Ο Έκτορας Λυγίζος αφηγείται τη ζωή του στη LIFO Facebook Twitter
Την Αθήνα δεν την αγαπάω πια όπως παλιά, μάλλον επειδή κάνει τους φίλους μου να αγανακτούν και θλίβει τους ανθρώπους που αγαπώ. Το μόνο που κρατώ είναι το φως της Αττικής, αυτό που μεταμορφώνει τις δυσκολίες και κάνει τη θάλασσα να λαμπυρίζει. Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης / LIFO

Ο Έκτορας Λυγίζος αφηγείται τη ζωή του στη LIFO

0

Υπάρχει κάτι σχεδόν αυτοκαταστροφικό στις διαδρομές που εξακολουθώ να κάνω εμμονικά στο κέντρο της Αθήνας εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Ίσως επειδή περιμένω πως κάτι θα με εκπλήξει πέρα από κάθε προσδοκία. Κι αυτό τελικά μου συμβαίνει κάθε φορά που επιστρέφω ξημερώματα Πρωτοχρονιάς στο Σύνταγμα και το αντικρίζω με το πρώτο φως της μέρας, σαν τουρίστας.

Κατά τα άλλα, όμως, την Αθήνα δεν την αγαπάω πια όπως παλιά, μάλλον επειδή κάνει τους φίλους μου να αγανακτούν και θλίβει τους ανθρώπους που αγαπώ. Το μόνο που κρατώ είναι το φως της Αττικής, αυτό που μεταμορφώνει τις δυσκολίες και κάνει τη θάλασσα να λαμπυρίζει.

Αυτό είναι που θυμάμαι από μικρός, από τις ανέμελες εκδρομές που κάναμε στο πιο συγκινητικό κομμάτι της Αττικής, την παραθαλάσσια διαδρομή από τον Πειραιά, όπου μεγάλωσα, μέχρι την Ανάβυσσο, εκεί όπου κρύβονταν τα εξοχικά των φίλων μου και οι αναμνήσεις. Σπάνια επισκέπτομαι πια τα μέρη αυτά, αλλά όταν το κάνω, νιώθω σαν να εισέρχομαι σε μια παράδοξη κάψουλα του χρόνου.

• Παρότι είμαι από τους ανθρώπους που προτιμούν τον εγκλεισμό στο σπίτι, όλο και περισσότερο τελευταία μου αρέσουν οι συνευρέσεις. Αυτές οι συνωμοτικές συναντήσεις και έξοδοι που αναζητούν ως αφορμή ένα παιχνίδι ή μια ασχολία. Υπάρχει πάντα ένας κρυφός κώδικας στο να πηγαίνεις για μπάσκετ με φίλους, αντί για τη βαρετά συντονισμένη έξοδο για καφέ.

Είναι καλό επομένως να απενοχοποιεί κανείς το θέμα της ασχολίας, αφού όλοι λίγο-πολύ ψοφάμε για τέτοιου είδους ξεσπάσματα, θέλουμε να γίνουμε και λίγο παιδιά. Το βλέπω στις επισκέψεις σε σπίτια όπου συνευρίσκονται μαζί παιδιά κι ενήλικες: πάντα τα παιδιά ξέρουν καλύτερα πώς να περάσουν τον χρόνο τους από τους μεγάλους, οι οποίοι αφήνουν ανεκμετάλλευτη τη λογική της ασχολίας. Τα παιδιά, αντίθετα, αναζητούν τους κανόνες ενός φαντασιακού παιχνιδιού, ενόσω οι μεγάλοι παλεύουν με κάτι ακυρωμένα σώματα να στήσουν μια ανέφικτη επικοινωνία. Και τελευταία μου αρέσει πολύ που μπορώ και ξαναγίνομαι παιδί.

Είναι ψέμα τα περί ανταγωνισμού στον έρωτα. Ο αμιγής έρωτας πολεμάει τον ανταγωνισμό με τον πλέον υπέροχο τρόπο: βγάζοντας στην επιφάνεια τα πιο ανασφαλή κομμάτια, αλλά ταυτόχρονα γιατρεύοντάς τα. Όταν υπάρχει βάση εμπιστοσύνης εσύ γίνεσαι ο καλύτερος δάσκαλος για το άλλο σου μισό και το άλλο σου μισό ο καλύτερος γιατρός για σένα. Με έναν τρόπο ο έρωτας μπορεί και σου κόβει τα άρρωστα μέρη και όλες τις καμπούρες. 

• Είναι ψέμα τα περί ανταγωνισμού στον έρωτα. Ο αμιγής έρωτας πολεμάει τον ανταγωνισμό με τον πλέον υπέροχο τρόπο: βγάζοντας στην επιφάνεια τα πιο ανασφαλή κομμάτια, αλλά ταυτόχρονα γιατρεύοντάς τα. Όταν υπάρχει βάση εμπιστοσύνης εσύ γίνεσαι ο καλύτερος δάσκαλος για το άλλο σου μισό και το άλλο σου μισό ο καλύτερος γιατρός για σένα.

Με έναν τρόπο ο έρωτας μπορεί και σου κόβει τα άρρωστα μέρη και όλες τις καμπούρες. Μπορεί να ακούγεται πολύ ιδεαλιστικό, αλλά επειδή το ζω πολύ έντονα τελευταία, μου φαίνεται πραγματικά σαν αποκάλυψη. Ακόμα και αν αυτό ικανοποιεί μια ανάγκη μου, είναι πραγματικά λυτρωτικό.

• Η ικανότητα που σου δίνει ο έρωτας να δεις το πρόσωπο του άλλου, πέρα από κοινωνικά προσωπεία και λογικές κατασκευές, είναι απελευθερωτική. Είναι ο μοναδικός τρόπος να επικοινωνήσεις με τα πιο μύχια κομμάτια του εαυτού σου, που μένουν πολλές φορές ακατέργαστα. Σε αντίθεση με τον δυτικό πολιτισμό και τις πουριτανικές προκαταλήψεις που ακόμα είναι πολύ έντονες στην εποχή μας, ο έρωτας σε βοηθά να δεις τους πολλαπλούς σου εαυτούς, όπως ακριβώς και το θέατρο.

Σου δείχνει έναν διαφορετικό χειρισμό του σώματος και του μυαλού σου, πέρα από τους παραδεδομένους και λογικούς κανόνες. Πρέπει να τα έχεις βιώσει όλα αυτά για να αντιληφθείς τη μανιακή διαδικασία, είτε για ένα μεθύσι είτε για καλό σεξ. Ξέρεις ότι την άλλη μέρα θα πονέσεις, αλλά αυτό δεν σε σταματάει από το να θες να τα βιώσεις μέχρι το τέρμα. Ευτυχώς, αυτές οι διαδικασίες ποτέ δεν αυτοματοποιούνται, ακριβώς επειδή δεν επιτυγχάνονται ποτέ εκατό τοις εκατό.

Πάντα υπάρχει περιθώριο γι' ακόμα περισσότερο και ωραιότερο σεξ, γι' ακόμα αγριότερο μεθύσι. Γι' ακόμα περισσότερη ελευθερία, γιατί πάντα θες το ακόμα πιο πολύ. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο θέατρο: ακόμα και αν τα αναλύσεις όλα, ακόμα και αν έχεις βρει τα τέλεια σώματα και τις τέλειες συνθήκες, θες να τα ξεριζώσεις –όπως το κεφάλι του Πενθέα– και να τα πάρεις από την αρχή, γνωρίζοντας ότι ποτέ τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Κι αυτό είναι που εγώ αποκαλώ «θέατρο της προσπάθειας».

• Γι' αυτό, λοιπόν, ένα από τα μεγάλα προβλήματα του θεάτρου είναι ότι πασχίζουμε να βάλουμε τελείες. Είναι απόλυτα ακυρωτική για το θέατρο αυτή η ανάγκη του ελέγχου, αφού το κείμενο δεν σταματάει ποτέ. Αυτό συμβαίνει μόνο όταν εσύ έχεις ανάγκη να βρεθείς σε άπνοια, ώστε να εξελιχθεί κάτι μέσα σου και το σώμα σου να πάρει την επόμενη ανάσα. Αλλά αυτή η σωματική διαδικασία είναι συνεχής. Και ενέχει δυσκολία, κόπο και επιμονή.

Είναι τρομερό να βλέπω ότι από τις περισσότερες παραστάσεις σήμερα απουσιάζει ο κόπος. Υπάρχει ακόμα στο μυαλό ορισμένων ο μύθος του «χαλαρού» ηθοποιού που δεν θέλει να παιδευτεί αλλά να χαλαρώνει. Μα, στη ζωή και στο θέατρο δεν μπορείς να χαλαρώνεις, παρά μόνο μια στιγμή. Χαλαρός είναι μόνο ο νεκρός, που στο τέλος καταλήγει άκαμπτος. Το σώμα του νεκρού δεν δονείται, ούτε πάσχει.

• Ευτυχώς, στο εξωτερικό και στα διάφορα φεστιβάλ έχουν αρχίσει και αντιλαμβάνονται ότι οι ταινίες μας δεν μοιάζουν τόσο μεταξύ τους. Πέρα από τη σχέση που έχουν οι περισσότερες με ένα παράλογο και ιδιότυπο χιούμορ, υπάρχουν παιδιά που επιμένουν πεισματικά στη λογική του είδους, όπως ο Αλεξίου, και άλλοι στους χαρακτήρες, όπως ο Τζουμέρκας.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας κοινός τόπος που σχετίζεται με τις θεματικές και την αναφορά στην κρίση των συστημάτων και των θεσμών. Οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες έχουν να κάνουν με πρόσωπα που έχουν χάσει την ταυτότητά τους και είναι κενά – όπως συμβαίνει με τη δική μου περίπτωση, του Αλεξίου, του Λάνθιμου, του Τζουμέρκα. Δεν πρόκειται ακριβώς για ρεαλιστικές ταινίες, αλλά για παράδοξους τρόπους να μιλήσει κανείς για διάφορα θέματα, προστρέχοντας όχι σε πρόσωπα αλλά σε καρικατούρες.

Κι αυτό είναι ευεργετικό για το ελληνικό σινεμά, το να βρίσκει, δηλαδή, με αυτό τον τρόπο τα θεμέλιά του, τα οποία βασίζονται στις κατασκευές – γιατί ακριβώς έτσι είναι η τέχνη. Ο χαρακτήρας χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να πραγματευτεί κανείς κάτι άλλο. Αυτό συμβαίνει κατά κόρον στο αγγλικό σινεμά, όπως, για παράδειγμα, στον Μάικ Λι, που οι χαρακτήρες του φέρουν ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Αντίθετα, η Ελλάδα δεν θέλησε ποτέ να δει τις ρίζες της, που εδράζονται στο μη ρεαλιστικό στοιχείο –κάτι που συνέβη με την τραγωδία–, στην αναζήτηση πραγμάτων που μας υπερβαίνουν, με άξονα τη φαντασία. Προτίμησε τον μιμητισμό και τον νατουραλισμό.

Αυτό, όμως, που διατρέχει την ελληνική αφήγηση είναι το μεγάλο και το υπερβολικό κι εκεί ακριβώς έγκειται ο ελληνικός τρόπος, αν υπάρχει κάτι που μπορεί να αποκαλείται έτσι. Ακόμα και το ελληνικό φως είναι από μόνο του κάτι που δεν μπορεί κανείς να το διαχειριστεί με ανθρώπινα εργαλεία και αυτό τελικά καταλήγει σαν ένα όμορφο, γοητευτικό προϊόν, γεμάτο θεατρικότητα. Δεν είναι κακό επομένως να εξάγουμε το υπερβολικό: είναι καλό που οι Έλληνες ασπάζονται με τον δικό τους τρόπο τη φάρσα του γελωτοποιού ή του πιο ακραίου drama queen. Αυτή είναι, άλλωστε, η γοητεία μας.

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ