Η ιστορία του Popay Edi είναι γεμάτη περιπέτειες και περιπλανήσεις, το απόλυτο μηδέν αλλά και μια τεράστια επιτυχία που ήρθε με μεγάλη επιμονή και δουλειά, που τον κάνει να αισθάνεται περήφανος. Η αλήθεια είναι ότι αυτήν τη στιγμή λίγοι άνθρωποι είναι τόσο πετυχημένοι στην Ελλάδα στον χώρο της μουσικής, όσο ο Popay Edi.

 

«Τα τελευταία τρία χρόνια, από το 2018, τα πιο πολλά κομμάτια στα πρώτα trends στην Ελλάδα ήταν δικά μου, 8 στα 10!» λέει με χαρά την ώρα που μας ξεναγεί στο νέο του στούντιο στην Ηλιούπολη, στο οποίο μόλις έχει μετακομίσει. «Είναι τόσο πολλά, που δεν τα θυμάμαι όλα για να τα αναφέρω. Από το 2018 κάθε εβδομάδα είμαι στα trending».


Πρόσφατα βραβεύτηκε επειδή δύο από τα κομμάτια που έχει ηχογραφήσει, το «MVP» του Light και το «Montecristo» του Mad Clip, είχαν τα περισσότερα views στο YouTube. «Είναι ηθική ικανοποίηση ένα βραβείο, αλλά δεν έχω πει ποτέ στη ζωή μου "είμαι ο καλύτερος", ούτε πρόκειται να το κάνω» λέει.

 

«Ο πατέρας μου και η οικογένειά μου γενικά είναι μορφωμένοι άνθρωποι, συγγραφείς, αλλά έφυγαν από την Κορυτσά ως πολιτικοί πρόσφυγες στις αρχές των '90s και ξεκίνησαν από την αρχή. Ο μπαμπάς μου, λοιπόν, μου έλεγε ότι ο άνθρωπος, μέχρι να πεθάνει, μαθαίνει, και όταν φτάσει στο σημείο να πει "είμαι ο καλύτερος", έχει τελειώσει σαν άνθρωπος. Δεν πάει παραπέρα».

 

Οι Έλληνες δεν έχουν βρει ακόμα κάτι αυθεντικά δικό τους, αντιγράφουν. Μια χαρά είναι, αλλά δεν έχουν εξελιχθεί, πατάνε στο αμερικανικό ραπ και δεν έχουν βάλει κανένα τοπικό στοιχείο, αντιγράφουν συνεχώς την Αμερική.


Ο Popay γεννήθηκε στην Κορυτσά και ήρθε στην Αθήνα όταν ήταν 8 χρονών. «Ήρθαμε στον Νέο Κόσμο, ήμασταν από τους πρώτους μετανάστες στην Ελλάδα. Στο σχολείο ήμουν ο πρώτος Αλβανός, δεν υπήρχε άλλος στον Νέο Κόσμο. Εκεί μεγάλωσα. Οι γονείς μου ήρθαν πρόσφυγες και πάλεψαν πολύ να τα βγάλουν πέρα. Όλο το σόι μας είχε πάει στην Αμερική, ήμασταν μόνοι μας στην Ελλάδα. Πρόκοψαν όμως.

 

Στο σχολείο ήμουν ο "Αλβανός" και έτρωγα μπούλινγκ στην αρχή, τους φαινόταν περίεργο, γιατί ήμουν ο πρώτος ξένος. Ήμουν παιδάκι, αισθανόμουν ότι με ξεχωρίζουν και ήταν σκληρό, γιατί ένιωθα μόνος μου. Μέχρι και ο διευθυντής μου φώναζε "Αλβανέ, έλα εδώ ρε!", αλλά οι Έλληνες βοήθησαν τους γονείς μου πάρα πολύ στην αρχή.

 

Ο Popay Edi ηχογραφεί το 80% των ελληνικών ραπ επιτυχιών
Έχω κάνει τα πάντα, παίζει να είμαι ο μόνος ηχολήπτης στην Ελλάδα που έχει ηχογραφήσει κάθε ράπερ, τράπερ, ροκ, πανκ μουσικό, έχω ηχογραφήσει αμέτρητα ονόματα, κυριολεκτικά. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Στα 9 οι γονείς μου μού αγόρασαν ένα φλάουτο, αλλά εγώ είχα μάθει το ραπ από τις γειτονιές του Νέου Κόσμου, του Βύρωνα. Άκουγα να ραπάρουν τα παιδιά και ήθελα να ηχογραφήσω κομμάτι. Ήταν δύσκολα τα πράγματα τότε, δεν είναι όπως τώρα, ήταν όλα πολύ ακριβά. Σε στούντιο μπήκα πρώτη φορά 12 χρονών και το πρώτο πράγμα που είπα ήταν "θα γίνω ηχολήπτης". Τρελάθηκα.

 

Ως πιτσιρικάς ζήταγα λεφτά από τους γονείς μου, και καλά για να τα φάω, και τα μάζευα για να πηγαίνω στο στούντιο. Δεν έφταναν, βέβαια, έτσι, μετά το σχολείο, δούλευα για να μαζεύω λεφτά για το στούντιο. Μετά φύγαμε από Νέο Κόσμο και ήρθαμε στη Γλυφάδα. Εδώ γνώρισα τη φάση Outkast Exellence. Ο Constantine the G μόλις είχε έρθει από Αμερική και στα 16 μου γνώρισα τους G, NOE, Mad Clip. Πήρα μια κάρτα ήχου και ένα μικρόφωνο από τα Jumbo, έφτιαξα ένα M-audio, και με ένα παλιό Sony πρόγραμμα, το πρώτο που είχε βγάλει η εταιρεία για ηχογράφηση, ηχογραφούσα τη φάση Outkast Exellence. Εκεί άρχισαν όλα. Ενώ προχωρήσαμε και κερδίσαμε το Battle of the band ως ΟΕ ‒ήμουν 18 τότε‒, άρχισα να σπουδάζω ηχοληψία. Πήγα στη SAE και προχώρησε η φάση». Εκτός από ηχολήπτης είναι και ράπερ, και μάλιστα πολύ καλός.


«Έχω κάνει τα πάντα, παίζει να είμαι ο μόνος ηχολήπτης στην Ελλάδα που έχει ηχογραφήσει κάθε ράπερ, τράπερ, ροκ, πανκ μουσικό, έχω ηχογραφήσει αμέτρητα ονόματα, κυριολεκτικά. Μου αρέσει, όταν ηχογραφώ ένα κομμάτι, να βάζω το στοιχείο μου στον τρόπο που το ηχογραφώ, έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος, δίνω το 100% και θέλω να καταλάβει ο καλλιτέχνης ότι αυτό που θα ηχογραφήσουμε πρέπει να γίνει hit. Αυτό είναι νόμος. Μετά, όταν μιξάρω, θέλω να έχω κάτι πολύ δικό μου στη μείξη, το χρώμα που πρέπει να βγει σε ένα κομμάτι.

 

Θεωρώ ότι το έχω καταφέρει σε μεγάλο βαθμό αυτό. Αν ακούσεις μείξη δική μου καταλαβαίνεις ότι είμαι εγώ κι αυτό το κυνηγάω πάρα πολλά χρόνια, με ταξίδια στο εξωτερικό, σε στούντιο της Ευρώπης. Ακόμα και τώρα το κυνηγάω, πηγαίνω σε συνέδρια. Σε αυτήν τη δουλειά δεν πρέπει να επαναπαύεσαι ποτέ. Έχω μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία ενός κομματιού, το 45%. Το 40% ανήκει στον καλλιτέχνη που το γράφει και το 15% είναι τύχη και άλλοι παράγοντες.

 

 

Popayedi - Kontroll


Κάτι γίνεται αυτήν τη στιγμή στη μουσική βιομηχανία της Ελλάδας και θα γίνει ακόμα καλύτερο, μόνο αν οι εταιρείες πληρώνουν τους καλλιτέχνες για να ηχογραφούν, όπως στο εξωτερικό, σε καλά στούντιο. Κι αυτό πάει αλυσίδα, ο ένας φέρνει τον άλλον, αλλιώς, αν δεν υπάρχει εταιρεία, δεν θα υπάρχει ούτε στούντιο ούτε καλλιτέχνες. Αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε σε πολύ καλή κατάσταση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και σε καλλιτέχνες και σε τεχνική καλλιτεχνών και σε ήχο. Είμαστε στην πεντάδα της Ευρώπης».

 

Τον ρωτάω για το επίπεδο του τραπ στο Κόσοβο, όπου έχει δημιουργήσει δική του σκηνή με βαλκανικό ήχο. «Στο Κόσοβο είναι πολύ υψηλό το επίπεδο, γιατί τα παιδιά είναι μια γενιά πιο πριν από μας, τους Αλβανούς. Εμείς βγήκαμε το '91, ενώ αυτοί υπάρχουν από το '80 κάτι. Εκεί μπορείς να μιλάς για Balkan sound, ενώ εδώ δεν υπάρχει κάτι ντόπιο στο τραπ. Όλοι αυτοί, όμως, έχουν μεγαλώσει στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Αγγλία, άρα έχουν πάρει την κουλτούρα αυτών των χωρών, όπως εγώ έχω μεγαλώσει στην Ελλάδα και έχω πάρει την ελληνική κουλτούρα. Είναι μια γενιά πιο μπροστά από μας.

 

Οι Γερμανοί, αυτήν τη στιγμή, και οι Γάλλοι, για διαφορετικούς λόγους, κάνουν κάτι νέο, παντρεύοντας παλιά και νέα στοιχεία. Στη Γερμανία υπάρχουν πάρα πολλοί Τούρκοι και Κοσοβάροι και κάνουν κάτι μπασταρδεμένο βαλκανομελωδικό, ενώ οι Γάλλοι, που έχουν Αλγερινούς και άλλους Αφρικανούς, που μιλάνε γαλλικά, έχουν πάρει πολλά από τη δική τους κουλτούρα. Στην Ελλάδα δεν γίνεται αυτό, γιατί η γλώσσα σε πάει πολύ πίσω ‒ αλλά και το μυαλό των ανθρώπων στην Ελλάδα σε θέμα μουσικής δεν είναι τόσο μπροστά, όσο είναι σε άλλες χώρες.

 

Μην ξεχνάς ότι αυτό που κάναμε εμείς εδώ πριν από 5 χρόνια, αυτοί το έκαναν πριν από 15, κι επίσης, τα λεφτά που δίνουν οι εταιρείες εδώ τα τελευταία 3 χρόνια, τα έδιναν πριν από 15 και 20 χρόνια στη Γερμανία. Όσο επενδύεις στον καλλιτέχνη, τόσο εξελίσσεται.

 

Ο Popay Edi ηχογραφεί το 80% των ελληνικών ραπ επιτυχιών
Έχω μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία ενός κομματιού, το 45%. Το 40% ανήκει στον καλλιτέχνη που το γράφει και το 15% είναι τύχη και άλλοι παράγοντες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Η επιτυχία του Sin Boy και του Toquel δεν ήταν κάτι τυχαίο, πήραν την κουλτούρα της Αλβανίας και του Κοσόβου και τις έκαναν αλά ελληνικά, έφεραν κάτι μελωδικό που δεν είχε κάνει κάποιος Έλληνας. Οι Έλληνες δεν έχουν βρει ακόμα κάτι αυθεντικά δικό τους, αντιγράφουν. Μια χαρά είναι, αλλά δεν έχουν εξελιχθεί, πατάνε στο αμερικανικό ραπ και δεν έχουν βάλει κανένα τοπικό στοιχείο, αντιγράφουν συνεχώς την Αμερική. Δεν κοιτάζουν στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια.

 

Αυτό θέλω να κάνω τώρα. Οι Έλληνες έχουν εγκλωβιστεί, γιατί όταν ο άνθρωπος σκέφτεται πώς θα βγάλει περισσότερα λεφτά και δεν σέβεται αυτά που έχει βγάλει ήδη, χάνεται. Χάνει την μπάλα και μένει στα ίδια. Ο Sin Boy θα μείνει στην ιστορία γιατί στην Ελλάδα, όταν φέρεις το διαφορετικό, θα το ακούσει ο κόσμος, κι αυτό που έφερε δεν το είχε κάνει κανείς άλλος. Το άλλο κακό με τους Έλληνες είναι ότι φοβούνται να αλλάξουν, δεν τολμάνε να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Το έκανε ο Saske και ήταν καταπληκτικό.

 

Έχει αρχίσει κάπως να ξεφουσκώνει η φάση με το τραπ, γιατί το κοινό το έχει βαρεθεί κάπως, δεν βγαίνει κάτι καινούργιο, ό,τι και να ακούσεις ακούγεται ίδιο. Ό,τι μένει ίδιο το βαριέσαι κάποια στιγμή.


Αυτό που κάνουν λάθος οι πιτσιρικάδες, και είναι πάρα πολύ βασικό, είναι ότι αντιγράφουν πάρα πολύ αυτούς που υπάρχουν ήδη, τους Έλληνες ράπερ. Αυτό είναι ό,τι χειρότερο, γιατί όταν προσπαθεί μια χώρα να εξελιχθεί στη μουσική, είτε αυτό λέγεται ραπ, τραπ ή ροκ, και απλώς αντιγράφει, μένει στάσιμη και αυτό είναι καταστροφικό. Δεν σε προχωράει σαν άνθρωπο κατ' αρχάς η αντιγραφή. Πώς θα εξελιχθείς; Το τραπ έκανε "μπαμ" γιατί έφερε κάτι νέο, τώρα τι να αντιγράψεις; Ο Light, ο Snik, ο Mad Clip υπάρχουν, γιατί να προσπαθήσεις να κάνεις το ίδιο; Άσε που είναι αδύνατο να φτάσεις σε αυτό το σημείο.

 

Μήπως στην Ελλάδα έχουμε μάθει να τα θέλουμε όλα έτοιμα, σε όλους τους τομείς, και δεν προσπαθούμε για το κάτι παραπάνω; Αυτό υπήρχε πάντα εδώ, και το βλέπω και τώρα σε πολλούς ανθρώπους, ενώ έξω την παλεύουν οι άνθρωποι μέρα-νύχτα και προσπαθούν για το καλύτερο. Αυτή είναι η διαφορά.

 

 

Popayedi ft BRES - Yamamoto


Έχει αρχίσει κάπως να ξεφουσκώνει η φάση με το τραπ, γιατί το κοινό το έχει βαρεθεί κάπως, δεν βγαίνει κάτι καινούργιο, ό,τι και να ακούσεις ακούγεται ίδιο. Ό,τι μένει ίδιο το βαριέσαι κάποια στιγμή. Και ένα hit αυτήν τη στιγμή έχει πολύ μικρή διάρκεια, μόλις φύγει από τα trends εξαφανίζεται. Αυτό σημαίνει ότι κάτι φταίει, ότι δεν είναι και τόσο δυνατά τα κομμάτια. Ειδικά όταν απευθύνεσαι μόνο σε πιτσιρικάδες και δεν περνάει αυτή η μουσική σε όλες τις ηλικίες, σε όλη την κοινωνία, δεν πρόκειται να έχεις διάρκεια.

 

Πιστεύω ότι όταν αγωνίζεσαι, τα καταφέρνεις. Αρκεί να αξίζεις και να κάνεις κάτι μοναδικό. Εδώ όλοι παίρνουν ένα λάπτοπ και το παίζουν beatmaker, έχουμε χάσει την μπάλα, δεν ξέρουμε ποιος είναι μουσικός παραγωγός. Σπουδάζουν οι άνθρωποι για να γίνουν μουσικοί παραγωγοί, δεν είναι μια λούπα από ένα λάπτοπ που βλέπουμε στο YouTube και μετά "κοπανάμε". Αυτό είναι η Ελλάδα τώρα, γι' αυτό και το επίπεδο φτάνει μέχρι ένα σημείο. Όλα τα πιτσιρίκια θεωρούν ότι μπορούν να γίνουν ράπερ ή beatmakers. Το θεωρούν πάρα πολύ εύκολο».

 

Φεύγοντας, μας μιλάει για το όραμα που έχει να δημιουργήσει έναν νέο ήχο στο καινούργιο του στούντιο, «με βιντατζιές και νέα τεχνολογία», αυτό ακριβώς που έχει κάνει μαζεύοντας εμβληματικά μηχανήματα, παλιά και νέα».


«Την Αθήνα δεν την αλλάζω με τίποτα» μας λέει την ώρα που μας συνοδεύει στο αυτοκίνητο. «Μου αρέσουν οι άνθρωποι, ο ήλιος, η κουλτούρα της και όταν ταξιδεύω οπουδήποτε και επιστρέφω εδώ, είμαι χαρούμενος, απ' όπου κι αν έρχομαι, όσο καλά και να έχω περάσει. Δεν έχω πολλές παρέες, οι φίλοι είναι σχεδόν μόνο μουσικοί, δεν πίνω, δεν καπνίζω, μου αρέσει πολύ η τζαζ, η αναλογική μουσική και να ηχογραφώ. Μια μέρα θέλω να αλλάξω τον ήχο».

 

 

Popayedi Ft. ATC GANG - BOOM

 

Facebook

Instagram