Στην απίθανη ιστορία του «ήχου της Τζάφα», που άνθησε στο τέλος της δεκαετίας του '60 και τη δεκαετία του '70, με οδήγησε ένας δίσκος που κυκλοφόρησε λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Για την ακρίβεια, το εξώφυλλο ενός δίσκου που εμφανίστηκε τυχαία ανάμεσα στις κυκλοφορίες του Boomkat, που έδειχνε έναν τύπο σαν τον Τσακ Νόρις, με τα χέρια στους γοφούς, σε στάση «θες τσαμπουκά;», κάτι ανάμεσα σε καμάκι των '70s και αυτόν που ο Ηλίας Πετρόπουλος περιέγραφε ως τον πρώτο μάγκα τη φυλακής (και τον συνέδεε με τη φράση «μαγκιά, κλανιά και κώλο κουβαρίστρα»). Κάτι σαν τον Ζαγοραίο, ντυμένο με τα ρούχα του Τζον Τίκη ή του Τέρη Χρυσού, φωτογραφημένο έξω από το αρχαιολογικό μουσείο στα Ιεροσόλυμα.

Ο δίσκος έγραφε «"iPiP" Koko», στο site τον ανέφερε ως «Koko» Koko και δεν υπήρχε καμία άλλη πληροφορία, ούτε για τη μουσική που περιέχει ούτε για τον καλλιτέχνη του. Ψάχνοντας να βρω πληροφορίες για τον Koko, με έκπληξη ανακάλυψα ότι ήταν Μαροκινός και έκανε καριέρα στο Ισραήλ με τσιφτετέλια, τα οποία (bingo!) τραγουδούσε στα ελληνικά!


Το άλμπουμ με τα 10 τραγούδια που ήταν επανακυκλοφορία ενός δίσκου του από τα '70s περιέχει ελληνικά κομμάτια με τίτλους όπως «Stalla Stalla» (στάλα στάλα στάζει το αίμα απ' την καρδιά μου), «Chilly Chilly» (ντίλι ντίλι ντίλι ντίλι ντίλι ντίλι ντέλι, θέλω απόψε να χορέψω ένα τσιφτετέλι), «Barba Costa» (μπάρμπα Κώστα, μπάρμπα Κώστα, τα κορίτσια μην κοιτάς για τα βόδια σου δεν είναι, τέτοια δεν μπορεί να φας, μπάρμπα Κώστα τι χαμπάρια, παρτιτούρα μάτια ψάρια, τώρα θες αυγά μελάτα, γιατί έφυγαν τα νιάτα...), «Sti Nyasou» (στην υγειά σου θα πιω πάλι απόοοψεεεε...), «Grama Graphtos» (γράμμα γράφτο-στυλόοοοοο), «Katigori» (Κατηγορήσαμε εμένα που στον έδιωξα ο εγώ), «Chanomissa» (για να σου πάρω μια ματιά γειτόνισσα χανούμισσα), «Echo Capesses» (έχω κάψες και το λέω δίχως να ντραπώ, είναι που 'μαι ερωτευμένος πάω να τρελαθώ), «Philame» (όλα σε κουράζουν, δίχως λόγο κλαις, θες να χωριστούμε και δεν μου το λες) και «Allopia» (αλλοπία δεν καρτερώ γράμμα από τη γλυκιά μου μάνα). Μέσα στην παρένθεση είναι οι στίχοι όπως τους προφέρει ο Koko.

 

Η ιστορία της μεγάλης αγάπης των Ισραηλινών για την ελληνική λαϊκή μουσική ξεκινάει από το λιμάνι της Τζάφα, που άκμαζε για χιλιάδες χρόνια και μέχρι τότε ήταν ένα κέντρο που συγκέντρωνε μετανάστες, ναυτικούς και εμπόρους.


Συνειδητοποιώντας ότι, ναι, τραγουδάει ελληνικά (και μια χαρά ελληνικά για Μαροκινό – κάποιοι Έλληνες ποπ τραγουδιστές των '60s τραγουδούσαν τα ελληνικά με χειρότερη προφορά, ως ένδειξη κοσμοπολιτισμού) και ξεπερνώντας το αρχικό σοκ, διαπίστωσα ότι ο Koko ήταν φωνάρα και ότι οι εκτελέσεις όλων των κομματιών ήταν παραπάνω από καλές. Τσιφτετέλια, αλλά με φαρφίσα και σεφ κιθάρα να αντικαθιστά το μπουζούκι.

 

Στο bandcamp της ισραηλινής εταιρείας που τον επανακυκλοφόρησε (της Fortuna Records) το μόνο που αναφερόταν είναι ότι ο Koko, ακολουθώντας την ισραηλινή μανία των '60s και των '70s για την ελληνική μουσική, έμαθε να τραγουδάει ελληνικά και έφτιαξε αυτό το άλμπουμ, που χαρακτηρίζεται ως «tavern-style party» αριστούργημα. Κατέληγε: «Για όσους αγαπάνε τον Aris San και τον Levitros», οπότε η υπόθεση προσφερόταν για διερεύνηση.

 

 

Koko - Stalla Stalla


Ψάχνοντας να βρω ποιος ήταν ο Aris San (που είχε ξεκάθαρα ελληνικό όνομα), βρήκα ότι, σε αντίθεση με τον Koko, που δεν έγινε και πρώτη φίρμα, ο Aris ήταν σούπερ σταρ στο Ισραήλ, ένα από τα πιο μεγάλα ονόματα της μουσικής εκεί για πολλά χρόνια – μάλιστα, εξακολουθεί να είναι θρύλος.


Όμως η ιστορία της μεγάλης αγάπης των Ισραηλινών για την ελληνική λαϊκή μουσική ξεκινάει από το λιμάνι της Τζάφα, που άκμαζε για χιλιάδες χρόνια και μέχρι τότε ήταν ένα κέντρο που συγκέντρωνε μετανάστες, ναυτικούς και εμπόρους. Οι Έλληνες, οι Μαροκινοί, οι Τούρκοι, οι Αλγερινοί και οι Τυνήσιοι που συνωστίζονταν στα μαγαζιά της Τζάφα είχαν δύο πράγματα κοινά: το αλκοόλ και τη μουσική. Κάθε νύχτα μαζεύονταν στις τοπικές ταβέρνες, έπιναν και έπαιζαν τη μουσική που είχαν φέρει απ' την πατρίδα τους.

 

Αυτή η συνάντηση πολλών πολιτισμών δημιούργησε ένα μοναδικό περιβάλλον που ευνόησε τη δημιουργία αυτού που σήμερα είναι γνωστό ως «ήχος της Τζάφα». Όταν άρχισε να διαδίδεται η ξέφρενη κατάσταση που επικρατούσε εκεί τη νύχτα, μουσικοί και τραγουδιστές απ' όλη τη λεκάνη της Μεσογείου άρχισαν να φτάνουν μαζικά στην Τζάφα, αναζητώντας δουλειά σε ένα από τα πολλά κλαμπ ή στις ταβέρνες.

 

 

Koko - Echo Capasses


Από το τέλος της δεκαετίας του '60 και κατά τη διάρκεια των '70s η Τζάφα έζησε μια μουσική έκρηξη, με τους μουσικούς να παίζουν ζωντανά στις ταβέρνες εφτά νύχτες την εβδομάδα σε ένα κοινό που διασκέδαζε με την ψυχή του. Ο ήχος της Τζάφα δεν είχε καμία σχέση με τον κοσμοπολίτικο δυτικό ήχο που κυριαρχούσε στο πιο mainstream Τελ Αβίβ και, όπως ήταν φυσικό, αυτή η έντονη νυχτερινή διασκέδαση άρχισε να προσελκύει το κοινό του Τελ Αβίβ και των άλλων πόλεων και σιγά σιγά άρχισε να μεταφέρεται σε όλη τη Μέση Ανατολή.

 

Αυτός ο «άγριος» τρόπος διασκέδασης με πολύ ποτό, ντόπιο φαγητό και μουσική επηρεασμένη από τα τσιφτετέλια (κυρίως ελληνικά, αλλά και τούρκικα) έγινε γνωστός ως «Hafla», ενώ ένα δισκάδικο (και δισκογραφική), το Koliphone Records, έκανε τον «εξωτικό» αυτόν ήχο δημοφιλή σε όλη τη χώρα.

 

Οι ιδιοκτήτες του, οι αδελφοί Azoulay, ηχογραφούσαν ασταμάτητα τους καλλιτέχνες που ξεχώριζαν τη νύχτα και πουλούσαν τους δίσκους τους σε ένα κοινό το οποίο πολύ γρήγορα άρχισε να γιγαντώνεται. Στην αρχή κυκλοφορούσαν κυρίως ελληνική και τουρκική μουσική, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να κυκλοφορούν μαροκινούς, εβραϊκούς αλλά και δίσκους από την Υεμένη, αναδεικνύοντας αυτό το χωνευτήρι πολιτισμών που είχε γίνει η Τζάφα.


Ο πιο μεγάλος σταρ και ο πιο επιδραστικός ήταν ο Aris San, ένας βιρτουόζος της κιθάρας και τραγουδιστής, ο βασικός υπεύθυνος για τη δημιουργία του ισραηλινο-ελληνικού στυλ. Από την αρχή ξεχώρισε και σύστησε στο κοινό που άκουγε παραδοσιακή μουσική τον συνδυασμό ντραμς και μπάσου. Οι θαυμαστές του είχαν την εντύπωση ότι άκουγαν παραδοσιακό μπουζούκι, αλλά ο ήχος του Aris ήταν πολύ πιο δυνατός, επηρεασμένος έντονα από το αμερικανικό σερφ, στα όρια του ψυχεδελικού. Η επιτυχία του και ο πανζουρλισμός που προκαλούσε με τις εμφανίσεις του οδήγησαν πολλούς άλλους τραγουδιστές στο «πρωτοποριακό» στυλ που καθιέρωσε.

 

Τα επόμενα χρόνια τον μιμήθηκαν ένα σωρό, από τους οποίους ξεχώρισαν ονόματα όπως ο Trifonas, ο Levitros, ο Nino Nikolaidis και αρκετοί άλλοι.

 

 

Aris San - Dam Dam


Το «Boumpam» του Aris San κυκλοφόρησε το 1967 και γνώρισε εθνική επιτυχία στο Ισραήλ, δημιουργώντας ένα κύμα λατρείας γι' αυτόν τον ήχο σε όλη τη χώρα, το «greek craze», το οποίο κράτησε για πάνω από μία δεκαετία, κυριαρχώντας στις ταβέρνες. Μέχρι και σήμερα μπορείς να το εντοπίσεις – δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η εταιρεία που κάνει τις επανακυκλοφορίες του Jaffa sound έβγαλε πρόσφατα μια συλλογή («Hafla! - A Rough Guide to Jaffa's '70s Sound - Compiled by Fortuna Records») αποκλειστικά για ένα από τα πιο γνωστά εστιατόρια του Τελ Αβίβ, το Ha'Achim.


Και ο Levitros ήταν Έλληνας, αλλά τραγουδούσε κυρίως τουρκικά κομμάτια, και μόνο για χορό. Δεν έγινε τόσο γνωστός όσο ο Aris, αλλά άφησε το δικό του στίγμα στον ήχο της Τζάφα.


Ένας από τους εκατοντάδες που ήρθαν στην Τζάφα τη δεκαετία του '70, όταν ο ήχος κυριαρχούσε ήδη σχεδόν μια δεκαετία, ήταν και ο σχετικά άγνωστος Έλληνας τραγουδιστής Νίνο Νικολαΐδης. Με συμπαθητική εμφάνιση και βαθιά φωνή, ο Nίνο έγινε ένας από τους περιζήτητους τραγουδιστές της σκηνής και το ορχηστρικό κομμάτι του «Kiriakos 76» παιζόταν στην κορύφωση του γλεντιού, για να οδηγήσει τους θαμώνες στην έκσταση.


Τέτοιες μέρες (και νύχτες) που έζησε η ελληνική λαϊκή μουσική μέχρι το τέλος της δεκαετίας στη Μέση Ανατολή δύσκολο να ξαναζήσει.

 

Nino Nikolaidis - Kiriakos 76