Με ρωτάτε ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψω αυτό το μυθιστόρημα. Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά για το ποια εμπειρία ή σκέψη μού έδωσε την αποφασιστική ώθηση. Εκείνο που ξέρω είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια έβλεπα γύρω μου -και το ζούσα ο ίδιος- μια αντίθεση, ένα σχίσμα. Από τη μια υπήρχαν άνθρωποι που παρά τις επιτυχίες τους έμοιαζαν να ασφυκτιούν, να μαραζώνουν. Από την άλλη άνθρωποι μικρότερης ηλικίας μαραίνονταν πρόωρα επειδή δεν πίστευαν ότι είναι δυνατόν να επιτύχουν κάτι. Ήταν δυο κατηγορίες δυστυχισμένων χωρισμένες μ'ένα χάσμα που δεν άφηνε τους μεν να πλησιάσουν τους δε. Σιγά σιγά, καθώς περνούσε ο καιρός, σχηματίστηκε μέσα μου η μορφή ενός προσώπου που θα μπορούσε μ' ένα άλμα να περάσει από τη μια όχθη στην άλλη. Ήταν η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Μια ζωγράφος σε ώριμη ηλικία που ξαφνικά νιώθει ότι όσα έχει κερδίσει πρέπει να τα μεταβιβάσει σε άλλα χέρια. Έχω γνωρίσει ανθρώπους περιτριγυρισμένους από υποψήφιους κληρονόμους. Αλλά αυτή η γυναίκα θα τολμήσει να δώσει ό,τι έχει σε υλικά μέσα και σε αισθήματα, σ' έναν άγνωστο, έναν νεαρό φοιτητή που τον συναντά τυχαία και την ελκύει με μια δύναμη παράξενη.

Λόγω επαγγέλματος έχω δει αρκετούς νέους με ταλέντο οι οποίοι, ωστόσο, παραδίδονται σε μια τάση αυτοκαταστροφής. Γι' αυτούς δεν φαίνεται ν' ανοίγει κανένας ορίζοντας, κι ακόμη και το να επιχειρήσουν να δημιουργήσουν μοιάζει με γελοία αφέλεια. Ο φοιτητής στο μυθιστόρημα το λέει σαρκαστικά: «Οι λεγόμενοι δημιουργοί σήμερα είναι απλώς Νάρκισσοι που κάνουν συμφωνίες με Κροίσους». Απέναντι σ' αυτόν τον άγριο, άγουρο και απελπισμένο μηδενισμό, η ζωγράφος θα αισθανθεί υποχρεωμένη να δώσει μιαν απάντηση, και η απάντησή της θα πάρει τη μορφή της θυσίας.

Ο έρωτας από τη μεριά της γυναίκας πάντα προς τα εκεί κινείται, προς τη θυσιαστική εγκατάλειψη του εαυτού για χάρη του άλλου προσώπου. Η πλεονεξία, η απληστία που έχει κυριεύσει τον κόσμο σήμερα, μόνο με τέτοιες λυτρωτικές πράξεις δωρεάς μπορεί πλέον να θεραπευτεί. Χρειάζεται να χαθούν πολλά για να σωθούν τα ελάχιστα. Απ' αυτό το σημείο ξεκίνησα. Έμμονη ιδέα μου πριν αρχίσω να γράφω το μυθιστόρημα ήταν ότι στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, μέρα και νύχτα, μέσα στο πλήθος και τη μοναξιά, κυκλοφορούν ψυχές που γυρεύουν να δώσουν, που ψάχνουν τον τρόπο για να ξοφλήσουν μια οφειλή, βέβαιες πως η ίδια η ζωή είναι ένα δάνειο που πρέπει να επιστραφεί.