζωή μας μέσα σ' αυτό. Η προδοσία και ο τρόπος που βιώνεται, όχι απ' τον προδότη, αλλά από τον προδομένο που δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τον εγκατέλειψαν και περιμένει να πεθάνει απ' αυτό.

Το πρώτο σας βιβλίο, «Η νεράιδα της Αθήνας», θεωρήθηκε ως ένα εγχώριο καταστασιακό μανιφέστο. Τα τελευταία σας έργα, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πιο συντηρητικά από πολιτική άποψη. Υπήρξαν πολλά σκαμπανευάσματα στην ιδεολογική διαδρομή σας; Ποιές ήταν οι μεγαλύτερες διαψεύσεις και ποιά σας στοίχισε περισσότερο;

Νομίζω το υπαινίχθηκα ήδη: απ' όταν κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι μια διαρκής εξέλιξη προς το καλύτερο και πως όλα επιστρέφουν ξανά και πως ό,τι έγινε θα ξαναγίνει, τα περιθώρια των διαψεύσεων δεν έχουν σημασία. Η ζωή, πάντα ρευστή, πάλλουσα και ζέουσα, έχει τον τρόπο της να δείχνει σε όποιον θέλει να δει, ποιά είναι τα αγκωνάρια της οικοδομής, ποια είναι η πέτρα πάνω στην οποία μπορούμε να στήσουμε το σπίτι μας έτσι ώστε σκαμπανευάσματα, πλημμύρες, κρίσεις και θύελλες να μην θίγουν τον πυρήνα του. Μπορεί να ξηλώσουν κανα κομμάτι της στέγης ή κανα παντζούρι, η εστία όμως θα παραμένει στέρεα κι η πυροστιά ζωντανή.

Το καινούργιο είναι καλοδεχούμενο, αν δεν θέλουμε το παλιό να σαπίσει, δηλητηριάζοντας το σύμπαν. Ελπίδα επίσης δίνει πως, για την ώρα, ο στόχος των αρχόντων - όπως όλων των αρχόντων όπου γης και όποιου χρώματος - είναι το πορτοφόλι μας. Μέχρις εδώ, άριστα.

Ένα από τα μετωπικά θέματα στο «Ταξίδι στην Ελλάδα" είναι ο εμφύλιος. Εσείς ήσασταν παιδί όταν ξέσπασε. Υπάρχουν κάποιες αναμνήσεις από τότε που διατηρούνται πολύ ζωντανές μέσα σας;

Αυτή η αίσθηση σαν πνιγηρή κουφόβραση πάνω στο δέρμα, όπως διανυκτέρευση κοντά σε στάσιμα νερά, αυτή η αίσθηση πως όλοι εχθρεύονταν όλους... Κανένας δεν ήθελε να αντικρύσει κατά πρόσωπο τον άλλον με την διαφορετική άποψη. Τα κεφάλια ξεχείλιζαν από ιδέες και μόνον ιδέες και ξανά ιδέες, γι' αυτό και ο αποκλεισμός του άλλου, αν δεν μπορούσες να τον αφανίσεις, ήταν σε πρώτη ζήτηση. Και μια καθημερινότητα με στερήσεις, στενά, μετρημένα τα πάντα. Και η εικόνα του πατέρα μου να επιστρέφει στο σπίτι απογοητευμένο ράκος από τις άκαρπες προσπάθειες να πετύχει αναστολές ποινών και απελευθερώσεις εξορίστων συγγενών και συγχωριανών του. Κι όμως βγήκαμε ζωντανοί, για άλλη μια φορά στην Ιστορία μας, πληγωμένοι αλλά σώοι. Το συνειδητοποίησα στην εφηβεία μου και έκτοτε ένιωσα μια δύναμη να με συντροφεύει μέχρι σήμερα, έτσι ώστε στις πρώτες γκρίνιες και τα κλάματα για την σημερινή κρίση, μπόρεσα να σκεφτώ "σιγά το πράμα". Όταν βεβαίως το σχόλιο αυτό δεν αρκέστηκα να το σκεφτώ αλλά το εκστόμισα σε μια συζήτηση, ένας απ' τους συνομιλητές μου με αποκάλεσε "αναίσθητο". Τότε εγώ, με υψηλόν παλμόν καρδίας, ξανασκέφτηκα "τι μου θυμίζει αυτό, τι μου θυμίζει;" Μα, τον εμφύλιο μου θύμιζε...

Κάθε βιβλίο, λέμε, έχει την ιστορία του. Μέσα σε τι συνθήκες προέκυψε «Το ταξίδι...»; Ποιά στοιχεία από την περιρρέουσα πραγματικότητα το πυροδότησαν; Ηταν ο δικός σας καρπός της κρίσης;

Δεν υπήρχε κάποιος πυρήνας ιστορίας στην αρχή. Το είχα μάλλον συλλάβει σαν ένα σκηνικό από ημερομηνίες-οδόσημα της σύγχρονης ελληνικής περιπέτειας που με έθελγε. 1943: το ναζιστικό τέρας έχει αρχίσει να ψυχορραγεί, κι εμείς που έχουμε συμβάλει στην ήττα του, το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι ν' αρχίσουμε να σφαζόμαστε. 1963: "Νεότης νεότης, ωραία που είναι τα μαλλιά σου" και οι βαθειές ανάσες "γουστάρω πλούσια κι ελεύθερη ζωή" της δεκαετίας του ΄60, που μια στρατιωτική δικτατορία ήρθε να τις θάψει. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές "Το ταξίδι στην Ελλάδα". Αν και η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι ακριβώς πως προέκυψαν όλα αυτά τα πρόσωπα που κυκλοφορούν εκεί μέσα.

Τι από όσα πιάνουν οι κεραίες σας μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τι σας προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία και τι σας δίνει, αν σας δίνει, ελπίδα;

Σίγουρα δεν είμαι μειλίχιος, όπως υποθέσατε στην αρχή, στο συγκεκριμένο ζήτημα όμως είμαι απολύτως ψύχραιμος! Αυτό που δίνει ελπίδα είναι η ανακατωσούρα που έφερε στο γκρίζο και καθωσπρέπει περιβάλλον μας το καινούργιο και άμαθο στα δύσκολα παιδί. Όμως το καινούργιο είναι καλοδεχούμενο, αν δεν θέλουμε το παλιό να σαπίσει, δηλητηριάζοντας το σύμπαν. Ελπίδα επίσης δίνει πως, για την ώρα, ο στόχος των αρχόντων - όπως όλων των αρχόντων όπου γης και όποιου χρώματος - είναι το πορτοφόλι μας. Μέχρις εδώ, άριστα. Κι ο ίδιος ο Αρχικακόπουλος να είχε εκλεγεί να κυβερνήσει τη χώρα θα έπρεπε να πληρώνουμε τον προσωπικό μας λογαριασμό. Εφ' όσον μπορούμε, έχουμε χρέος να τον πληρώνουμε. Προσωπικά, ξέρετε, έχω επιλέξει την συνειδητή "εθελοδουλεία", όπως θα'λεγε κι εκείνος ο υπουργός, ανήκω δηλαδή στη συμμορία εκείνων που "αποδίδουν τα του καίσαρος τω καίσαρι...", για να μπορεί ο καθένας μας να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και να μην μπερδευόμαστε.

Σήμερα είστε στη Σκόπελο, προχθές στο Μπρνο, αύριο στην Τιφλίδα. Δεν σας χωράει ο τόπος; Από πού πηγάζει αυτή η ανάγκη της διαρκούς περιπλάνησης; Κι, όμως, πάντα εδώ επιστρέφετε κι όλο για τον τόπο μας γράφετε. Τι συμβαίνει ακριβώς;

Δεν ξέρω. Μπορεί να είναι ασκήσεις, κάτι σαν πρόβα της μεγάλης και τελικής αναχώρησης. Αν και δεν εξηγούνται τα πάντα στη ζωή μας, κυρία Παπασπύρου. Είναι και πράγματα που απλώς συμβαίνουν. Ας τ' αφήσουμε να γίνονται, κάτι μπορεί να θέλουν να μας πουν που δεν το 'χουμε ακόμη συλλάβει!

Μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να μην ξαναγυρίσετε; Υπήρξαν πράγματα που ζηλέψατε στο εξωτερικό- στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, οπουδήποτε - κι εδώ σας λείπουν;

Ποτέ δεν διανοήθηκα να μην επιστρέψω. Συχνά σκέφτομαι πως φεύγουμε για να απολαμβάνουμε τη χαρά της επιστροφής. Αυτά που μου λείπουν δεν υπάρχει τόπος, εκτός απ' τον δικό μου, που να μπορεί να μου τα προσφέρει.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ