«Έντα Γκάμπλερ» από την Άντζελα Μπρούσκου στο Μπάγκειον

«Έντα Γκάμπλερ» από την Άντζελα Μπρούσκου στο Μπάγκειον Facebook Twitter
Η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου επέλεξε καταρχάς ένα ιδανικο «σπίτι» για την Έντα Γκάμπλερ της: αναφέρομαι φυσικά στο υπέροχο Μπάγκειον, το κτίριο του Τσίλερ με την εκλεκτή αισθητική που ρήμαζε ως πρόσφατα στο κέντρο της Αθήνας, ένα θαυμαστό απομεινάρι του 19ου αιώνα, όταν το αίτημα της Έντα για «όμορφο θάνατο» είχε ακόμη νόημα.
0

Oταν πρωτοαντίκρισαν την Έντα Γκάμπλερ, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι σύγχρονοι του Ίψεν βίωσαν μεγάλη σύγχυση. Τους ήταν αδύνατο να ερμηνεύσουν αυτή την αινιγματική ηρωίδα, η οποία προκαλεί συνειδητά τον θάνατο ενός ανθρώπου και στη συνέχεια αυτοκτονεί, έχοντας στην πορεία εκφράσει ανελέητη περιφρόνηση για όλες τις κοινωνικές και οικογενειακές αξίες της εποχής της.

Παταγώδης αποτυχία θεωρήθηκε η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου το 1891 στο Μόναχο, με τον στόμφο της πρωταγωνίστριας να βυθίζει τον Ίψεν σε πελάγη απελπισίας, ενώ ακόμη και ο ίδιος ο Στανισλάφσκι, που ανέβασε το έργο την ίδια χρονιά, αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ανεπάρκεια της συμβατικής ρεαλιστικής προσέγγισής του.


Ελπίδα διαφάνηκε στην παράσταση του Λονδίνου: για πρώτη φορά οι κριτικοί μίλησαν για μια «υπέροχη σπουδή επάνω στην απάτη και τη σκληρότητα»*. Η Ελίζαμπεθ Ρόμπινς προσέγγισε την κεντρική ηρωίδα ως μυθιστορηματικό πρόσωπο, «αξιολύπητη στην πεινασμένη μοναξιά της [...] τραγική», όπως έγραψε αργότερα, «ένα κουβάρι αναξιοποίητων δυνατοτήτων, εκπαιδευμένο να φοβάται τη ζωή».

Ταυτόχρονα, η ηθοποιός δεν δίστασε να αναδείξει τη δαιμονική πλευρά της Έντα, τον σνομπισμό, τον εγωισμό, την απαξίωση της γυναικείας της φύσης και προπαντός την «έντονη επιθυμία της να προσδώσει νόημα στη ζωή της, ακόμη κι αν έπρεπε να το δανειστεί ή να το κλέψει από τη ζωή ενός άλλου».

Ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, μια προσωπικότητα που συνδύαζε την ιδανική αποστασιοποίηση των στωικών φιλοσόφων με την ταπεινότητα –αγαπημένη του λέξη– και τον αισθησιασμό, ένας αυτοκρατορικός Μάρκος Αυρήλιος με μοναχικό χιτώνα


Ακολουθώντας το παράδειγμα της Ρόμπινς, η μία μετά την άλλη οι ντίβες της εποχής επιχειρούσαν να ξεκλειδώσουν τον ψυχισμό της Έντα Γκάμπλερ, να ερμηνεύσουν τα κίνητρα, τη συμπεριφορά, τις συνειδητές και ασυνείδητες επιθυμίες της, το νόημα της αυτοκτονίας της.

Αν η Άλα Ναζίμοβα ήταν «μια γυναίκα-ορχιδέα», όπως τη χαρακτήρισε ένας κριτικός, η Ελεονόρα Ντούζε προτίμησε τον δρόμο της παραίτησης, παρουσιάζοντας «μια αποκαμωμένη ψυχή σε ένα εξαντλημένο σώμα» και η Τζιν Φορμπς-Ρόμπερτσον στάθηκε «πικρή όσο το απόσταγμα δηλητηριώδους κισσού».


Xρειάστηκε ένας πρωτοπόρος σκηνοθέτης του μεγέθους του Μέγιερχολντ για να σπάσει η τυραννία της χαρακτηρολογικής προσέγγισης και να επιτευχθεί το άλμα από τη φωτεινή «μονάδα» στο «σύνολο» του δραματικού πεδίου.

Στην παράσταση του 1906 ο Ρώσος πειραματιστής δημιούργησε έναν κόσμο αντι-ρεαλιστικό, ελαφρώς ονειρικό, που θα αποτύπωνε αυτό που υπάρχει «πίσω από το έργο του Ίψεν», όπως το έθεσε ο ίδιος.

Υιοθέτησε μια συμβολική παλέτα χρωμάτων για τα κοστούμια και έστησε ένα πολυτελές, αλλά παρακμιακό αρ-νουβό σκηνικό, όπου κυριαρχούσαν τα λευκά αντικείμενα. Πόρτες δεν υπήρχαν πουθενά. Οι ηθοποιοί πραγματοποιούσαν τις εισόδους και τις εξόδους τους περνώντας μέσα από τα δίχτυα που κρέμονταν στα πλαϊνά της σκηνής.

Το κοστούμι της Έντα την έκανε να μοιάζει με πλάσμα της θάλασσας. Η τεράστια λευκή πολυθρόνα στο κέντρο της σκηνής ήταν ο θρόνος της. Εκεί καθόταν την περισσότερη ώρα η ψυχρή «βασίλισσα». Το μπλε ζωγραφισμένο φόντο αντανακλούσε τις αισθητικές αναζητήσεις της.

Δεν ήταν εύκολο να ανατραπεί η συμβατική αντίληψη για την Έντα Γκάμπλερ, ότι επρόκειτο δηλαδή για ένα έργο ρεαλιστικό. Πέρασαν δεκαετίες μέχρις ότου να σημειωθεί η επόμενη πραγματική επανάσταση, διά χειρός Μπέργκμαν, ο οποίος αποκάλυψε την εσωτερική, αλληγορική διάσταση της Έντα Γκάμπλερ στην παράσταση-σταθμό του 1964.

Εκεί το σκηνικό θύμιζε μαυσωλείο, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και οι ηθοποιοί τριγυρνούσαν σαν φαντάσματα, «νεκρές ψυχές» εγκλωβισμένες στο καθαρτήριο της σύγχρονης αποξένωσης, φορείς μιας αμετάκλητης υπαρξιακής αγωνίας.

 
Χάρη στην εργασία και στην προσφορά σημαντικών καλλιτεχνών και μελετητών του Ίψεν είμαστε πλέον σε θέση να εντοπίζουμε τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία λειτουργεί το έργο, από το οποίο έχουμε αναμφίβολα αφαιρέσει την ταμπέλα του ρεαλισμού.

Η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου επέλεξε καταρχάς ένα ιδανικό «σπίτι» για την Έντα Γκάμπλερ της: αναφέρομαι φυσικά στο υπέροχο Μπάγκειον, το κτίριο του Τσίλερ με την εκλεκτή αισθητική που ρήμαζε ως πρόσφατα στο κέντρο της Αθήνας, ένα θαυμαστό απομεινάρι του 19ου αιώνα, όταν το αίτημα της Έντα για «όμορφο θάνατο» είχε ακόμη νόημα.

 
Στον πρώτο όροφο του ιστορικού κτιρίου, σε μια μεγαλοπρεπή ψηλοτάβανη αίθουσα με τοίχους μαραμένους από την υγρασία, φιλοξενείται ο κόσμος της παράστασης.

Όλα μοιάζουν να είναι εκεί: η αίσθηση ενός μεγαλείου που αντιστέκεται στη λαίλαπα του χρόνου –όπως η ηρωίδα που αρνείται τη φυσική τάξη πραγμάτων κι επιχειρεί να μείνει για πάντα κόρη του στρατηγού Γκάμπλερ–, ανθοδοχεία στο πάτωμα, μικρές εστίες φωτός, ένα ξεκοκαλισμένο πιάνο, ένας ξεφλουδισμένος, επιβλητικός καθρέφτης. Οι ηθοποιοί εισέρχονται, οι ήρωες αρχίζουν να σχηματίζονται, το νήμα σταδιακά ξετυλίγεται.

«Έντα Γκάμπλερ» από την Άντζελα Μπρούσκου στο Μπάγκειον Facebook Twitter
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σκηνοθέτις αφηγείται την «ιστορία» του έργου: η αφήγηση, όμως, αυτή δεν καταφέρνει να μεταπηδήσει από την αντικειμενική στην υποκειμενική ερμηνεία. Αρκείται σε μια γενικόλογη απόδοση, σε μια αξιοπρεπή σκιαγράφηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σκηνοθέτις αφηγείται την «ιστορία» του έργου: η αφήγηση, όμως, αυτή δεν καταφέρνει να μεταπηδήσει από την αντικειμενική στην υποκειμενική ερμηνεία. Αρκείται σε μια γενικόλογη απόδοση, σε μια αξιοπρεπή σκιαγράφηση. Όλα καλά στην επιφάνεια, αλλά στα βαθιά δεν βουτάμε ποτέ.

Για κανέναν από τους εμπλεκόμενους δεν τίθεται ζήτημα ζωής ή θανάτου: δεν αντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα το νόημα και το ειδικό βάρος του διακυβεύματος, δεν αισθανόμαστε απολύτως τίποτα όταν η Έντα καίει το χειρόγραφο του Λέβμποργκ, μένουμε αδιάφοροι όταν αυτοκτονεί (ή δεν αυτοκτονεί, εφόσον σηκώνεται ξανά και ξανά, εύρημα που επίσης δεν επιφέρει καμία φόρτιση στον θεατή).

Ένας πλούτος παραμέτρων παραμένει ανεκμετάλλευτος. Ένα ολόκληρο σύμπαν «πίσω από το έργο του Ίψεν» δεν αναδύεται ποτέ.

Η Παρθενόπη Μπουζούρη, χλωμή, αγέρωχη, κερδίζει καταρχάς τις εντυπώσεις σε επίπεδο όψης. Είναι αρκούντως θυμωμένη με όλη τη γελοιότητα του μικροαστισμού που την περιβάλλει: ψυχρή και απόμακρη, δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια να κρύψει την πλήξη και τη δυσφορία της.

Σημαντικά και εύστοχα όλα αυτά, διαπιστώνουμε όμως και εδώ το ίδιο πρόβλημα που χαρακτηρίζει το σύνολο της παράστασης: έλλειμμα ταυτότητας.

Η ηθοποιός υπηρετεί με επάρκεια την αποστολή της, δεν καταφέρνει όμως να προσδώσει στην ηρωίδα της τη σφραγίδα του μοναδικού. Αυτή την Έντα νιώθουμε πως την έχουμε ξαναδεί: όχι μόνο δεν μας αιφνιδιάζει αλλά επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας με τρόπο προβλέψιμο.


Το αντίθετο σχεδόν συμβαίνει στην περίπτωση του Θάνου Παπακωνσταντίνου: ένας Λέβμποργκ ορμητικός, διαφορετικός, «απ' αλλού φερμένος», φορέας μιας μυστηριώδους ενέργειας από άλλη εποχή που μας παραξενεύει και μας μαγνητίζει.

Πολύ καλός ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, ένας Τέσμαν αδιάβροχος, μια μικροαστική χαριτωμένη ύπαρξη που τιτιβίζει ανώδυνα, κρατώντας τις παντόφλες του και όλα τα σύμβολα της πρακτικής ζωής του.


Δυναμικά εισβάλλει η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, η Τέα της όμως δεν εξελίσσεται και, τελικά, δεν αφήνει καμία γεύση. Συμπαθής ως παρουσία, αλλά ισχνός ως δικαστής Μπρακ, ο Φιντέλ Ταλαμπούκας ουδέποτε κατορθώνει νας μας πείσει ότι συνιστά ουσιαστική απειλή για την Έντα.


*Οι πληροφορίες για την παραστασιογραφία του έργου και όλα τα αποσπάσματα από κριτικές της εποχής προέρχονται από το «Ibsen's lively art: A performance study of the major plays» των Frederick & Lise-Lone Marker

Ιnfo:

Χένρικ Ίψεν, Έντα Γκάμπλερ

Σκηνοθεσία-εικαστική άποψη: Άντζελα Μπρούσκου

Μουσική: Nalyssa Green

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Στέβη Κουτσοθανάση

Εκτέλεση παραγωγής: Ευάγγελος Κώνστας – Constantly Productions

Παίζουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ειρήνη Αϊβαλιώτου, Χριστίνα Παπαδοπούλου

 

Μπάγκειον ξενοδοχείο, Πλ. Ομονοίας 18, Αθήνα

Παραστάσεις: από 10 Φεβρουαρίου έως 25 Μαρτίου, Πέμπτη έως Κυριακή στις 21:00

Τιμές: 10-15 ευρώ

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης

Θέατρο / Πυγμαλίων Δαδακαρίδης: «Δεν θέλω να στενοχωρήσω τους παλιούς, αλλά έχουμε καλύτερους ηθοποιούς σήμερα»

Ένα έργο που παίζεται σπάνια, μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία, ένας εξαιρετικός θίασος σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά: Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης υποδύεται τον Ηρακλή Μαινόμενο, που πιστεύει ότι είναι η πιο ανθρώπινη τραγωδία του Ευριπίδη, για να φέρει μπροστά μας την ανθρώπινη διάσταση μιας μυθικής φιγούρας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Η σύγχρονη Μήδεια του Σάϊμον Στόουν στο Παλλάς

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2024 / Η σύγχρονη Μήδεια του Σάιμον Στόουν βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη στο Κάνσας

Το αδιέξοδο μιας γυναίκας που, έχοντας χάσει τα πάντα, εκδικείται τον πρώην άντρα της, σκοτώνοντας ό,τι έχει πιο ακριβό στη ζωή, τα παιδιά της: Από τον Ευριπίδη μέχρι το Κάνσας των ΗΠΑ, η ιστορία της Μήδειας αποτελεί κομμάτι κάθε εποχής.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
«Hecuba not Hecuba»: Μια σύγχρονη Εκάβη στην Επίδαυρο

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2024 / «Hecuba not Hecuba»: Μια σύγχρονη Εκάβη στην Επίδαυρο

Ο Πορτογάλος Τιάγκο Ροντρίγκες, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν και λάτρης της αρχαίας τραγωδίας, ανεβάζει με την Comédie-Française για πρώτη φορά δουλειά του στην Επίδαυρο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ευθύμης Φιλίππου: «Είμαστε και απάνθρωποι και σκληροί και μαλακοί και γλυκούληδες»

Συνέντευξη / Ευθύμης Φιλίππου: «Είμαστε και απάνθρωποι και σκληροί και μαλακοί και γλυκούληδες»

Ο συν-σεναριογράφος του «Ιστορίες Καλοσύνης» του Γιώργου Λάνθιμου φέρνει τον καταδικό του κόσμο στο Φεστιβάλ Αθηνών, σε μια παράσταση που βασίζεται στις επινοημένες λέξεις.
M. HULOT
Η πιο πολιτική σεζόν της Στέγης

Respublika / Onassis Stegi / Η πιο πολιτική σεζόν της Στέγης

Τα κείμενα, τα πρόσωπα, το ρεπερτόριο που αποτελεί δήλωση αγγίζοντας φλέγοντα και επίκαιρα θέματα, σε μια σεζόν που κλείνει με την παράσταση - φιλόδοξο κοινωνικό πείραμα του Λούκας Τβαρκόβσκι «Respublika».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
Γιάκουμπ Γιοζέφ Ορλίνσκι: O πρώτος σούπερ σταρ της όπερας που κέρδισε την Gen Z

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2024 / Γιάκουμπ Γιοζέφ Ορλίνσκι: O πρώτος σούπερ σταρ της όπερας που κέρδισε την Gen Z

Ο Πολωνός πολυβραβευμένος κόντρα τενόρος και breakdancer ετοιμάζεται για μια από τις πιο αντισυμβατικές βραδιές του φετινού προγράμματος στο Ηρώδειο.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Η Joanna Bednarczyk δημιούργησε τη μετα-αποκαλυπτική πραγματικότητα του Respublika

Respublika / Onassis Stegi / Εκείνη που δημιούργησε τη μετα-αποκαλυπτική πραγματικότητα του Respublika

H θεατρική συγγραφέας και δραματουργός της παράστασης, Joanna Bednarczyk, μιλά για την έμπνευση πίσω από το έργο, λέει πως ο στόχος δεν ήταν να δημιουργηθεί μια ουτοπία και είναι απαισιόδοξη για το μέλλον.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Στο making of του Respublika: Στη Μαλακάσα φτιάχνουν μια μικρή πόλη

Respublika / Onassis Stegi / Στο making of του Respublika: Στη Μαλακάσα φτιάχνουν μια μικρή πόλη

Πώς στήνεται η τεράστια παραγωγή του Λούκας Τβαρκόβσκι, που παρουσιάζει η Στέγη στο Terra Vibe; Τι θα δούμε, τι θα βιώσουμε και γιατί η εξάωρη αυτή εμπειρία υπόσχεται να είναι μία από τις πιο ελεύθερες (και απελευθερωτικές) της ζωής μας.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
«Το πείραμά μας ήταν παρανοϊκό, αλλά μας έκανε να αισθανθούμε ελεύθεροι»

Respublika / Onassis Stegi / «Το πείραμά μας ήταν παρανοϊκό, αλλά μας έκανε να αισθανθούμε ελεύθεροι»

Ο Λούκας Τβαρκόβσκι περιγράφει όσα απροσδόκητα συνέβησαν ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας ηθοποιών ώστε να προκύψει η εξάωρη παράσταση «Respublika», μια περφόρμανς που καταλήγει σε rave party, ξεκίνησε από τα δάση της Λιθουανίας και τη φέρνει η Στέγη στη Μαλακάσα.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ