Πριν διαβάσω το ομώνυμο βιβλίο του Καρέρ (το φθινόπωρο του 2011, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία), η λέξη «Λιμόνοφ» δεν ήταν ακόμα για μένα το σύμβολο της free jazz, ντεσπεράντο, πανκ μυθιστορηματικής περιπέτειας που είναι σήμερα. Στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι, μου ήταν μόνο γνώριμη ως το τυχαίο κομμάτι ενός μεγαλύτερου και πολύ μυστηριώδους παζλ, ενός λογοτεχνικού και ιστορικοπολιτικού γρίφου που όσο τον σκάλιζα, πιστεύοντας ότι τον λύνω, τόσο κατέβαινα στα σκοτεινά βάθη του γαλλικού Μεταπολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια σωρούς από αντιφάσεις και παραδοξότητες που τσάκιζαν διαγώνια όλες μου τις τετράγωνες, υποτίθεται, κατηγορίες: αριστερά, δεξιά, αντίδραση, πρόοδος, Δυτικό και Ανατολικό Μπλοκ, διανόηση, δημοκρατία, εξουσία.

 

Πρέπει κάποιος να μου ’χε φέρει έναν πάκο παλιά λογοτεχνικά περιοδικά, εκεί γύρω στο ’99-2000 που ο Πόλανικ και ο Έλις γενικά δεν αρκούσαν και είχα αρχίσει να διαβάζω Σελίν και Μπερνανός, καθώς και φιγούρες πιο σπάνιες, όπως ο Μορίς Σακς, λέγοντάς μου ότι πρέπει οπωσδήποτε να μελετήσω –ναι, αυτό είχε πει, να μελετήσω– ένα συγκεκριμένο έντυπο που έμοιαζε περισσότερο με εφημερίδα του ’30 παρά με περιοδικό ’80s: «L’Idiot ‒ international», (συντομευτικά, «L’Idiot»), ένας τίτλος με δηλωμένη ντοστογιεφσκική αξίωση συν το απαραίτητο συμπλήρωμα γαλλικής πρωτοπορίας (βλ. Opus International κ.λπ.).

 

Και το μελέτησα. Οκτώ μεγάλες σελίδες αδιάκοπου, πύρινου λογοτεχνικού λίβελου. Κείμενα που κατεδάφιζαν τα πάντα, τα αγαπημένα πρόσωπα των Γάλλων (κάποιων Γάλλων), τον Γκενσμπούρ, τον Πρεβέρ, τον Μοντάν, τον Τριφό, τη δημοσιογραφική κάστα, Προέδρους και πρωθυπουργούς, όλο το πολιτισμικό σύμπαν του μιτερανισμού. Και να λένε κάθε φορά αυτό που όντως πρέπει να ειπωθεί, αυτό που γνώριζες διαισθητικά, αλλά ποτέ δεν το φαντάστηκες εκπεφρασμένο. Το βασικό ζήτημα όμως δεν ήταν η επιλογή των θεμάτων, πάντα αιρετική, πάντα συγκρουσιακή, όχι: ήταν το στυλ. Όλα ήταν στο στυλ, στον ρυθμό της γραφής, στη ρυθμική ανατροπή, στο σουίνγκ. Δεν ήξερα καν ότι μπορούσες, ότι γινόταν να γράφεις με ένα ρεαλιστικό «σελινικό» gusto προσαρμοσμένο στο σήμερα (στο τότε), με εκρήξεις, με νάρκες, με φωτεινό παραλήρημα αλά Αρτό, με παύσεις και με ξαφνικές μαχαιριές στο σκοτάδι, κι όλα αυτά στο χαρτί μιας νόμιμης περιοδικής έκδοσης.

 

Έψαξα να μάθω για το «Idiot». Βρήκα ότι είχε κλείσει από το 1994, οριστικά, έπειτα από διαδοχικές αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση (Τζακ Λανγκ, Μπερνάρ Ταπί, κ.ά.). Είχα φτάσει λίγο αργά στη Γαλλία – ο Σηκουάνας δεν ήταν πια καφετής, αλλά ήδη σχεδόν γαλάζιος.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο του Καρέρ, κατάλαβα ότι για καιρό είχα ασχοληθεί με τους λάθος Idiots. Ότι η επικίνδυνη ζωή (και λογοτεχνία) του Λιμόνοφ καθόλου δεν περιοριζόταν στο σικ κεφάλαιο «Παρίσι του ’80», ότι ερχόταν από πολύ πιο μακριά και πήγαινε πολύ πιο πέρα. Κι ότι για κάθε του βήμα σ’ αυτή την ασύλληπτη διαδρομή είχε γράψει κι ένα μεγάλο κείμενο, βουτηγμένο στην κοφτή αμεσότητα και τη σοκαριστική ειλικρίνεια του autofiction.
 

 

Την επόμενη κιόλας ημέρα βρέθηκα στο υπόγειο του θρυλικού Boulinier με τα πάμφθηνα μεταχειρισμένα βιβλία (τώρα πια έκλεισε κι αυτός, γονατισμένος απ’ τον Covid και τη συντονισμένη σαδιστική άνοδο των ενοικίων) και πήρα όσα παλιά τεύχη μπόρεσα να βρω, καμιά δεκαριά, τα οποία και καταβρόχθισα το ίδιο βράδυ.

 

Εκείνο το βράδυ είδα και για πρώτη φορά τις λέξεις «Έντουαρντ Λιμόνοφ». Ένα εξωτικό όνομα ανάμεσα σε δεκάδες άλλα να παρελαύνουν στις σελίδες του «Idiot» ταυτόχρονα, σαν χαρούμενη διονυσιακή πομπή και σύναξη φανατισμένων ιεροεξεταστών. Φανατισμός και λύσσα και στυλ. Πάντα στυλ. Στα ονόματα αυτά συναντούσες από ταλαντούχους ιδεολόγους της «νέας» (άκρας) δεξιάς μέχρι τον Αραμπάλ και τον δικηγόρο του Κάρλος («το Τσακάλι»), περνώντας από εν ενεργεία Λατινοαμερικανούς γκεριγιέρος, αναρχικούς, τον σκιτσογράφο Βιλμέν και τον νεαρό Μισέλ Ουελμπέκ. Ήμασταν ειδοποιημένοι για τον Ουελμπέκ. Με το που έφτανες στο Παρίσι, όλοι σου έλεγαν να διαβάσεις την Επέκταση του πεδίου της πάλης (και αργότερα τα Στοιχειώδη σωματίδια και την Πλατφόρμα, όπου και ξεκινούσε η αγαπημένη –και σταθερά επίκαιρη– συζήτηση για το αν είναι «φασίστας» με ή χωρίς εισαγωγικά), για τον Λιμόνοφ όμως τίποτα. Από τις πένες του «Idiot» τον είχα προσπεράσει, κακώς, κι αυτόν και τον Νεόφ, ίσως γιατί τα ονόματά τους έφερναν σε εμπαθείς εμιγκρέδες ή Πολωνούς έκπτωτους αριστοκράτες, κι έτσι δεν ασχολήθηκα μαζί τους. Tόσα ήξερα.

 

Η λέξη Λιμόνοφ, όμως, ήταν εκεί. Και επανήλθε μια μέρα, πολύ αργότερα, μια νύχτα για την ακρίβεια, που έβλεπα στην τηλεόραση επαναλήψεις παλιών λογοτεχνικών εκπομπών. Εκεί, λοιπόν, εμφανίζεται στη μικρή μου οθόνη αυτό το άτομο, ο «Έντουαρντ Λιμόνοφ, Ρώσος συγγραφέας», με στολή του Κόκκινου Στρατού, τρία αστέρια, συνταγματάρχης, και μπότες μέχρι το γόνατο. Λεπτός, μυώδης, με αλεπουδίσιο βλέμμα και κοντό μαλλί new wave. Στην ερώτηση του παρουσιαστή γιατί ντύθηκε έτσι, αυτός σηκώνει με χάρη την μπότα του και με ένα δανδικό χαμόγελο λέει: «Σας αρέσουν; Είναι απολυταρχικές. Είναι για να πατήσω και να λιώσω τους δημοκράτες». Η εκπομπή ήταν του 1990: η πιο ακατάλληλη στιγμή για την ΕΣΣΔ να λιώσει τον οποιονδήποτε.

 

Ξαναθυμήθηκα τον σαγηνευτικό αέρα «αγκίτ-προπ» του «Idiot» της μεγάλης εποχής και βάλθηκα να αναζητήσω, έστω αργά, τα βιβλία του Λιμόνοφ, αλλά εν έτει 2006 ήταν πια εξαντλημένα και ο ίδιος λησμονημένος στη Γαλλία. Μάλλον τον είχαν λιώσει οι δημοκράτες. Ποιος ήταν ο Λιμόνοφ; Πού βρισκόταν πλέον; Τον έψαξα. Κάτι μαύρα σφυροδρέπανα σε κόκκινους κύκλους, ένα «εθνο-μπολσεβικικό κόμμα» στη Ρωσία, πλάνα διαδηλώσεων, σύλληψη στο Καζακστάν, δυο χρόνια φυλακή... Μάλιστα. Αλλόκοτα πράγματα, ίσως και ενδιαφέροντα, αλλά, απ’ την άλλη, πόσο ενδιαφέροντα; Τον ξαναξέχασα.

 

Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Ο γάμος του Λιμόνοφ με την Έλενα

 

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ  αργότερα οι δημοκράτες μάς είχαν λιώσει όλους. Ο Σαρκοζί έπεφτε, αλλά ο σαρκοζισμός έκανε μεταστάσεις σε όλα τα κόμματα και σε κάθε πολιτική γωνιά της Γαλλίας, Μνημόνιο στην Ελλάδα, Τρόικα, κοινωνική κατάρρευση, καθημερινές κινητοποιήσεις, βία. Ταξιδεύοντας προς Αθήνα, κουβαλάω μαζί μου ένα βιβλίο που μόλις έχει κυκλοφορήσει. Limonov, μια βιογραφία πεντακοσίων σελίδων από τον συγγραφέα Εμανουέλ Καρέρ, που καμία σχέση με την παρέα του «Idiot» δεν είχε ο άνθρωπος, ίσα-ίσα, ένας μάλλον κεντρώος, αφανάτιστος Γάλλος είναι, με ισχυρό λογοτεχνικό ένστικτο όμως και δυνατή πρόζα.

 

Ο ίδιος αποδίδει το ενδιαφέρον του για τον Λιμόνοφ εν μέρει σε μια υποσυνείδητη ζήλια, ένα είδος απωθημένου που δεν υπήρξε ποτέ ένας-από-αυτούς: από την τρομερή συμμορία εκείνης της απαράδεκτης «φαιοκόκκινης φυλλάδας», όχι για τις θέσεις της αλλά για τη γεμάτη πρωτοπορία και ξέφρενο γλέντι και πραγματικό κίνδυνο ζωή που φαινόταν να διάγει. Ναι. Ο κίνδυνος. Είναι πράγματι μια σοβαρή λογοτεχνική συνθήκη.

 

λιμονοφ
Emmanuel Carrère, Λιμόνοφ, Mτφρ.: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Σελ.: 408

Διαβάζοντας το βιβλίο του Καρέρ, που στην ουσία είναι περισσότερο μυθιστόρημα παρά βιογραφία, κατάλαβα ότι για καιρό είχα ασχοληθεί με τους λάθος Idiots. Ότι η επικίνδυνη ζωή (και λογοτεχνία) του Λιμόνοφ καθόλου δεν περιοριζόταν στο σικ κεφάλαιο «Παρίσι του ’80», ότι ερχόταν από πολύ πιο μακριά και πήγαινε πολύ πιο πέρα. Κι ότι για κάθε του βήμα σ’ αυτή την ασύλληπτη διαδρομή είχε γράψει κι ένα μεγάλο κείμενο, βουτηγμένο στην κοφτή αμεσότητα και τη σοκαριστική ειλικρίνεια του autofiction: συνολικά πάνω από σαράντα βιβλία.

 

Η εγκυμοσύνη της μητέρας του συμπίπτει επακριβώς με την πολιορκία του Στάλινγκραντ (Μάιος του ’42 με Φλεβάρη του ’43) και ο Έντουαρντ Βενιαμίνοβιτς Σαβένκο έρχεται στη ζωή τη στιγμή που ο Πάουλους υπογράφει την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Παιδί της νίκης και παιδί του ολέθρου, μεγαλώνει στο βιομηχανικό Χάρκοβο της Ουκρανίας, ανάμεσα σε χαλάσματα που δεν πρέπει να πλησιάσεις γιατί υπάρχουν ακόμη νάρκες, χειροβομβίδες και πτώματα Γερμανών στρατιωτών.

 

Σε έναν μεταπολεμικό κόσμο όπου τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν πατέρα, ο Έντιτσκα έχει την τύχη να βλέπει πού και πού τον δικό του, έναν ταλαντούχο ηλεκτρολόγο μηχανικό, του οποίου η δουλειά (ως στρατιωτικού) στο υπουργείο Εσωτερικών (NKVD) τον γλίτωσε απ’ την πρώτη γραμμή του μετώπου – πράγμα που του προσάπτει συχνά η γυναίκα του. Φιλόδοξη και σκληρή, συγχαίρει όσους χτυπούν τον γιο της και δεν τον παρηγορεί ποτέ, ώστε να γίνει κι αυτός σκληρός, να γίνει άντρας.

 

Ο Έντουαρντ ονειρεύεται ήδη κάτι μακρινό. Περιμένοντας, «θαυμάζει τον πατέρα του. Του αρέσει τα σαββατόβραδα να τον κοιτάζει που γυαλίζει το υπηρεσιακό του περίστροφο, του αρέσει να τον βλέπει να φορά τη στολή του, και πλέει σε πελάγη ευτυχίας όταν ο μπαμπάς τον αφήνει να του κερώνει τις μπότες» (από τη βιογραφία του Καρέρ, στην εξαιρετική ελληνική μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, 2017, εκδ. του Εικοστού Πρώτου). Θα μάθει ότι τα πάντα στη ζωή είναι τελετουργία και κατάλληλος εξοπλισμός – εξοπλισμός που όταν ο πατέρας του φεύγει σε αποστολή, και φεύγει συχνά, «πιάνει τη μισή του βαλίτσα, και που ο γιος του τον ξεπακετάρει, τον ξαναπακετάρει, τον συντηρεί, περιμένοντας την ένδοξη μέρα που θα αποκτήσει τον δικό του». Και θα τον αποκτήσει. Δεν θα είναι εκείνη η στολή που φοράει στο γαλλικό glam-trash τηλεοπτικό πλαίσιο του 1990, αλλά τα δύο μοναδικά πράγματα που δεν απουσιάζουν ποτέ από τις αυτοβιογραφικές του περιγραφές, είτε στη Νέα Υόρκη, είτε στο Παρίσι, είτε στα βουνά του Αλτάι, είτε στη φυλακή, τα δύο στάνταρ: τα βάρη και η γραφομηχανή του.

 

Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Λιμόνοφ και Έλενα
 
 

 

Πάει προς την εφηβεία ακούγοντας καθημερινά ιστορίες απ’ τον πόλεμο, ρουφώντας σαν σφουγγάρι όλες τις λεπτομέρειες που θα τον κάνουν κι αυτόν πολεμιστή. Μέχρι τα δέκα του ξέρει ότι ο Στάλιν είναι θεός, πατέρας, και απ’ τα δώδεκα και μετά ότι ήταν ένας αδίστακτος εγκληματίας. Το μάθημα είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Νίκη και όλεθρος. Ποιος θεός δεν είναι εγκληματίας; Μια Doom Generation πριν την ώρα της, που έλκεται εξίσου από την τάξη και το χάος.

 

Γίνεται μικροκακοποιός, ένας μετα-αποκαλυπτικός «χούλιγκαν» τύπου Κουρδιστό Πορτοκάλι με κλοπές, βανδαλισμούς και ξύλα. Ίσως και βιασμό. «Οι νέοι του φίλοι δεν είναι γιοι αξιωματικών αλλά προλετάριων, και όσοι απ’ αυτούς συμπαθεί δεν θέλουν να γίνουν προλετάριοι, σαν τους γονείς τους, αλλά κακοποιοί». Όταν μπλέκει με μαχαίρια, και το μόνο που τον γλιτώνει απ’ τη βαριά φυλακή, ενδεχομένως τη Σιβηρία, είναι η καλή φήμη του πατέρα του (τον οποίο πλέον θεωρεί λούζερ), κι ύστερα αποπειράται να αυτοκτονήσει, φλέβες, και τον πάνε στο τρελάδικο, καταλαβαίνει ότι έφτασε σε ένα όριο. Μόνο ένα πρώτο, όμως, από πολλά άλλα που πρόκειται να έρθουν. Η Σιβηρία θα περιμένει σαράντα χρόνια.

 

686
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Φεύγει. Γίνεται μποέμ. Συχνάζει σε αντεργκράουντ βιβλιοπωλεία όπου διακινούνται απαγορευμένα γραπτά (τα περίφημα samizdat). Ανακαλύπτει την Αχμάτοβα, την Τσβετάγεβα κι έναν κάποιο Γιόζεφ Μπρόντσκι που θα γίνει το μαύρο του πρόβατο ,γιατί θα τον έχει πάντα δυο βήματα μπροστά του. Αρχίζει να γράφει ποίηση, να προσπαθεί. Και να γράφει καλά.

 

Όμως η ζωή του είναι σκατένια στο Χάρκοβο κι έτσι το ’67 φεύγει για τη Μόσχα. Ο Μπρόντσκι είναι ήδη εκεί, ήδη λατρεμένος από τους εναλλακτικούς κύκλους, καθώς έχει κάνει εξορία, αυτός, κι έτσι ο Έντουαρντ μαθαίνει να μισεί τους εναλλακτικούς κύκλους που λατρεύουν όσους έχουν κάνει εξορία ακόμη περισσότερο και απ’ την εξορία την ίδια. Βγάζει λεφτά ως ράφτης, η ποίησή του δυναμώνει κι άλλο, αρέσει, αλλά όχι όσο χρειάζεται για να ανέλθει (δεν θα «ανέλθει» ποτέ). Ακούει όλο και περισσότερο για τους Ρώσους που αυτομολούν και γίνονται γνωστοί, επιτυχημένοι, ήρωες κάπου στον ήλιο της Δύσης. Γνωρίζει την Έλενα, μια 20χρονη καλλονή από καλή οικογένεια που βγαίνει με έναν «υψηλόβαθμο απαρατσίκ της κουλτούρας» με λευκή Μερσεντές. Γίνεται κρυφά η μούσα του. Είχε ήδη τις επιτυχίες του, αλλά τώρα ερωτεύεται ολοκληρωτικά. Μια νέα ώθηση.

 

«Όλοι είναι ερωτευμένοι μαζί της, αυτή όμως αγαπά εκείνον, και για χάρη του είναι που αποφασίζει εκείνο τον χειμώνα να παρατήσει τον Βίκτορ. Αυτόν παντρεύεται, τον Έντουαρντ, στην εκκλησία. Μ’ αυτόν δέχεται να ζήσει φτωχικά σ’ ένα δωματιάκι. (...) Κέρδισε. Όλος ο κόσμος τον ζηλεύει: ο μικρόκοσμος του “αντεργκράουντ”, που δεν έχει ξαναδεί ποτέ γυναίκα τόσο όμορφη και εκλεπτυσμένη, οι πλούσιοι απ’ τους οποίους ο θρασύς ποιητής με το λευκό τζιν άρπαξε την πριγκίπισσά τους. (...) Αν υπήρχε, περί το 1970, στα πιο γκρίζα της μπρεζνιεφικής γκριζάδας κάτι σαν σοβιετικό “γκλάμουρ”, οι δυο τους ήταν η ενσάρκωσή του. Υπάρχει μια φωτογραφία όπου τον βλέπουμε όρθιο, με μακριά μαλλιά, θριαμβευτή, ντυμένο μ’ αυτό που αποκαλεί “σακάκι εθνικού ήρωα”, και στα πόδια του την Έλενα γυμνή, θεσπέσια, λεπτή, μ’ εκείνα τα μικρά ανάλαφρα και στητά βυζιά που τον τρέλαιναν. Τη φωτογραφία αυτή την κράτησε σ’ όλη του τη ζωή, την κουβαλούσε παντού, την κολλούσε στον τοίχο σαν εικόνισμα, σ’ όλα του τα διαμερίσματα. Είναι το φυλαχτό του. Μαρτυρά πως ό,τι κι αν συμβεί, όσο χαμηλά κι αν πέσει, μια εποχή ήταν αυτός εδώ ο άντρας. Είχε αυτήν εδώ τη γυναίκα». Κι έτσι την πήρε κι έφυγαν για τη Νέα Υόρκη.

 

Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Ο Λιμόνοφ και η Έλενα με τη Λίλια Μπρικ, 1973.

 

Δεν είναι λίγο. Είναι απώλεια ιθαγένειας και μεγάλη πιθανότητα να μη γυρίσεις ποτέ πίσω. Να μην ξαναδείς τη μάνα σου. Όμως η ώθηση της ζωής τούς στέλνει μπροστά, αναντίρρητα, και τώρα πια δεν τους σταματά τίποτα. Εξάλλου, η Έλενα έχει μαζί της συστατικές επιστολές από μια άλλη μάνα, τη Λίλια Μπρικ (την Λίλια Μπρικ), οικογενειακή της φίλη, που επισκέφθηκαν στη Μόσχα μια μέρα πριν φύγουν. Η ρωσική κοινότητα της Νέας Υόρκης τούς περιμένει.

 

λιμονοφ πανκ
Ο Λιμόνοφ στη Νέα Υόρκη το 1977.

Στα πέντε χρόνια που θα μείνει εκεί (1975-1980), ο Έντουαρντ, που τώρα πια θα τον λέμε Λιμόνοφ γιατί επιτέλους έχει αρχίσει να γράφει μυθιστορήματα και να υπογράφει με ψευδώνυμο, θα προλάβει να κάνει τα εξής απίθανα: να δικτυωθεί με τους Ρώσους αντιφρονούντες, Μπρόντσκι (χε χε), Νουρέγιεφ, Μπαρίζνικοφ και τα ρέστα, να πάθει πολιτισμικό σοκ με τον καπιταλισμό που του δίνει πενταροδεκάρες για να μένει σε μια τρύπα με γκάζι τρεις ώρες τη μέρα, να τον λατρέψουν ως ταλέντο, να τους μισήσει ως σάπιους και βολεμένους που παίρνουν λεφτά για να βρίζουν τη Ρωσία, να γίνει αντιφρονούντας ανάμεσα στους αντιφρονούντες σε βαθμό που να γράψει έναν αιματοβαμμένο λίβελο εναντίον τους, που θα δημοσιευτεί πού; Στην «Πράβντα»! Να γνωρίσει τον Γουόρχολ, τους μπίτνικ, Γκίνσμπεργκ, Φερλινγκέτι και λοιπούς φίλους, οι οποίοι όμως επίσης θα τον απορρίψουν, να γίνει πανκ (αυτό δηλαδή που πάντα ήταν), να χάσει την Έλενα, η οποία θα τον απατήσει με έναν Ζαν-Πιερ, να του σαλέψει, να θελήσει να μπει στη θέση της για να αισθανθεί στο πετσί του αυτό που αισθάνθηκε αυτή όταν τον απάτησε κι έτσι αρχίζει να ψωνίζεται στο Πάρκο, να έχει επίτηδες υποπρολετάριους μαύρους εραστές, ώστε μετά να γράψει το (εκπληκτικό) ημερολόγιο Ένας Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους (1980), να μείνει άστεγος για καιρό, να τον πάρει στο λοφτ του ένας γνωστός δισεκατομμυριούχος που «λατρεύει τη ρωσική λογοτεχνία», του οποίου τελικά θα γίνει μπάτλερ, θαλαμηπόλος, γουατέβερ, ενώ παράλληλα θα διατηρεί κρυφά ένα άλλο ημερολόγιο, περιγράφοντας τα πάρτι που έκανε εν απουσία του και πώς θα βασάνιζε την κόρη του αν ποτέ τού δινόταν η ευκαιρία – κείμενο που επίσης δημοσιεύει (His Butler’s Story). Εν έτει 1980, ήταν μια χαρά έτοιμος για την Πόλη του φωτός.

 

Φτάνει στο Παρίσι με μοναδικά υπάρχοντα τα βάρη του, την παλιά Ρέμινγκτον του πατέρα του και μια αφίσα του Λένιν. Εδώ πρέπει να καταλάβουμε κάτι: ο Λιμόνοφ δεν είναι «κομμουνιστής», ούτε «αριστερός», είναι Σοβιετικός. Όχι ως εθνική ταυτότητα αλλά ως στιβαρό προϊόν μιας κοινωνικο-ιστορικής συνθήκης. Γι’ αυτό και, χρόνια αργότερα, όταν θα συνασπιστεί πρόσκαιρα με τον Κασπάροφ, τελικά θα του κάνει αυτό που έπρεπε να του είχε κάνει ο Κάρποφ (αν δεν ήταν homo sovieticus, δηλαδή καλό παιδί): θα τον δείρει.

 

Φτάνει στο Παρίσι με μια φήμη λογοτεχνικού βομβιστή, κι αυτό τον υποδέχεται, επιτέλους, όπως θέλει αυτός. Θα τον εκδώσει ο θρυλικός Ποβέρ, εκδότης των σουρεαλιστών και του Ντε Σαντ. «Τα πρώτα του χρόνια στο Παρίσι ήταν, νομίζω, τα πιο ευτυχισμένα της ζωής του» γράφει ο Καρέρ. Είναι σταρ μέσα σε έναν κόσμο που γουστάρει, «όχι των σοβαρών εκδόσεων και της υψηλής λογοτεχνικής κριτικής, όσο των νέων και μοδάτων που αμέσως λάτρεψαν το παρδαλό παρουσιαστικό του, τα αδέξια γαλλικά του (...). Χοντρά αστεία για τον Σολζενίτσιν, προπόσεις στον Στάλιν (...). Ακόμα και ενδυματολογικά, το σοβιετικό στυλ είχε μεγάλη πέραση στους ποστ-πανκ, που ξετρελαίνονταν με τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά τύπου πολιτμπιρό και τις φωτογραφίες του Μπρέζνιεφ να φιλά στο στόμα τον Χόνεκερ».

 

Γνωρίζεται με μια πανέμορφη κόμισσα που τον ερωτεύεται παράφορα, όμως αυτός προτιμά την 25χρονη Ρωσίδα που γνωρίζει σε ένα ταξίδι το ’82. Μπλέκει με το «Idiot international» που του ταιριάζει γάντι, γράφει ασταμάτητα, είναι ο εαυτός του. Όμως όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, το Τσερνόμπιλ τον προειδοποιεί, το Νόμπελ του Μπρόντσκι το ’87 τον ανακατεύει, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι το στάτους του άπατρι που έχει από το ’75 θα τον συνοδεύει, ψυχικά, για πάντα. Ξαναφεύγει.

 

Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Ο Λιμόνοφ στην Νέα Υόρκη το 1975.
Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Ο Λιμόνοφ το 1987 στο Παρίσι. Φωτ.: Sophie Bassouls/Sygma/Sygma via Getty Images/Ideal Image
 

 

Τον συναντάμε διαδοχικά στη Μόσχα, αηδιασμένο από τις στρατιές των γραφειοκρατών που μέσα σε μια νύχτα έχουν πρόθυμα μετατραπεί σε μαφιόζους του νέου εκποιητικού καθεστώτος, στο Χάρκοβο, όπου θα ξαναδεί για τελευταία φορά τη μάνα του, στη φλεγόμενη Γιουγκοσλαβία, ως χαμένο λεγεωνάριο στο πλευρό των Σέρβων, με στολή και πολυβόλο στο χέρι (εκεί κάπου σταματάει να έχει φωνή στη Γαλλία, όπου αυτά προφανώς δεν συγχωρούνται), και πίσω στη Μόσχα, στα γεγονότα του ’93, όπου συμμετέχει στην αιματηρή μάχη μπροστά στο Κοινοβούλιο.

 

Ένας Ιρλανδός(!) δημοσιογράφος, με τον οποίο προφυλάσσονται μαζί από τα πυρά, ενώ ταυτόχρονα αυτός του παίρνει συνέντευξη με κάμερα, τρώει σφαίρα στο κεφάλι και μένει στον τόπο. Για όλα αυτά ο Λιμόνοφ γράφει, και θα έλεγε κανείς όχι ότι τα γράφει επειδή συμβαίνουν αλλά ότι, για τη δική του λογοτεχνική πραγματικότητα, συμβαίνουν επειδή τα γράφει. Θα το διαπιστώσετε αν ποτέ πέσει βιβλίο του στα χέρια σας.

 

Θα ασχοληθεί με την πολιτική, με τον δικό του τρόπο. Προσεγγίζει τον Αλεξάντερ Ντούγκιν, έναν σκοτεινό γκουρού του «νεο-ευρασιατισμού» με τον οποίο φτιάχνουν το Εθνο-μπολσεβικικό Κόμμα, αλλά ο Λιμόνοφ, μετά από λίγο, θα τον θεωρήσει υπερβολικά διανοούμενο και χέστη, και θα την κάνει για να φτιάξει ένα δικό του γκρουπ από προλετάριους σκινάδες, του οποίου θα είναι αυτός γκουρού. Στρατηγείο τους, το «μπούνκερ»: ένα υπόγειο με φωτοτυπικά μηχανήματα και αφίσες του Στάλιν, του Φαντομά και της Νίκο με τους Velvet Underground. Το 2001 συλλαμβάνεται σε μια καλύβα στις στέπες του Καζακστάν για διακίνηση όπλων και απόπειρα πραξικοπήματος. Δυόμισι χρόνια μέσα, σε αυστηρή απομόνωση. Η καλύτερή του. Εξάλλου ο Κόμης Μοντεχρίστος ήταν από παιδί το αγαπημένο του μυθιστόρημα.

 

Στη στρατιωτική φυλακή του Λεφόρτοβο θα γράψει τέσσερα βιβλία, μεταξύ των οποίων το αριστουργηματικό Βιβλίο των νερών. Μια παράθεση, χωρίς χρονολογική ή γεωγραφική σειρά, όλων των υδάτων της ζωής του. Διηγείται με μυστικιστική διαύγεια τις παραλίες της Κυανής Ακτής, τις βόλτες στον Σηκουάνα και στις ακτές της Βρετάνης, και πάει κατευθείαν από τον ποταμό Χάντσον με τον δισεκατομμυριούχο του στον ποταμό Κουμπάν, παρέα με τον Ζιρινόφσκι. Στην Όστια, λίγο πριν από τη δολοφονία του Παζολίνι, να κάνει μπάνιο και έρωτα με την Έλενα, στους χείμαρρους του Αλτάι και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας κατά τον πόλεμο της Υπερδνειστερίας...

 

Λιμόνοφ: Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα
Ο Έντουαρντ Λιμόνοφ με την Νατάλια Μεντβέντεβα.

 

Βγαίνοντας, διαπιστώνει το παράδοξο ότι τον αγαπούν. Και ότι τον εκτιμούν πραγματικά. Όχι μόνο οι σκινάδες αλλά και οι αξιοσέβαστοι δημοκράτες που περιφρονούσε σε όλη του τη ζωή, οι κύκλοι της Πολιτκόφσκαγια, η χήρα του Ζαχάροφ... Όλοι τον θεωρούν θησαυρό. Αυτό το παράδοξο παρατηρεί και ο Καρέρ το 2006 στη Μόσχα, όπου βρίσκεται για ένα ρεπορτάζ. Όλα όσα νόμιζε ότι ήξερε για τον Λιμόνοφ, ό,τι θυμόταν απ’ τα ’80s και ό,τι μάθαινε έκτοτε αποδώ και αποκεί τού φαινόταν τώρα πολύ διαφορετικά μέσα απ’ το πρίσμα της εκτίμησης όσων ο ίδιος εκτιμούσε. Κι έτσι έκατσε να γράψει.

 

Διαβάστε το βιβλίο του Εμανουέλ Καρέρ. Διαβάστε, κυρίως, τα βιβλία του Λιμόνοφ, σε όποια γλώσσα μπορέσετε να τα βρείτε. Μετά την πτήση εκείνη προς Αθήνα, το 2011, εγώ μπόρεσα να βρω καμιά δεκαπενταριά. Άλλα καλά, άλλα πολύ καλά, συνθέτουν το έργο ενός ανθρώπου που έζησε απόλυτα ελεύθερος, ενώ όλα στη ζωή του ήταν προγραμματισμένα για να του συμβεί το αντίθετο. Που έζησε μια ζωή διαρκούς ζωντανής λογοτεχνίας και περιπέτειας, χωρίς να διαχωρίσει στιγμή το ένα απ’ το άλλο, να διασχίσει διαγώνια τον Μεταπόλεμο σαν ήρωας των Επικίνδυνων σχέσεων και των Δαιμονισμένων, του Όμορφα χωριά όμορφα καίγονται και του Κατασκόπου που ήρθε από το κρύο, του Τεντέν και οι Πικαρός και του Tom of Finland.

 

Στην τελευταία τους συνάντηση το 2007, ο Καρέρ τον ρώτησε αν σκοπεύει να περάσει το τέλος της ζωής του ήσυχα σε κάποιο σπίτι στην εξοχή. Ο Λιμόνοφ γέλασε και του είπε: «Έχεις πάει ποτέ στην Κεντρική Ασία; Εκεί αισθάνομαι καλύτερα από οπουδήποτε στον κόσμο. Σε πόλεις όπως η Σαμαρκάνδη ή το Μπαρναούλ. Πόλεις που τις μαστιγώνει ο ήλιος, σκονισμένες, αργές, βίαιες. Εκεί πέρα, στον ίσκιο των τζαμιών, κάτω απ’ τα ψηλά τείχη με τις πολεμίστρες, υπάρχουν ζητιάνοι. Ολόκληρα σμήνη από ζητιάνους. Είναι γέροι – αποστεωμένοι, μαυριδεροί, ξεδοντιάρηδες, πολλές φορές αόμματοι. Φοράνε μαύρες λιγδιασμένες τουνίκ και τουρμπάνια, έχουν απλωμένο μπροστά τους ένα κομμάτι βελούδο, πάνω στο οποίο περιμένουν να τους πετάξουν κανένα κέρμα, κι όταν τους το πετάνε, δεν λένε ευχαριστώ. Δεν ξέρεις τι έκαναν στη ζωή τους, ξέρεις μόνο ότι θα καταλήξουν στο κενοτάφιο. Δεν έχουν πια ηλικία ή υπάρχοντα, αν υποθέσουμε ότι είχαν ποτέ, μετά βίας τούς απομένει ακόμα ένα όνομα. Έχουν λύσει όλους τους κάβους. Είναι κουρελήδες. Είναι βασιλιάδες». Πέθανε πέρυσι στη Μόσχα.

 

limonov prison
Ο Λιμόνοφ στη φυλακή του Σαράτοφ το 2003, λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωσή του. Φωτογραφία που τραβήχτηκε από τον δικηγόρο του, Sergeï Belyak.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.