Η Ρενάτε Τζετ ανήκει σ' ένα είδος ηθοποιών που στην Ελλάδα δεν είναι συνηθισμένο. Eδώ ο ηθοποιός και «χωρικά» και γλωσσικά είναι απομονωμένος στην άκρη της Ευρώπης και δεν αποφασίζει εύκολα να δοκιμαστεί εκτός των ορίων της χώρας του. Αντιθέτως η Ρενάτε γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστρία, έχει δουλέψει σε πολλά θέατρα της Ευρώπης, για την ώρα μένει στην Ελβετία, αλλά για μερικούς μήνες θα βρίσκεται στην Ελλάδα - αφού μετά το Κουαρτέτο θα σκηνοθετήσει στο Πορεία τις Βάκχες του Ευριπίδη.

«Σπούδασα χρυσοχόος, αυτό ήταν το πρώτο μου επάγγελμα. Αλλά από μικρή ήθελα να γίνω ηθοποιός, και κάποια στιγμή, μεγάλη πια, αποφάσισα ότι έπρεπε να ακολουθήσω το όνειρό μου. Πήγα στην Αμερική και έπειτα από μια πορεία που δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε συνηθισμένη, με πολλές εκπλήξεις, βρέθηκα στο Κρατικό Θέατρο της Στουτγκάρδης, ένα μεγάλο θέατρο με πολλούς ηθοποιούς και καλές παραστάσεις. Αυτός ήταν ο πρώτος μεγάλος σταθμός στο έως τώρα ιστορικό μου: έμεινα για 7 χρόνια δουλεύοντας ως ηθοποιός και διδάσκοντας στη Δραματική Σχολή του θεάτρου. Τον τελευταίο χρόνο μου εκεί συνέβη να σκηνοθετήσω μια παράσταση. Έτσι άνοιξε ένα καινούργιο πεδίο, αυτό της σκηνοθεσίας. Στη Στουτγκάρδη γνώρισα και δούλεψα για πρώτη φορά και με τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι, έναν άνθρωπο που έδωσε νέο ενδιαφέρον στη σχέση μου με το θέατρο. Είχε έρθει να σκηνοθέτησει την Τρικυμία του Σαίξπηρ».

Εκείνη την εποχή, το 2000, η Ρενάτε Τζετ συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να κάνει την ίδια ζωή για τα επόμενα 30 χρόνια. Και διαπιστώνοντας ότι είχε ήδη πάρει ό,τι ήταν να πάρει, αναζήτησε νέες διεξόδους στη μουσική - γιατί είναι και εκπληκτική τραγουδίστρια. Τότε ο Kριστόφ Βερλικόφκσι της ζήτησε να παίξει στοCleansed (2001) της Σάρα Κέιν κι ένα ακόμη κεφάλαιο άρχισε στη ζωή της.

«Με τον Κριστόφ ένιωσα αυτό που είχα νιώσει παλαιότερα, την περίοδο 1987-1991, όταν δούλευα στη Βιέννη με τον Ταμπόρι. Ο Βερλικόφσκι καταλαβαίνει την ανθρώπινη φύση και την αποδέχεται. Δεν ηθικολογεί, κι αυτό είναι ένα χάρισμα που έχουν λίγοι δημιουργοί στο θέατρο. Μου αποκάλυψε τη βαθιά σχέση που ενώνει τη ζωή με το θέατρο, τη δυνατότητα να μιλήσω γι' αυτή μέσω των θεατρικών κειμένων. Μου ενέπνευσε αμέσως εμπιστοσύνη γι' αυτό και -παρ' ότι τότε δεν ήταν ακόμη πολύ γνωστός στην Ευρώπη- αποφάσισα να δουλέψω κοντά του, με όλες τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται, όταν δεν γνωρίζεις τη χώρα, τους ανθρώπους της, τη γλώσσα».

Έκτοτε η Ρενάτε έπαιξε σε πολλές παραστάσεις του Βερλικόφσκι τόσο στην Πολωνία όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες - τελευταία μάλιστα συμμετείχε σε δύο παραστάσεις όπερας που σκηνοθέτησε ο Πολωνός σκηνοθέτης (βραβευμένος την περασμένη άνοιξη στη Θεσσαλονίκη με το ευρωπαϊκό βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες») στο Παρίσι.

Τη ρωτώ πώς εξηγεί το φαινόμενο της στροφής σημαντικών σκηνοθετών του θεάτρου στην όπερα, παρ' ότι συχνά οι σκηνοθεσίες τους ξενίζουν το παραδοσιακό κοινό της όπερας. Μου λέει: «Ένα είδος σύγκρουσης βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ της παραδοσιακής αντιμετώπισης του είδους και της έκδηλης ανάγκης το λυρικό θέατρο να έρθει πιο κοντά στο σύγχρονο βίωμα. Νομίζω ότι γι' αυτό συχνά πια στις μέρες ζητούν από σκηνοθέτες του θεάτρου να σκηνοθετήσουν παραστάσεις όπερας - γιατί είναι κοντύτερα στη ζωή, και μπορούν ν' ανοίξουν τον κλειστό κόσμο της όπερας στη ζωή».

Τέσσερα χρόνια πριν, στο Βίλνιους της Λιθουανίας, όπου παρουσιάστηκε το Cleansedτου Βερλικόφσκι, η Ρενάτε γνώρισε τον Δημήτρη Τάρλοου. Της πρότεινε να έρθει στην Αθήνα είτε για να σκηνοθέτησει είτε για να παίξει είτε για να τραγουδήσει. «Του είπα ότι προτιμώ να σκηνοθετήσω. Έτσι έγινε και βρέθηκα στην Αθήνα να σκηνοθετώ το The Μan Who».

Για την παράσταση που ετοιμάζει για το Φεστιβάλ Αθηνών δεν θέλει να πει πολλά. «Είναι μια διαδικασία που δεν ορίζεται ούτε και περιγράφεται. Καλύτερα από μένα θα μιλήσει για την παράσταση η ίδια η παράσταση. Είναι όπως στη ζωή, άλλο να τη ζεις κι άλλο να την περιγράφεις. Πάντως δεν έρχομαι στην Αθήνα για να πω στους ηθοποιούς εσύ θα κάνεις αυτό, εσύ εκείνο. Προσπαθώ μέσα από τις πρόβες να καταλάβω τι άνθρωποι είναι, και πώς μπορούν με το σώμα τους και το λόγο να εκφράσουν τα πολλαπλά νοήματα του έργου. Οι κινήσεις του σώματος, ο τρόπος που εκφράζεται, έχουν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με υποσυνείδητες δυνάμεις, με μνήμες που φέρουμε, κι αυτές επιδιώκω να αφυπνίσω. Σκέφτομαι την ερμηνεία σαν ένα μοχλό που ανακινεί τα βαθιά, σκοτεινά νερά της μνήμης» λέει.

Στην Αθήνα μένει στην οδό Επικούρου στου Ψυρρή και ναι, της αρέσει πολύ η ζωή της πόλης: «Μένω στο κέντρο, κοντά σ' ένα steak house που είναι ανοιχτό συνέχεια και όπου καταναλώνονται τόνοι κρέατος. Δεν ήρθα για να μείνω κάπου όπου οι ιστορίες των ανθρώπων δεν μπορούν να με φτάσουν. Κόσμος πάει κι έρχεται, φτωχοί μαύροι και πρεζάκια γυρνούν από δω κι από κει ακόμη και το πρωί. Βλέπεις τους Τσιγγάνους να κυκλοφορούν τον κόσμο τους πάνω στα αυτοκίνητα, ένα ξεχωριστό κόσμο. Μ' αρέσει που μπορώ να δω αυτό που συμβαίνει στην πόλη. Στις χώρες που συνήθως ζω τα πράγματα καλύπτονται. Ξέρω ότι δεν είναι πολλά χρόνια που έχουν έρθει τόσοι μετανάστες στην Αθήνα και είναι φυσικό κάποιοι να ενοχλούνται απ' αυτήν την "ξένη" πραγματικότητα, αλλά έχω την αίσθηση ότι για τους ξένους εδώ τα πράγματα είναι αρκετά καλά, υπάρχει μία συνθήκη αποδοχής. Ξέρετε και πού αλλού βλέπω ότι ζείτε με μεγαλύτερη ελευθερία και με περισσότερη ανθρωπιά; Στα αδέσποτα σκυλιά. Βλέπω ότι έχουν χώρο να επιβιώσουν, κανείς δεν τα βασανίζει, ούτε τα χτυπάει - μπορεί να συμβεί κι αυτό, υποθέτω, αλλά δεν είναι ο κανόνας. Υποθέτω ότι όσοι μένουν μόνιμα έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα στην καθημερινότητά τους, αλλά προτιμώ την ακαταστασία της Αθήνας από την πραγματικότητα των χωρών που έχω ζήσει, όπου όλα φαινομενικά είναι καθαρά και τακτοποιημένα».