ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΜΕ ροκ μουσική, τα μιούζικαλ με ροκ μουσική, που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές εκείνης του ’70, έπαιρναν αφορμή από την γενικότερη, εμπορική, άνοδο του ροκ (βλέπε, για παράδειγμα, τα μεγάλα μουσικά φεστιβάλ του Woodstock και του Isle of Wight, που είχαν γίνει πολύ γνωστά και στην χώρα μας), από κάποια προτάγματα της hippie culture, που επίσης είχαν εμπορικοποιηθεί και βεβαίως από τις ειδικότερες επιτυχίες των διεθνών ροκ μιούζικαλ αυτών καθ’ αυτών, όπως εκείνες (οι επιτυχίες) κατέφθαναν, ως πληροφορίες κατ’ αρχάς, από το εξωτερικό.

 

To θεατρικό “Hair”, φερ’ ειπείν, είχε επηρεάσει όλα τα σχετικά ελληνικά έργα, που ανέβηκαν στα θέατρα την συγκεκριμένη εποχή, και βασικά τα μιούζικαλ, κι ένα απ’ αυτά τα έργα (λέμε «ένα», γιατί δεν ήταν το μόνο) ήταν οπωσδήποτε το «12 Μήνες Καλοκαίρι» του Γιώργου Λαζαρίδη.

 

Το έργο ανεβαίνει την δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου 1970 (μάλλον το Σάββατο 13 Ιουνίου), στο Θέατρον Μετροπόλιταν (Λεωφόρος Αλεξάνδρας 16), σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη, με μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, σκηνικά Μάριου Αγγελόπουλου, κοστούμια Δανάης Ευαγγελίου, χορογραφίες Ρένας Καμπαλάδου και με πρωταγωνιστές-πρωταγωνίστριες δεκάδες ηθοποιούς, πάνω από 40 (!) –δυστυχώς, πολλοί και πολλές δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή–, με μερικά πολύ μεγάλα ονόματα ανάμεσά τους και άλλα, βεβαίως, ανερχόμενα (για τότε) και σήμερα πασίγνωστα.

 

Να μερικά: Γιάννης Γκιωνάκης, Σωτήρης Μουστάκας, Καίτη Παπανίκα, Κώστας Καρράς, Χαριτίνη Καρόλου, Γιάννης Βόγλης, Γιώργος Μούτσιος, Ρίκα Διαλυνά, Βίκυ Βανίτα, Βασίλης Τσιβιλίκας, Μάκης Δεμίρης, Μίτση Κωσταντάρα, Αιμιλία Υψηλάντη, Μαίρη Κυβέλου, Λιλή Ντερτίμα κ.ά.

 

Οι ειρηνιστές αντιμετωπίζονταν, εννοούμε, μεμονωμένα και αποσπασματικά, και όχι σαν «αντιπολεμικό κίνημα» με συγκεκριμένη ιδεολογία και κατευθύνσεις, με τους συγγραφείς να στοχεύουν στον συναισθηματισμό του θεατή και όχι στην διαμόρφωση μιας πολιτικής συνείδησης (καιροφυλακτούσε και το καθεστώς βεβαίως, για να τα λέμε τα πράγματα ως έχουν).

 

Το έργο, που εξελισσόταν «σεναριακά» μέσα σε δυο μέρες, επιχειρούσε να συνδέσει, σ’ ένα σώμα, όλη την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα της εποχής – με την «δυτικότροπη» μουσική και τα τραγούδια τού Σταύρου Ξαρχάκου να παρεμβάλλονται και να σχολιάζουν αναλόγως. Βασικός ερμηνευτής της παράστασης, ο οποίος εμφανιζόταν ζωντανά πάνω στη σκηνή, ήταν ο Σταμάτης Κόκοτας, σταθερός συνεργάτης τού Σ. Ξαρχάκου εκείνη την εποχή.

 

Όλο το έργο εξελισσόταν στο ελληνικό κάμπινγκ Εσπεράντζα, έχοντας για πρωταγωνιστές την ιδιοκτήτρια και τους εργαζομένους του, και βεβαίως τους επισκέπτες και τους εγκατεστημένους στους χώρους του, οι οποίοι ήταν... ανακατωμένος ο ερχόμενος, Έλληνες και ξένοι.

 

Όπως μας πληροφορεί η κριτικός Άλκης Θρύλος στο περιοδικό «Νέα Εστία» (τεύχος #1034, 1 Αυγούστου 1970):

 

«Η υπόθεση του μιούζικαλ “12 Μήνες Καλοκαίρι” είναι κάπως ιδιότυπη. Σ’ ένα καλοκαιρινό κάμπινγκ συγκεντρώνονται εκπρόσωποι διαφόρων κρατών και φυλών της γης. Όλοι προσπαθούν να κλέψουν –καθένας για τον εαυτό του– το μυστικό ενός φοβερού όπλου, το οποίο υποτίθεται ότι κατέχει ένας τραγουδιστής, που και αυτός παραθερίζει στο κάμπινγκ. Στο τέλος θα αποδειχθεί ότι μυστικό δεν υπάρχει κι όλοι θα συμφιλιωθούν, εκφράζοντας την ευχή και την ελπίδα να κυριαρχήσει, πια μόνιμα, στο εξοχικό και συμβολικό κέντρο, για 12 μήνες το χρόνο το καλοκαίρι, η ειρήνη. Και πάλι η ειρήνη! Αλλά αυτή τη φορά –κι αυτό είναι το κύριο προσόν τούτου του μιούζικαλ– ο συγγραφέας κατορθώνει, είτε γιατί ξέρει να αποφεύγει τις κορώνες, είτε γιατί συμπλέκει, με την καλοδεμένη και καλοφτιαγμένη ίντριγκα, διάφορα έξυπνα επεισόδια αστυνομικής υφής, που εξουδετερώνουν τον τόνο του κηρύγματος, ώστε να μη δοθεί η εντύπωση της ενοχλητικής ειρηνοκαπηλείας».

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
Ο συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης για το έργο του «12 Μήνες Καλοκαίρι» (1970)

 

Φαντάζεστε λοιπόν τι γινόταν με τα συγκεκριμένα θέματα (όπως ήταν εκείνο της «ειρήνης»), καθώς διάφοροι συγγραφείς προσπαθούσαν να τα εκμεταλλευθούν, στον κινηματογράφο και στο θέατρο, βασικά μέσα από μιαν ελαφρά και ανώδυνη προσέγγιση, αν όχι και διακωμώδηση, ως επιμέρους στοιχεία του hippie κινήματος. Την αφορμή την έδινε βεβαίως η εποχή – και βεβαίως ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος των έξι ημερών (1967) με τα παρεπόμενά του, όπως και ο «βρώμικος πόλεμος» στο Βιετνάμ και την υπόλοιπη Ινδοκίνα.

 

Οι ειρηνιστές αντιμετωπίζονταν, εννοούμε, μεμονωμένα και αποσπασματικά, και όχι σαν «αντιπολεμικό κίνημα» με συγκεκριμένη ιδεολογία και κατευθύνσεις, με τους συγγραφείς να στοχεύουν στον συναισθηματισμό του θεατή και όχι στην διαμόρφωση μιας πολιτικής συνείδησης (καιροφυλακτούσε και το καθεστώς βεβαίως, για να τα λέμε τα πράγματα ως έχουν). Υπήρχαν, όμως, και οι πιο σοβαρές προσπάθειες, που ξέφευγαν από το γενικότερο επίπλαστο και μία από αυτές φαίνεται πως ήταν το «12 Μήνες Καλοκαίρι».

 

Το Μιούζικαλ απέναντι στην Επιθεώρηση, στην καλοκαιρινή Αθήνα του 1970

 

Το καλοκαίρι του ’70, την θεατρική ομήγυρη στην Αθήνα καθόριζε μια κόντρα που αναπτυσσόταν, στα θέατρα, ανάμεσα στους επιχειρηματίες, συγγραφείς κ.λπ., σε σχέση με το μιούζικαλ και την επιθεώρηση. Υπήρχε και θέμα εισιτηρίων φυσικά –προς τα πού θα κατευθυνόταν ο κόσμος–, όπως και άλλα ζητήματα.

 

Το μιούζικαλ εθεωρείτο, χοντρικώς, ξενόφερτο είδος (παρότι στην Ελλάδα μιούζικαλ ανέβαιναν ήδη από την δεκαετία του 1920), εισπράττοντας μάλλον την μήνι των επιθεωρησιογράφων. Ήταν αυτή η ξαφνική εισβολή του με το (ελληνικό) “Hair” (δες κι εδώ), το “12 Μήνες Καλοκαίρι”, το «Μαριχουάνα... Stop!» κ.λπ., που είχε δημιουργήσει αναταράξεις.

 

Το μιούζικαλ, δηλαδή, ως πιο πλούσιο, φανταχτερό και εντυπωσιακό θέαμα, που συνδύαζε υπόθεση, με μουσική, τραγούδι και χορό, εξανάγκαζε όσους επιχειρηματίες ανέβαζαν κλασικές επιθεωρήσεις, να βάλουν πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη τους, αν ήθελαν να το ανταγωνιστούν. Αντί να πράξουν αυτό, συχνά οι ίδιοι προτιμούσαν το πιο εύκολο. Να το χτυπήσουν...

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
«12 Μήνες Καλοκαίρι» (1970), Γιάννης Γκιωνάκης, Σωτήρης Μουστάκας, Καίτη Παπανίκα

 

Ο Τύπος δεν ήταν αδιάφορος απέναντι στο καινούριο, που έφερνε το μιούζικαλ, αλλά πιο πολύ στήριζε το παλιό. Το δοκιμασμένο. Σε μιαν έρευνα, να την πούμε έτσι, που θα δημοσιευόταν στο περιοδικό Επίκαιρα (τεύχος #106, 14-21 Αυγούστου 1970), υπό τον τίτλο «Η επιθεώρηση ξαναβρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της... ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι χάρη στην πολιτική σάτιρα» ο συγγραφέας Κώστας Νικολαΐδης σημείωνε:

 

«Η επιθεώρηση είναι καθαρόαιμο ελληνικό σκηνικό είδος. Όσο για τα εγχώρια μιούζικαλ, πηγαίνουνε να παρακολουθήσουνε τις “Τρίχες” (σ.σ. “Hair”) κι έρχονται πίσω “να περπατήσουν στα σύννεφα”, για να θυμηθούμε μια φράση τους, που ακούστηκε και σε αθηναϊκή σκηνή... Δεν πετυχαίνει εύκολα η προσαρμογή στα καθ’ ημάς».

 

Για να παρέμβει, ανάμεσα σε άλλους, ο Γιάννης Δαλιανίδης, που δοκίμαζε πλέον και στο θεατρικό μιούζικαλ («Μαριχουάνα... Stop!»), μετά τα κινηματογραφικά της προηγούμενης δεκαετίας:

 

«Επιβάλλεται πίστωση χρόνου στο μιούζικαλ, ώστε να αφομοιώσει τα ξένα συστατικά του, όπως έγινε τον παλαιό καιρό με την επιθεώρησή μας, που δανείστηκε τα πρώτα στοιχεία της από την γαλλική ρεβύ».

 

Άρα, για να αντιπαρατασσόταν με περισσότερη δύναμη και τόλμη η επιθεώρηση, απέναντι στο «νέο» είδος του μιούζικαλ, θα έπρεπε να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία στον πολιτικό σχολιασμό. Αποκτώντας την σταδιακά, μέσα πάντα στο πλαίσιο ανοχής του δικτατορικού καθεστώτος, θα εύρισκε, όσο γινόταν, τον αληθινό εαυτό της – αν και σε πρώτο χρόνο δεν θα παρέλειπε (η επιθεώρηση) να υιοθετήσει τη «νέα μόδα», εντάσσοντας σκετς-μιούζικαλ στα διάφορα επιθεωρησιακά «σενάρια».

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
«12 Μήνες Καλοκαίρι» (1970), Μάκης Δεμίρης, Βίκυ Βανίτα

 

Όσον αφορά το «12 Μήνες Καλοκαίρι»

 

Για μερικούς από τους πολυπληθείς ρόλους του μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι» υπάρχουν ειδικότερα κείμενα στο πρόγραμμα της παράστασης, που έχουν κι αυτά τη σημασία τους για την καλύτερη κατανόηση όσων συνέβαιναν στην σκηνή του Μετροπόλιταν. Να μερικά:

 

Γιάννης Γκιωνάκης

Ο Θωμάς είναι απλός ένας Θωμάς, σαν κι εσένα, σαν κι εμένα. Τον τρώει το μεροκάματο (σ.σ. είναι ο σερβιτόρος στο κάμπινγκ Εσπεράντζα). Τον κουράζει η αγωνία. Τον μπουχτίζουν οι υποσχέσεις. Τον λιανίζουν οι υποχρεώσεις. Τον βαραίνει το αναγκαστικό χαμόγελο, που πρέπει να μοστράρει κάθε πρωί-μεσημέρι-απόγευμα και βράδυ σ’ όποιον έχει ανάγκη, θέλοντας και μη. Μόνο στον ύπνο του δεν κάνει τίποτα από τα παραπάνω κι είναι πολύ ευτυχής – αλλά ποιος αδειάζει την σήμερον ημέρα να χάσει τον καιρό του με τα όνειρα του κάθε Θωμά...

 

Καίτη Παπανίκα

Η Ειρήνη. Η εξαίρετος και συμπαθεστάτη «δεσποινίς Ειρήνη», που διευθύνει τούτο δω το κάμπινγκ. Είναι σοβαρή – από ανάγκη. Είναι δίκαια – για τη βιτρίνα. Είναι αψεγάδιαστη – από υποκρισία και είναι ωραία – από φυσικού της.(...)

 

Σωτήρης Μουστάκας

Ο Νικήτας Μοσκώφ πήρε άδεια και μας κουβαλήθηκε από το Κρεμλίνο. Ό,τι και να του πεις, ό,τι και να του δείξεις, προτιμάει αυτά που έχει στη Ρωσία. Ακόμα και «μαρίδα του Φαλήρου» να του σερβίρεις θα σου πει ότι στη Σιβηρία έχουνε καλύτερη. Τι να του πεις; Δεν του λες τίποτα και ησυχάζεις.

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
«12 Μήνες Καλοκαίρι» (1970), Βασίλης Τσιβιλίκας

 

Βασίλης Τσιβιλίκας

Ο Λίμπερτυ Πέπσι Τζώνσον έρχεται από κάποια αμερικάνικη πολιτεία. “Χολιντέις” σημαίνει γι’ αυτόν “να ξεχνάς αυτό που είσαι”. Έλα όμως που ένας γνήσιος Αμερικάνος δεν μπορεί ποτέ του να ξεχάσει... Το θυμάται πάντα, χωρίς μάλιστα καμία διακοπή.

 

Βίκυ Βανίτα

Η Γιαέλ έρχεται από το Ισραήλ. Πέρσι τελείωσε το σχολείο, φέτος πήρε απολυτήριο από τον Στρατό. Προσέξτε την! Μέσα στην τσάντα της έχει συνήθως μια πουντριέρα, ένα κραγιόνι, πολλά μακιγιάζ, ένα άρωμα “εγχώριας κατασκευής” (“προτιμάτε τα εγχώρια προϊόντα”), ένα πιστόλι και 5-6 μίνι χειροβομβίδες. Πολύ ανοιχτομάτα στο ένα μάτι – το άλλο πάντα κλειστό σύμφωνα την ισραηλινή μόδα, λανσαρισθείσα από ετών από τον μετρ Νταγιάν (σ.σ. ο γνωστός ισραηλινός στρατηγός και πολιτικός Μοσέ Νταγιάν, με την καλύπτρα στο μάτι).

 

Μάκης Δεμίρης

Ο Αμπντέλ έρχεται από κάποιο αραβικό κράτος και πολύ τον έχουνε σκοτίσει οι θεωρίες περί ανεξαρτητοποιήσεως των αραβικών κρατών.(...)

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
«12 Μήνες Καλοκαίρι», φωτογραφία από την παράσταση, με την Βίκυ Βανίτα και τον Μάκη Δεμίρη

 

Ρίκα Διαλυνά

Η Τζούλυ «γκο-γκο» (σ.σ. go-go girl) από το Λας Βέγκας! Μασάει την τσίκλα της, πίνει την Κόκα της (σ.σ. την κοκακόλα της εννοεί), ντύνεται χίπικα, γιατί το λέει η μόδα, αντιπαθεί τους χίπις, γιατί είναι πια έξω απ’ την μόδα και κατά βάθος είναι ένα σπουδαίο κορίτσι.(...)

 

Στους άλλους ρόλους οι Γιάννης Βόγλης (Μελέτης, ο νυχτοφύλακας του Εσπεράντζα), Μαίρη Κυβέλου (Γερμανίδα τουρίστρια), Χαριτίνη Καρόλου (Ρωσίδα από το Στάλινγκραντ), Αιμιλία Υψηλάντη (εργαζόμενη στο κάμπινγκ), Κώστας Καρράς (τουρίστας ακαθόριστης προέλευσης) κ.λπ.

 

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
«12 Μήνες Καλοκαίρι» (1970), η Ρίκα Διαλυνά σε φωτογραφία από την παράσταση

 

Ας δούμε τι είχε γράψει και ο Θεατρόφιλος στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ (τεύχος #100, 3-10 Ιουλίου 1970), για το «12 Μήνες Καλοκαίρι»:

 

«Σε καλό δρόμο για την προσέγγιση του μιούζικαλ βρίσκεται το έργο του Λαζαρίδη – ωστόσο είμαστε “καθ’ οδόν”, μακρύς ο δρόμος για το είδος “της επαγγελίας”… Στόχος του συγγραφέως –μια θεωρία από Hair διαφαίνεται αχνά στον ορίζοντα του έργου– είναι να καταγράψη την εποχική χαλάρωση των ηθικών αξιών, υποβάλλοντας σε ακτινογραφία ένα ανθρώπινο σύνολο που έχει άθελά του υποστή τη “ραδιενέργεια” του πολεμικού ανταγωνισμού. Ίσως θα έπρεπε να “δέση” δραματικά περισσότερο η πλοκή. Εμφανής η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η “αφαιρετική” τεχνοτροπία του πρωτοποριακού θεάτρου, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζεται σε όλα τα σημεία η σκηνική οικονομία. Κάποιος ρητορικός τόνος θα μπορούσε να μετριασθή ίσως, ώστε να γίνη πιο χυμώδες το “ευφραδέστατο” πράγματι κείμενο.

 

Το μήνυμα –ειρήνη, ομόνοια, ελπίδα– προβάλλεται κάπως αφηγηματικά, ίσως γιατί οι χαρακτήρες είναι περισσότερο συμβολικοί, χωρίς ολοκληρωμένη ανθρώπινη βάση. Σφιχτοδεμένη, ιδίως στα σύνολα, η παράσταση του Κωστή Μιχαηλίδη. Η μουσική του Ξαρχάκου κάπως δυτικοποιημένη, αλλά πάντα ωραία. Οι ηθοποιοί, με επικεφαλής τον Γκιωνάκη, που διαπλάθει ένα σύνθετο ρόλο, έχουν οι περισσότεροι καλές στιγμές. Η παράσταση γενικά εξασφαλίζει ένα “μιουζικαλικό” θέμα α λα ελληνικά, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Είναι φανερό ότι ο Λαζαρίδης απεμακρύνθη με βιάση από τη φαρσοκωμωδία, προκειμένου –πράγμα, που είναι προς τιμήν του– να ασχοληθή μ’ ένα θέατρο πιο “σκεπτόμενο”. Ευοίωνη διαπίστωση: αρκετές ηθοποιοί του θιάσου τα καταφέρνουν μια χαρά στον χορό, στις χορογραφίες της Καμπαλάδου. Το σκηνικό θα μπορούσε να ήταν πιο “ζεστό” και πιο καλοκαιρινό...».

 

Η μουσική και τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
Σταύρος Ξαρχάκος (1970)

 

Σ’ ένα μιούζικαλ, όπως ήταν το «12 Μήνες Καλοκαίρι» η μουσική και τα τραγούδια δεν μπορεί παρά να έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο. Ας δώσουμε λοιπόν τον λόγο στο Σταύρο Ξαρχάκο, που τότε, λόγω και της μετάβασης του Μάνου Χατζιδάκι στην Αμερική και του απαγορευμένου Μίκη Θεοδωράκη, ήταν το «νούμερο 1» στα καλλιτεχνικά μας πράγματα – περιζήτητος από παντού. Λέει ο Σ. Ξαρχάκος:

 

«Στο “12 Μήνες Καλοκαίρι” βρήκα την ευκαιρία να εκφράσω πολλά στοιχεία από το καλλιτεχνικό πιστεύω μου. Αμετακίνητο, ανεκτίμητο, κι αναντικατάστατο κεφάλαιο η λαϊκή μας παράδοση με τους πηγαίους, πρωτοπόρους και τόσο ειλικρινείς ήχους της. Τρομακτικό ερέθισμα για τον καλλιτέχνη ο λαχανιαστός ρυθμός της εποχής μας, αυτός που όλο και κάθε μέρα αυξάνει ταχύτητα, χωρίς να τον προλαβαίνεις πια. Κάπου εκεί ανάμεσα –από το σημείο δηλαδή που μπορεί ακόμα να μας συγκινεί ένα παραδοσιακό τραγούδι, ως εκεί που μας τρομάζει ένας ηλεκτρονικός ήχος, σημάδι του καιρού μας– κάπου εκεί τοποθετήσαμε την μουσική μας συνεργασία στο έργο που θα δείτε.

 

Με τον Γιώργο Λαζαρίδη δουλέψαμε πάνω από έξη μήνες, για να δώσουμε τη μορφή στο έργο που θα παρακολουθήσετε – κι ακόμη παραπάνω αναζητώντας τον “ειδικό ήχο”, που θα ταίριαζε στο περίεργο αυτό σκηνικό, αποφεύγοντας την εντύπωση για την εντύπωση και τον παραλογισμό, για ένα ξάφνιασμα χωρίς αιτία. Αποφύγαμε την ορολογία του μιούζικαλ σαν ξένο σώμα, σ’ έναν οργανισμό που μπορεί να αναπνέει με δικές του δυνάμεις.

 

Η συνεργασία μου στο έργο αντιπροσωπεύει την μουσική έκφραση, την ώρα που ο ρυθμός χρειάζεται να μεταδώσει τα δικά του μηνύματα. Νομίζω πως είναι καιρός να σταθούμε περισσότερο υπεύθυνοι αντίκρυ στην εποχή μας – κι ακόμα περισσότερο μπροστά στον εαυτό μας, χωρίς να θέλω να πω μ’ αυτό ότι ένα τραγούδι ή μια βραδιά στο θέατρο δεν είναι ψυχαγωγία. Είναι. Μόνο που δεν είναι μόνο ψυχαγωγία».

 

Το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», που εντυπωσίαζε στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή το καλοκαίρι του ’70
Σταμάτης Κόκοτας – Σταύρος Ξαρχάκος (1970)

 

Τα τραγούδια της παράστασης τα απέδιδε πρωτίστως ο Σταμάτης Κόκοτας, μα και ο Γιώργος Μούτσιος (εκ των πρωταγωνιστών υπενθυμίζουμε – υποδυόταν έναν μαύρο στρατιώτη, τον Κρις), ενώ όπως διαβάζουμε σε μια παλαιά συνέντευξη (1970) της Φλέρυς Νταντωνάκη, στο κείμενο τού Αντώνη Μποσκοΐτη «Η άγνωστη Φλέρη Νταντωνάκη / Μέρος Β», εδώ στο LiFΟ.gr, στην παράσταση ακούγονταν τραγούδια (ηχογραφημένα) και με την φωνή της.

 

Μάλιστα, τα τραγούδια από το μιούζικαλ «12 Μήνες Καλοκαίρι», ή μάλλον κάποια από τα τραγούδια υπό τους τίτλους «Το μήνυμα», «Η προσευχή», «Τα παιδιά του ’70» και «Πράκτορες» (πράκτορες στο έργο ήταν ο Σ. Μουστάκας από την σοβιετική πλευρά και ο Β. Τσιβιλίκας από την αμερικανική), είχαν ακουστεί για πρώτη φορά (πριν το ανέβασμα της παράστασης) στο «Κοντσέρτο 70» του Σταύρου Ξαρχάκου, στο Θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ), στις 29 Μαΐου 1970 από την Φλέρυ Παπαδαντωνάκη (όπως γραφόταν τότε η Φλέρυ Νταντωνάκη) και τον Βλάσση Μπονάτσο. Τούτο το βλέπουμε στο πρόγραμμα του live, που δημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο του Α. Μποσκοΐτη.

 

Είναι κρίμα αυτά τα τραγούδια, που είναι ηχογραφημένα, να μην έχουν δει ακόμη το φως της δισκογραφίας – αλλά ας ελπίσουμε πως το κείμενό μας ίσως βοηθήσει να συμβεί κι αυτό, κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον. Το ενδιαφέρον των fans, και όποιων άλλων, δεν μπορεί παρά να είναι μεγάλο.

 

Το «12 Μήνες Καλοκαίρι» θα συνεχιζόταν στο Θέατρον Μετροπόλιταν όλη τη θερινή σεζόν του 1970 (τουλάχιστον έως τα μέσα Σεπτεμβρίου), γνωρίζοντας ιδιαίτερη επιτυχία.

 

Τώρα... Το «Τι μας μέλει», από το LP «Ξαρχάκος + Κόκοτας» [Columbia, 1970], φαίνεται πως είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στην δισκογραφία σε σχέση με τις μουσικές από το «12 Μήνες Καλοκαίρι». Προέρχεται εξάλλου από την ίδιαν εποχή. Ηλεκτρικές κιθάρες και σαντούρια σε παράξενους και σίγουρα πολύ ενδιαφέροντες συνδυασμούς σε folk-psychedelic δρόμους...