Ο Χρήστος Λούλης πατάει σε μια επιφάνεια νερού. Είναι ο Λόρδος Μπάιρον και αυτή είναι η άκρη της λιμνοθάλασσας, στη πόλη που έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, στο νέο μουσικοθεατρικό έργο Σκιές στον Άδη του διακεκριμένου συνθέτη Αλέξανδρου Μούζα, που έρχεται σε πρώτη παρουσίαση μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Θωμά Μοσχόπουλου στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το έργο θα παρουσιαστεί για δύο μόνο παραστάσεις στις 27 και 28 Νοεμβρίου 2021, στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Το έργο αξιοποιεί αποκλειστικά αυθεντικά κείμενα του Λόρδου Μπάιρον επιλεγμένα από τις τελευταίες επιστολές του από την Ελλάδα, κατά το τελευταίο τρίμηνο της ζωής του: το ταξιδιωτικό Τσάιλντ Χάρολντ, το θεατρικό Κάιν, καθώς και ποιήματά του.

 

Μέσα σε ένα υποβλητικό «Greek gothic» περιβάλλον, ο Χρήστος Λούλης αιωρείται με τη μορφή του αρχετυπικού «έκπτωτου αγγέλου», στο υγρό και δυστοπικό περιβάλλον του Μεσολογγίου, σε έναν Άδη που παγιδεύει στις σκιές του τον ποιητή που συνέδεσε το όνομά του με την εμβληματική αυτή περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Μπορεί να μιλάμε για το τώρα και για τα μελλούμενα, αλλά αξίζει να γυρίσουμε πίσω και να δούμε τι έγινε, είναι ένας τρόπος να μάθουμε τις μικρές ιστορίες, τα ανέκδοτα, γιατί υπενθυμίζουν ότι η ιστορία που διάβαζα μικρός είχε να κάνει με γίγαντες, με τεράστιους φωτεινούς ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι μίκρυναν όσο μεγάλωνα εγώ, γιατί μάθαινα κι άλλα, κι άλλα, και είδα και τους τωρινούς "γίγαντες" που δεν ήταν τελικά και τόσο μεγάλοι και μου μπήκε η υποψία "λες να μην ήταν και τόσο μεγάλοι και παλιοί και να τους φώτιζε έτσι η ιστορία;"

 

«Για μένα», λέει ο Χρήστος Λούλης, «αυτή η απαιτητική παράσταση με τα ντοκουμέντα του Βύρωνα που αφορούν το ελληνικό ζήτημα με κάνει να ανατριχιάζω και προσπαθώ να ανακαλέσω, λέγοντας αυτά τα λόγια, τα αισθήματα του Βύρωνα απέναντι στην Ελλάδα, το Μεσολόγγι και τους Έλληνες κατοίκους της πόλης, μέσα στο περιβάλλον που δημιουργεί η ατμοσφαιρική μουσική του Αλέξανδρου, που φλερτάρει με την κινηματογραφική αισθητική, αλλά δημιουργεί και ένα ανάγλυφο του χαρακτήρα του Μπάιρον, με πάθη, εμμονές, ρομαντικά ιδεώδη που έρχονται σε σύγκρουση με τις έριδες και τις αντιμαχόμενες φατρίες που επιβαρύνουν το έργο της Επανάστασης. Προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε λοιπόν τον ψυχισμό αυτού του ανθρώπου που ήρθε με μια φλόγα και σε τρεις μήνες η φλόγα έσβησε και πέθανε μέσα σε ένα βουρκότοπο, όπως λέει το Μεσολόγγι».

 

Χρήστος Λούλης: θα ήθελα, ναι, να μεταρρυθμιστούμε, να προοδεύσουμε, να εκσυγχρονιστούμε πιο πολύ με τον Παπαδιαμάντη παρά με τον Τ.Σ. Έλιοτ».
«Σκέφτομαι ότι ένας νέος άνθρωπος, σούπερ σταρ της εποχής του, ένας όμορφος άντρας με έντονη ζωή, κατακτήσεις, καβαλάει αυτό το κύμα που το έφτιαξε ο ίδιος». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος / ΕΛΣ

 

«Όποιος πάει σήμερα στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να προσδοκά ιδιαίτερες ενδείξεις ακεραιότητας, αλλά να ελπίζει ότι ο χρόνος και η καλύτερη μεταχείριση θα εξαλείψουν τις σημερινές ληστρικές και λωποδυτικές τάσεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση. Αυτήν τη στιγμή οι αλυσίδες έχουν σπάσει, αλλά είναι πολύ νωρίς για να μεταμορφωθεί ο δούλος σε νηφάλιο πολίτη. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι είναι παλιοψεύτες. Ποτέ δεν υπήρξε τόση ανικανότητα για ειλικρίνεια από τότε που η Εύα ζούσε στον Παράδεισο. Όμως δεν απελπίζομαι. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αξίζει κάθε κόπος για χάρη τους, με την ελπίδα ότι ο χρόνος και η ελευθερία θ’ αναβιώσουν ό,τι η τυραννία κατέπνιγε, αλλά ίσως δεν εξάλειψε» γράφει ο Μπάιρον σε μια από τις περίπου 3.000  επιστολές του που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, κατατάσσοντάς τον, κατά ευρεία ομολογία, ανάμεσα στους σπουδαιότερους επιστολογράφους του 19ου αιώνα.

 

«Είναι καταπληκτικό να βουτάς στον κόσμο αυτής της προσωπικότητας. Σκέφτομαι ότι ένας νέος άνθρωπος, σούπερ σταρ της εποχής του, ένας όμορφος άντρας με έντονη ζωή, κατακτήσεις, καβαλάει αυτό το κύμα που το έφτιαξε ο ίδιος, για έναν χαμένο σκοπό που μέχρι τότε δεν είχε και πολλές πιθανότητες να ευοδωθεί, και δεν ήταν πολλοί στην Ευρώπη που τον έβλεπαν με καλό μάτι. Έφερε έναν ρομαντισμό πολύ δυνατό και ορμητικό και δεν ξέρεις από ένα σημείο και μετά –όπως λέμε και για τους ήρωες– αν ήρθε για να βοηθήσει την Ελλάδα ή τον εαυτό του.

 

Αλλά ακόμα και αυτό κάνει την προσωπικότητά του αινιγματική. Αυτός ο άνθρωπος ήρθε και ξανάρθε στην Ελλάδα, έδωσε όλα του τα χρήματα – ταυτόχρονα σκέφτομαι και τους Έλληνες που κοίταζαν ακόμα και στο νεκροκρέβατό του να αρπάξουν ό,τι μπορούσαν. Αλλά τι να κάνουμε, έτσι ήταν οι εποχές, έτσι ήταν η Ελλάδα.

 

Και βέβαια, δεν πρέπει να υποτιμάμε καθόλου ότι με την παρουσία του αλλά και τον πρώιμο θάνατό του αναδείχθηκε σε διεθνές σύμβολο του φιλελληνισμού και κίνησε αποφασιστικά, όσο κανένας άλλος, το ενδιαφέρον των ξένων δυνάμεων για την ελληνική εθνεγερσία.

 

Χρήστος Λούλης: θα ήθελα, ναι, να μεταρρυθμιστούμε, να προοδεύσουμε, να εκσυγχρονιστούμε πιο πολύ με τον Παπαδιαμάντη παρά με τον Τ.Σ. Έλιοτ».
Το έργο αξιοποιεί αποκλειστικά αυθεντικά κείμενα του Λόρδου Μπάιρον επιλεγμένα από τις τελευταίες επιστολές του από την Ελλάδα, κατά το τελευταίο τρίμηνο της ζωής του. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος / ΕΛΣ

 

Εγώ νιώθω με έναν τρόπο ωραία, γλυκά, γιατί όταν παίρνεις μέρος σε ένα τέτοιο έργο, βουτάς κι εσύ στην ιστορία που σε αφορά και νιώθεις να έχεις και μια μεγαλύτερη ευθύνη να ξανασυστήσεις ένα πρόσωπο στην κοινή μνήμη.

 

Μπορεί να μιλάμε για το τώρα και για τα μελλούμενα, αλλά αξίζει να γυρίσουμε πίσω και να δούμε τι έγινε, είναι ένας τρόπος να μάθουμε τις μικρές ιστορίες, τα ανέκδοτα, γιατί υπενθυμίζουν ότι η ιστορία που διάβαζα μικρός είχε να κάνει με γίγαντες, με τεράστιους φωτεινούς ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι μίκρυναν όσο μεγάλωνα εγώ, γιατί μάθαινα κι άλλα, κι άλλα, και είδα και τους τωρινούς "γίγαντες" που δεν ήταν τελικά και τόσο μεγάλοι και μου μπήκε η υποψία "λες να μην ήταν και τόσο μεγάλοι και παλιοί και να τους φώτιζε έτσι η ιστορία;". Αυτό με οδήγησε να διαβάσω την ιστορία όχι για να αποκαθηλώσω τους τότε αλλά για να εξυψώσω το σήμερα».

 

Ο Χρήστος μού θυμίζει τους στίχους του Σεφέρη «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω». Το λέει με την καθαρή του φωνή και μοιράζεται τη σκέψη ότι κάθε φορά είναι σαν υπενθύμιση: Μήπως πρέπει να καταλάβουμε, να νιώσουμε, ότι από τους ένδοξους αρχαίους μέχρι τον Καραϊσκάκη δεν ήταν ημίθεοι οι ήρωες, αλλά άνθρωποι με πάρα πολλά ελαττώματα, και έτσι να μπορέσουμε να κοιτάξουμε ψηλά προς τη σωστή κατεύθυνση, προς το φως;

 

«Ακόμα και οι αρχαίοι συγγραφείς, οι άνθρωποι που εμείς κυρίως οι ηθοποιοί σκύβουμε πάνω στα κείμενά τους, ήταν άνθρωποι της εποχής τους» λέει. «Δηλαδή ήταν άνθρωποι που κυκλοφορούσαν στην αγορά, άνθρωποι με εμπάθειες, αλλά εκείνη την ίδια στιγμή έγραφαν αυτά τα συναρπαστικά μέχρι σήμερα κείμενα, δεν τα έγραφαν επειδή ζούσαν στα σύννεφα. Εμείς, από την άλλη, σήμερα, δεν πιστεύουμε ότι έχει αξία κάτι που σκεφτόμαστε.

 

Χρήστος Λούλης: θα ήθελα, ναι, να μεταρρυθμιστούμε, να προοδεύσουμε, να εκσυγχρονιστούμε πιο πολύ με τον Παπαδιαμάντη παρά με τον Τ.Σ. Έλιοτ».
Μέσα σε ένα υποβλητικό «Greek gothic» περιβάλλον, ο Χρήστος Λούλης αιωρείται με τη μορφή του αρχετυπικού «έκπτωτου αγγέλου». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος / ΕΛΣ

 

Ας πούμε, ο Λόρδος Μπάιρον που ήταν αντιμέτωπος με μια ζοφερή πραγματικότητα, τις εσωτερικές διαμάχες, τα ψέματα και τη φιλαργυρία των Ελλήνων που τον εξόργιζαν, την ίδια στιγμή, μέσα στον κόσμο, κατέφευγε στον εσωτερικό του κόσμο, την αισθαντική αναπόληση και τον μεταφυσικό στοχασμό και μας άφησε αυτά τα κείμενα και αυτές τις σκέψεις».

 

Αλλά έζησα, και δεν έζησα μάταια,
το πνεύμα μου μπορεί να χάσει την ορμή του,
το αίμα μου τη φωτιά του,
το κορμί μου να χαθεί μέσα στον πόνο,
αλλά υπάρχει κάτι μέσα μου που θα καταπονήσει
το Μαρτύριο και τον Χρόνο
και θα ανασαίνει ακόμα όταν εγώ θα έχω ξεψυχήσει,
κάτι ξένο προς τη γη που δεν το στοχάζονται,
σαν την ανάμνηση του ήχου μιας άφωνης λύρας,
θα εισδύσει στα γαληνεμένα τους πνεύματα
και θα κινήσει μέσα στις καρδιές,
που τώρα είναι σκληρές σαν την πέτρα,
την όψιμη τύψη της αγάπης.
Τον κόσμο δεν αγάπησα, μήτε αγαπήθηκα από αυτόν.
Μα ωστόσο ας χωριστούμε σαν δυο ωραίοι εχθροί.

 

Ο Μπάιρον γράφει με την ψυχή γενναία έως την ύστατη στιγμή και για έναν σκληρό επίγειο κόσμο που αποχωρίζονται – «σαν δυο ωραίοι εχθροί». Με την υγεία του να έχει επιβαρυνθεί εξαιτίας του κλίματος και των κακουχιών, δεν εγκαταλείπει, πιστεύοντας ότι το ρομαντικό όραμα που υπάρχει μέσα του θα ανασαίνει και μετά το θάνατό του, ενώ το πνεύμα του ταλαντεύεται ανάμεσα στην πραγματικότητα του πολέμου, την αισθηματική διέγερση και τη φιλοσοφική ανησυχία.

 

Η υψιπετής του φαντασίωση έρχεται σε σκληρή αντίθεση με την απομαγεμένη πραγματικότητα του Μεσολογγίου, αλλά ο νους του είναι στραμμένος σταθερά προς την αγαπημένη του Ελλάδα.

 

«Σκέφτομαι ότι αυτή η επέτειος ήταν μια καλή αφορμή, αλλά πολλά πράγματα τα τσάκισε η πανδημία. Διαβάζουμε από ατομικό ενδιαφέρον, αλλά νομίζω θα πρέπει να υπάρχει ένα έναυσμα από την πολιτεία, τα σχολεία, να επιστρέφουμε ξανά και ξανά, μια σπίθα, η διάθεση να κάνουμε τα πράγματα ελκυστικά για τα παιδιά, για παράδειγμα, δείχνοντάς τους ότι το τώρα δεν έχει αλλάξει πολύ από το τότε και πρέπει να αλλάξει, ή να παραμείνει το ίδιο, εξαρτάται από την περίσταση και τη συγκυρία.

 

Χρήστος Λούλης: θα ήθελα, ναι, να μεταρρυθμιστούμε, να προοδεύσουμε, να εκσυγχρονιστούμε πιο πολύ με τον Παπαδιαμάντη παρά με τον Τ.Σ. Έλιοτ».
«Μπορεί να μιλάμε για το τώρα και για τα μελλούμενα, αλλά αξίζει να γυρίσουμε πίσω και να δούμε τι έγινε». Φωτο: Ε. Ζαχαροπούλου / ΕΛΣ

 

Εγώ επιδιώκω και μου αρέσει να διαβάζω ιστορία, κάθε φορά προσπαθώ να καταλάβω διαβάζοντας αν η ψυχή του λαού του Έλληνα έχει αλλάξει ή έχει μείνει ίδια. Πολλά πράγματα χρειάζονται χιλιάδες χρόνια για να αλλάξουν. Είναι η χώρα μας έτσι, η μορφολογία, η θέση μας, η μοίρα μας, μου αρέσει να τα βλέπω μικροσκοπικά και να τα ενώσω με το μακροσκοπικό. Όταν πάντα διαβάζω την ιστορία τη διαβάζω με την ίδια ζέση που διαβάζω τις εφημερίδες κάθε μέρα. Για να διαβάσεις την ιστορία πρέπει να έχεις και απόσταση και ψυχραιμία, έχουμε κάνει πολύ σοβαρά βήματα και άλλα δεν τα έχουμε κάνει, που ταυτοχρόνως με θέλγουν και με απωθούν.

 

Πολύ με προβληματίζει, για παράδειγμα, ότι είμαστε πολύ πίσω από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους όσον αφορά τον ορθό λόγο, όσο με προβληματίζει ότι πιθηκίζουμε τον ορθό λόγο των Ευρωπαίων χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν μας τον δικό μας πυρήνα. Κάτι μέσα μας παλεύει να αρθρώσει τον δικό του λόγο, που είναι μοναδικό, δεν είμαστε ούτε αυτό ούτε εκείνο, αλλά είναι και το ένα και το άλλο, ένας αγώνας που διαρκεί ακόμα και σήμερα και θα ήθελα, ναι, να μεταρρυθμιστούμε, να προοδεύσουμε, να εκσυγχρονιστούμε πιο πολύ με τον Παπαδιαμάντη παρά με τον Τ.Σ. Έλιοτ».

 

Ο Χρήστος με αφήνει για να συνεχίσει την πρόβα, ενώ ακούγεται η μουσική του Αλέξανδρου Μούζα. «Δεν περιέχει μουσικά δάνεια, ούτε παραπέμπει σε μουσικές αναφορές της εποχής ή την παράδοση. Στις επιστολές, αφήνεται στον ηθοποιό σχετική ελευθερία να χειριστεί το κείμενο εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων, ενώ στα ποιητικά κείμενα η παρτιτούρα απαιτεί απόλυτη ακρίβεια στην εκφορά του λόγου και ο ηθοποιός αναλαμβάνει ρόλο σολίστ» λέει ο συνθέτης.

 

Ακούγονται τα λόγια του Μπάιρον, μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα του σκηνικού με τον σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλο να καθοδηγεί τον Χρήστο Λούλη στην ύστατη περιπέτεια του ποιητή:

 

Σκιές στον Άδη, μυριάδες σκιές.
Εκεί κι η ουσία, εκεί κι η ζωή και ό,τι από αυτή απομένει.
Πελώριο πέπλο το Σύμπαν σκεπάζει.
Και μέσα από αυτό, το κάθε ένα πράγμα σαν φάντασμα μοιάζει.
Κι αν κάποιες θαρρούσαμε άξιες μορφές,
σ’ εμάς και σ’ εκείνες ανάμεσα, νέφος.
Ωσότου η δόξα, με κάποιο μελάγχολο φως, αυτό το σκοτάδι νικήσει.

 

Σκιές στον Άδη

Σύλληψη, μουσική, επιλογή κειμένων: Αλέξανδρος Μούζας

Μουσική διεύθυνση: Νίκος Βασιλείου

Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος

Σκηνικό: Ευαγγελία Θεριανού

Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού

Κινησιολογία: Αλέξης Φουσέκης

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος

Καλλιτεχνική συνεργάτιδα: Άννα-Μόσχα Καμπόσου

Λόρδος Μπάιρον: Χρήστος Λούλης

Συμμετέχουν οι χορευτές Αντώνης Βαής, Δέσποινα Λαγουδάκη και ενδεκαμελές μουσικό σύνολο

 

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ

27/11, 20:30 & 28/11, 19:30

Σε συνεργασία με τη Βυρωνική Εταιρεία Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης