Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης με την ηλεκτρική κιθάρα του. «Πάρε με στο τηλέφωνο, λιγάκι να τα πούμε»...
0


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ
 Μανώλη Χιώτη, από τότε που επέστρεψε από την Αμερική, κάποια στιγμή περί την άνοιξη του 1968, έως και τον θάνατό του, τον Μάρτιο του 1970, είναι η πιο σκοτεινή του κι εκείνη που δεν είναι και τόσο καλά ντοκουμενταρισμένη.

Και τούτο γιατί ο Χιώτης απουσιάζει εντελώς από τον κινηματογράφο, καθότι μετά το 1968 δεν έχει ούτε μία εμφάνιση στο πανί, αφού το λαϊκό σινεμά της εποχής θα πρέπει να τον θεωρεί κάπως σαν ξοφλημένο, ενώ και στην δισκογραφία δεν έχει πια την παλαιά συνολική στήριξη της Columbia, αλλά βασικά των μικρών εταιρειών και κυρίως της Βεντέττας – μιας εταιρείας, που την είχαν ξεκινήσει η Πόλυ Πάνου και ο Πάνος Γαβαλάς το 1966. (Μάλιστα, θα «χώσει» και ο ίδιος κάποια λεφτά, στην Βεντέττα, στα μέσα του ’68, όταν ο Γαβαλάς είχε αποχωρήσει από ’κείνην, ιδρύοντας μιαν άλλη μικρο-εταιρεία, την Sonata).

Και κάπως έτσι, χωρίς την στήριξη κάποιων brand names της εποχής, ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε παρά να νοιώθει κάπως μόνος του, και βασικά ριγμένος.

Ο Χιώτης πάει (για τρίτη φορά) στην Αμερική το 1964, μαζί με την Μαίρη Λίντα φυσικά, και επιστρέφει χωρισμένος, το ’68 και με άλλη σύζυγο – την Μπέμπα Κυριακίδου.

Το κλασικό λαϊκό τραγούδι έχει οπισθοχωρήσει, το έχει «εξυγιάνει» η χούντα, ενώ ένα νέο είδος, το ελαφρολαϊκό, είναι στα πάνω του, με τους τραγουδιστές να μαζεύουν όλο το χαρτί και με τους συνθέτες (άσε τους στιχουργούς) να παίζουν το ρόλο του... φτωχού συγγενή

Έρχεται κουρασμένος, και μάλλον με φθορά στην υγεία του, γιατί η ζωή στην Αμερική δεν ήταν εύκολη, και βασικά, πατώντας το πόδι του ξανά στην πατρίδα, εκείνο που συναντάει είναι την δυσπιστία – από παράγοντες του χώρου και από τα ποικίλα κυκλώματα, που έχουν προχωρήσει χωρίς αυτόν, και που τον αντιμετωπίζουν κάπως σαν «ξένο σώμα».

Ο Χιώτης βρίσκει τελείως αλλαγμένο το τραγούδι, όταν έρχεται, όπως αλλαγμένο βρίσκει και τον κόσμο. Δεν είχε καμία σχέση το 1964, με το 1968.

Μπορεί ο Χιώτης να μην αντιμετωπίζει προβλήματα με το καθεστώς των συνταγματαρχών, αλλά η δικτατορία έχει διαμορφώσει νέα δεδομένα και στον χώρο του τραγουδιού και σ’ εκείνον της διασκέδασης.

Το κλασικό λαϊκό τραγούδι έχει οπισθοχωρήσει, το έχει «εξυγιάνει» η χούντα, ενώ ένα νέο είδος, το ελαφρολαϊκό, είναι στα πάνω του, με τους τραγουδιστές να μαζεύουν όλο το χαρτί και με τους συνθέτες (άσε τους στιχουργούς) να παίζουν το ρόλο του... φτωχού συγγενή.

Είναι η εποχή του Σταμάτη Κόκοτα, της Μαρινέλλας, του Γιάννη Πουλόπουλου, του νέου Γρηγόρη Μπιθικώτση (που δεν έχει καμία σχέση με τον προ-δικτατορικό), της Βίκυς Μοσχολιού και του Χρηστάκη – που με τα διάφορα καραγκιοζιλίκια του, στην πίστα, πλασάρεται και ως ο... Johnny Hallyday της Ελλάδος.

Όλο αυτό το σκηνικό είναι τελείως ξένο προς τον Μανώλη Χιώτη. Βρίσκει δηλαδή μία νέα κατάσταση, στην οποίαν δεν μπορεί να μπει και... να παίξει μπάλα.

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης με τα όργανά του. Μπουζούκια, κιθάρες, βιολί και με το «κινέζικο» επάνω του.

Παράλληλα έχει αλλάξει και η σύνθεση του κόσμου στα μαγαζιά, που δεν είναι πλέον λαϊκή, αλλά κυρίως μεσαία και αστική. Με τα νέα επαγγέλματα, τους εργολάβους, τους μηχανικούς, τους μεγαλέμπορους, τους ανώτερους δημόσιους υπάλληλους, τους εισαγωγείς-εξαγωγείς, για να μην πούμε και για τους... εφοπλιστές, και τους ανθρώπους του καθεστώτος (τους χουντικούς δηλαδή), να αποτελούν το νέο ακροατήριο – στα περισσότερο κυριλέ, πλέον, μαγαζιά της παραλίας ή και του κέντρου (τον χειμώνα).

Βεβαίως ο Χιώτης πάντα έπαιζε και για τον «καλό κόσμο», και πάντα του άρεσαν τα φανταχτερά μαγαζιά, αλλά οπωσδήποτε είναι άλλο η Αρζεντίνα / Ηλιοβασιλέματα στα τέλη του ’50 και άλλο τα Δειλινά, το 13 και η Νεράιδα στα τέλη του ’60.

Εν τω μεταξύ στην Αμερική, ο Χιώτης, όσο να ’ναι, έχει γνωρίσει κι άλλες μουσικές, σίγουρα θα άκουσε κι άλλη τζαζ, σίγουρα θα άκουσε και ροκ, και σίγουρα θα άκουσε και «μουσικές του κόσμου», και καθώς επιστρέφει από ’κει κουβαλά μαζί και τα όργανά του, τα οποία και προβάλλει τακτικά σε φωτογραφήσεις της εποχής! Φωτογραφίζεται, δε, μέχρι και με «κινέζικο» έγχορδο (έτσι το έλεγε)!

Είναι σαν να λέει στον κόσμο και βασικά στα «κεφάλια» των στούντιο και των εταιρειών... κύριοι, μπορεί να έλειψα τέσσερα χρόνια, αλλά γύρισα με νέες ιδέες και με όρεξη για νέα πράματα, το βλέπετε ή όχι;

Το 1968, όμως, ο κόσμος δεν καταλαβαίνει... ή δεν θέλει να καταλάβει. (Μάλλον το πρώτο, αλλά μπορεί και το δεύτερο).

Ο Μίμης Πλέσσας κάνει το “Greece Goes Modern” το 1967, στην Pan-Vox, διασκευάζοντας δημοτικούς σκοπούς για ροκ γκρουπ, αλλά κανείς δεν παίρνει χαμπάρι τίποτα. Ο δίσκος πουλάει... 50 αντίτυπα και ξεχνιέται, ακριβώς την ώρα που δημιουργείται. Καλά-καλά ούτε και ο ίδιος ο Πλέσσας δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς είχε πράξει...

Δεν υπάρχουν παραγωγοί στην ελληνική δισκογραφία, με γνώσεις και με όραμα, για να δουν εκείνο που συμβαίνει στην περίοδο των hippies, όταν το acid rock, το ψυχεδελικό ροκ δηλαδή, ανακατεύει τα πάντα και επηρεάζεται από τα πάντα – με τους μουσικούς όχι μόνον του ροκ, αλλά και της τζαζ, και του φολκ, και της αβανγκάρντ, και του ethnic, να πειραματίζονται με νέους ήχους, σε νέα πλαίσια, και προς πάσα κατεύθυνση, εντελώς ελεύθεροι από αισθητικές δεσμεύσεις.

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης με την τρίτη σύζυγό του, την τραγουδίστρια Μπέμπα Κυριακίδου

Και όχι μόνον οι νέοι μουσικοί, αλλά και οι παλαιότεροι, που βλέπουν «τι παίζει» και που θέλουν να ανακατευτούν με τα νέα ρεύματα, γιατί εκεί υπάρχει και πολλή, και αληθινή και σφύζουσα δημιουργία. Ό,τι έκανε, ας πούμε, ο Μάνος Χατζιδάκις στην Αμερική την ίδιαν εποχή...

Εδώ; Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – ο Ξαρχάκος κάπως κινείται παράπλευρα, αλλά είναι μάλλον μόνος του– άκρα του τάφου σιωπή. Για το ’68 λέμε πάντα.

Κι ενώ το ποπ / ροκ ξεκινάει στην Ελλάδα με πολύ καλές προοπτικές, μετά το ’64, και μετά την Βρετανική Εισβολή, με τα συγκροτήματα να ροκάρουν με θέρμη στο ξεκίνημά τους (Forminx, Juniors, Charms με Μάικ Ροζάκη, ξενόγλωσσοι Idols, Blue Birds, Sounds κ.λπ.), το ’68-’69 παρατηρείται όχι απλώς στασιμότητα, μα και οπισθοχώρηση ακόμη, αφού το υλικό που παράγεται σχεδόν όλες τις φορές δεν λέει απολύτως τίποτα. Χοντρικά είναι για κλάματα, αν αναλογιστούμε το τι συνέβαινε έξω την ίδια εποχή (ή και στην Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογιών, το 1965-66).

Ο Χιώτης επιστρέφει λοιπόν από την Αμερική και πέφτει, συν τοις άλλοις, και σε μια ποπ φάση «πεθαμένη». Χωρίς όρεξη για νέα πράματα, για καινοτόμες προτάσεις και χωρίς σχέδια για τον ήχο, γενικότερα, η πολύ μεγάλη πλειονότητα των νέων μουσικών συμπεριφέρεται λες και κάνει αγγαρεία.

Έπρεπε να έρθει ο Διονύσης Σαββόπουλος βασικά, στις αρχές των σέβεντις πια, την εποχή όπου ο Μανώλης Χιώτης θα έφευγε από τη ζωή, για να μπορέσει να γίνει εκείνο το σμίξιμο των νεανικών ρευμάτων με την παράδοση («Μπάλλος», «Μαύρη Θάλασσα») και με το λαϊκό τραγούδι («Ζεϊμπέκικο»), δημιουργώντας μια νέα κατάσταση (στη νεολαία, στους φοιτητές και αλλού). Να πράξει, δηλαδή, ο Σαββόπουλος ό,τι δεν είχε καταφέρει να πετύχει ο Πλέσσας, μ’ εκείνη την τελείως μεμονωμένη, αλλά σημαίνουσα προσπάθειά του, το 1967, που είχε πάει άπατη.

Το λαϊκό τραγούδι, εν τω μεταξύ, υποφέρει. Ο Καζαντζίδης έχει σταματήσει να εμφανίζεται, ο Διονυσίου δεν είναι ακόμη «όνομα», ο Γαβαλάς κι η Πόλυ Πάνου κάνουν δική τους εταιρεία και κάπου ψιλοχάνονται, αφού η Βεντέττα δεν μπορεί να έχει τον μηχανισμό μιας Columbia στο promotion, ενώ άλλοι παίρνουν τη μεγάλη απόφαση να πάνε στην Αμερική, εκεί όπου οι μετανάστες θα τους αντιμετωπίζουν, πάντα, σαν «βασιλιάδες». Αλλά με πολλή δουλειά και κάτω από δύσκολες συνθήκες (κλιματικές και γενικότερες).

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης παίζει το «κινέζικο» όργανο

Ο Μανώλης Χιώτης θα μπλέξει, αναγκαστικά, με τη νύχτα. Δεν είχε άλλη επιλογή. Τον Ιούνιο του ’68 θα πάει σ’ ένα καλό μαγαζί της παραλίας, το Σεραφίνο, μαζί με την σύζυγό του Μπέμπα Κυριακίδου, την Μπέμπα Μπλανς, συν την ορχήστρα του Κώστα Κλάββα, με Αλέκα Κανελλίδου, Σούλα Κοψίνη και Σάκη Παπανικολάου, αλλά πολύ γρήγορα, περί τα μέσα του Ιουλίου, «κάποιοι» θα τον φέρουν σ’ επαφή με την Μαίρη Λίντα, που έχει έρθει κι εκείνη από την Αμερική, αλλά με... άλλο αεροπλάνο και που τραγουδούσε, τότε, κάπου παραδίπλα.

Η Λίντα θα μπει στο πρόγραμμα του Σεραφίνο, αλλά με απούσα τώρα την Μπέμπα Κυριακίδου –ο κόσμος θα μιλήσει για την καλλιτεχνική επανένωση του θρυλικού ζευγαριού– ενώ οι «κάποιοι» θα βάλουν το ανόητο στοίχημα να ενώσουν και πάλι τον παντρεμένο Χιώτη με την πρώην γυναίκα του!

Ο Χιώτης δεν γουστάρει αυτή την ιστορία, αφού το να ξύνεις παλιές πληγές, ενώ είσαι και νιόπαντρος, δεν σε βγάζει πουθενά, και εξαιτίας μιας άστοχης προτροπής των καλοθελητών –να φιλήσει την Μαίρη Λίντα πάνω στο πάλκο, τη μέρα της γιορτής της, το Δεκαπενταύγουστο– εκείνος τα παρατάει όλα και αποχωρεί.

Το χειμώνα του 1968-69 ο Χιώτης διευθύνει το night club του ξενοδοχείου Acropole, στην Πατησίων (απέναντι-διαγώνια από το Πολυτεχνείο). Έχει πολύ καλό team δίπλα του και βασικά την Πόλυ Πάνου, μα ακόμη και την γυναίκα του Μπέμπα Κυριακίδου, την νεαρή Πίτσα Παπαδοπούλου και μια μοντέρνα χορευτική ορχήστρα, σίγουρα μία από τις δύο καλύτερες που υπήρχαν εκείνα τα χρόνια στη νύχτα, τους περίφημους Storks.

Το μαγαζί πάει πολύ καλά, η επιτυχία είναι δεδομένη, αλλά ο Χιώτης παρεξηγείται με την Πόλυ Πάνου, η οποία αποχωρεί από το σχήμα, και η φάση διαλύεται πριν την ώρα της.

Την επόμενη σεζόν 1969-70, την τελευταία της ζωής του, θα άρχιζαν τα σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Μανώλης Χιώτης ετοιμάζει ένα πρόγραμμα στο κέντρο Ξημερώματα (Πατησίων 388), έχοντας δίπλα του την Μπέμπα Κυριακίδου, τον Γιώργο Χατζηαντωνίου (που τραγούδησε το τελευταίο κατά πάσα πιθανότητα τραγούδι που έγραψε ο λαϊκός βάρδος, το ανατριχιαστικό «Θα κάνω ότι πέθανα»), την Λίτσα Διαμάντη, την Άννα Μαριάνα, την Κάσσυ Τζάνετ (Κασσιανή Τζανετάκου, αδελφή του Αλέκου Τζανετάκου) κ.ά., ενώ τον Φλεβάρη θα έμπαινε στο σχήμα και ο Αντώνης Ρεπάνης. Ο Χιώτης, ένας απογοητευμένος κατά βάθος άνθρωπος, είχε υποστεί ήδη ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο τον Γενάρη, πριν επανακάμψει στα Ξημερώματα και πριν σταματήσει μια για πάντα...

Όλοι λένε πως ο Χιώτης ήταν «κύριος» με όλους στις σχέσεις και τις δοσοληψίες του – με τους μουσικούς, τους συνεργάτες του, τους πάντες. Όμως, πίσω από τις λίγες συνεντεύξεις που είχε δώσει εκείνη την εποχή κρύβεται μια αγωνία, μια απογοήτευση ή κι ένας θυμός ακόμη.

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης είχε ξεκινήσει τις σπουδές του, μαθαίνοντας βιολί

Ο Χιώτης δεν είχε οικονομικά προβλήματα, τουλάχιστον εμφανή (σε μια συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο», στην Αγγελική Δαμίγου, τον Ιούλιο του ’68, είχε πει πως έβγαζε τέσσερα με πέντε χιλιάρικα τη βραδιά και πως είχε αγοράσει μερικά σπίτια και πολλά κτήματα, ενώ είχε και τη μισή Βεντέττα), αλλά αυτό δεν του αρκούσε.

Ήξερε πως ήταν «ο πρώτος» και πως κάποιοι του στερούσαν, για άλλους λόγους, τα πρωτεία. Αυτό δεν μπορούσε να το χωνέψει. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι η εποχή, έτσι όπως κυλούσε, ή έτσι όπως την είχαν κάνει να κυλάει, δεν τον χρειαζόταν. Κι έτσι ερχόταν στην αγωνιώδη φάση να υπενθυμίζει διαρκώς τι είχε κάνει και γιατί οι άλλοι θα έπρεπε να του χρωστούν, για όλα εκείνα που είχε κάνει.

Έμοιαζε να περιαυτολογεί και να επαίρεται ο Μανώλης Χιώτης, να λέει συνέχεια ... εγώ... εγώ... εγώ... εγώ έκανα εκείνο... εγώ έκανα το άλλο... Δεν είχε κάποιον δίπλα του, που να μπορεί να τον ρεγουλάρει, να τον πιστέψει και να του ανοίξει νέα πεδία, νέους δρόμους και στα κέντρα και στη δισκογραφία. Να του πει, δηλαδή, πως τα λόγια δεν έχουν κανένα νόημα και πως θα έπρεπε να προχωρήσει σε συγκεκριμένα έργα – αφού εκείνα μένουν. Εν τω μεταξύ οι εταιρείες ήταν κράτος εν κράτει τότε και άμα τους πήγαινες κόντρα, σε περιθωριοποιούσαν στο πι και φι.

Όταν ο Χιώτης έλεγε πως «το σφάλμα είναι στις εταιρείες δίσκων, που ανέδειξαν αρκετούς (τραγουδιστές), που η αξία τους είναι κάτω του μετρίου» (συνέντευξη στο «Πρώτο», στον Τάσο Κουτσοθανάση, τον Ιούλιο του ’68, που διασώζει ο Γιώργος Αλτής στο βιβλίο του «Λαϊκά πορτρέτα ΙΙ») ήξερε ότι αυτό θα το πληρώσει.

Είχε δίκιο ο Χιώτης σε πολλά. Πίστευε ότι, ερχόμενος από την Αμερική, γεμάτος από εμπειρίες και με νέες ιδέες, θα μπορούσε να ξαναβρεθεί με άνεση στην κορυφή και να μείνει εκεί ες αεί. Εδώ που τα λέμε... το άξιζε.

Ο Μανώλης Χιώτης στην τελευταία περίοδο της ζωής του, από το 1968 έως το 1970 Facebook Twitter
Ο Μανώλης Χιώτης το 1968

Θα το έκανε, αν εύρισκε ένα άλλο κοινό για να τον στηρίξει ως «μεσσία» – ήθελε έναν Σαββόπουλο, ας πούμε, δίπλα του ή έναν Τάσο Φαληρέα. Άτομα από άλλους χώρους εννοούμε. Όχι από τον λαϊκό περίγυρο. Αν ζούσε μερικά χρόνια ακόμη θα τους συναντούσε. Είναι σίγουρο. Ο Σαββόπουλος έδωσε νέο κοινό στην Δόμνα Σαμίου, στον Τάσο Χαλκιά, στην Σωτηρία Μπέλλου, για να μην πούμε ακόμη και στον Βασίλη Τσιτσάνη – μεγάλες προσωπικότητες, αλλά περιχαρακωμένες έως τότε σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο.

Οι παλιοί ρεμπέτες, όσοι ζούσαν ακόμη στα πρώτα χρόνια του ’70, θα αντιμετωπίζονταν κάπως σαν «ιερά πρόσωπα» και δεν υπήρχε ροκάς, που να καταλάβαινε πέντε πράματα και να μην αντιλαμβανόταν, την ίδια ώρα, τι σήμαινε το δίδυμο Τσιτσάνης-Μπέλλου το 1973-74. Αυτές τις τιμές ο Χιώτης δεν τις ένοιωσε. Δεν πρόλαβε. Μέγιστη αδικία... ό,τι και να λέμε τώρα.

Προσωπικά δεν θα σταματήσω ποτέ να ονειρεύομαι τον Χιώτη να βγαίνει αγέρωχος με την ηλεκτρική κιθάρα του στο Κύτταρο, μετά τον Τάσο Χαλκιά, ντυμένος «στην πένα», αμερικάνικα να πούμε, και με τον Γιάννη Σπάθα, από κάτω, να γουρλώνει τα μάτια του και να... κρατάει σημειώσεις.

[Εντάξει η Πόλυ Πάνου, μεγάλη, αλλά εδώ λέμε για τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα και για το τελευταίο λεπτό – ο άνθρωπος ήταν από άλλο πλανήτη!]

Παναγιά μου κάτι μάτια - Πόλυ Πάνου, Μανώλης Χιώτης

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

50 χρόνια από τον θάνατο του Μανώλη Χιώτη: Όταν ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη

Σαν σήμερα / 50 χρόνια από τον θάνατο του Μανώλη Χιώτη: Όταν ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη

Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, τον Μάρτιο του ’70, ο Μανώλης Χιώτης συμπαρίσταται στον κρατούμενο στον Ωρωπό Μίκη Θεοδωράκη μ’ έναν συνταρακτικό τρόπο.
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 78 χρόνια

Μουσική / Βίκυ Μοσχολιού: «Έφυγα από τα μπουλούκια, για να με ακούνε προσεκτικά, χωρίς τον θόρυβο των σπασμένων πιάτων»

Πεθαίνει σαν σήμερα το 2005 μια από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ερμηνεύτριες. Διαβάστε μια σπάνια συνέντευξή της Βίκυς Μοσχολιού από την δεκαετία του ’70, στην οποία μιλά για τους Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Καζαντζίδη, Μαρινέλλα και για άλλα πολλά.
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο νέος δίσκος του Γιάννη Κότσιρα είναι ανθοδοχείο

Μουσική / «Παράθυρο στο άπειρο»: Ο Γιάννης Κότσιρας σε ανέκδοτους στίχους του Άλκη Αλκαίου

Κάθε κομμάτι με ανέκδοτους στίχους του Άλκη Αλκαίου είναι μια είδηση για το τραγούδι. Και είναι διττή η ταυτότητα του συγκεκριμένου δίσκου, όπως και η συνολική πορεία του ερμηνευτή του.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ
«Κοντεύω να τρελαθώ!»: Οι ερωτικές επιστολές του Έρικ Κλάπτον προς τη σύζυγο του Τζορτζ Χάρισον

Μουσική / «Κοντεύω να τρελαθώ!»: Οι ερωτικές επιστολές του Έρικ Κλάπτον προς τη «Layla»

Οι βαθιά ειλικρινείς ερωτικές επιστολές του Έρικ Κλάπτον προς την Πάτι Μπόιντ, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με τον Τζορτζ Χάρισον, βγαίνουν σε δημοπρασία, αποκαλύπτοντας ένα από τα πιο διαβόητα ερωτικά τρίγωνα του ροκ σύμπαντος.
THE LIFO TEAM
Ένας σύγχρονος οργανοποιός Ήφαιστος

Μουσική / Σε ένα μικρό εργαστήριο στην εξοχή της Αττικής, ο Ανδρέας Σίκκης κατασκευάζει ένα νέο μουσικό όργανο

Ενώ παλαιότερα η συντριπτική πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων ήταν από την υπόλοιπη Ευρώπη, την Αμερική, ακόμα και την Ιαπωνία, το handpan με τον ιδιαίτερο, ονειρικό του ήχο κερδίζει όλο και περισσότερους θαυμαστές στην Ελλάδα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΛΗΣ
Toquel: «Νιώθω ότι τα οφείλω όλα στη μάνα μου»

Μουσική / Toquel: «Νιώθω ότι τα οφείλω όλα στη μάνα μου»

Από το «Karolina» μέχρι τη σαρωτική επιτυχία του «1111» ο Toquel έχει αλλάξει πολύ ως καλλιτέχνης, ως άνθρωπος, όμως, είναι πάντα ίδιος, το παιδί που είχε φιλοδοξία να κάνει καλά τη μάνα του και να κατακτήσει την κορυφή. Στο ΟΑΚΑ γιορτάζει την επιτυχία του με ένα σόου που δεν έχει ξαναδεί το ελληνικό ραπ.
M. HULOT
Τι δουλειά έχει να διδάσκεται η Τέιλορ Σουίφτ στο Χάρβαρντ;

Μουσική / Τι δουλειά έχει να διδάσκεται η Τέιλορ Σουίφτ στο Χάρβαρντ;

Η καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο Χάρβαρντ, Στέφανι Μπαρτ, εξηγεί σε κείμενό της στο «The Atlantic» γιατί επέλεξε να διδάξει ένα μάθημα με τίτλο «Η Τέιλορ Σουίφτ και ο κόσμος της» στο εξάμηνο που μόλις ξεκίνησε.
THE LIFO TEAM
H ραπ και ο Παζολίνι

Αφιέρωμα Σαλό / «Να λες πως πέθαινα 120 ημέρες μια Τρίτη»: H ραπ και ο Παζολίνι

Mε αφορμή την ταινία του Παζολίνι, εννέα καλλιτέχνες της ελληνικής ραπ σκηνής συνθέτουν πρωτότυπα τραγούδια με στίχους που αντλούν την έμπνευσή τους από το περιεχόμενο της ταινίας αλλά και από το ευρύτερο ποιητικό σύμπαν του Ιταλού σκηνοθέτη.
M. HULOT
Pitchfork: Πώς η Condé Nast αγόρασε και κατέστρεψε το εμβληματικό μουσικό site μιας ολόκληρης γενιάς

Μουσική / Pitchfork: Πώς η Condé Nast αγόρασε και κατέστρεψε το εμβληματικό μουσικό site μιας ολόκληρης γενιάς

Οι άγριες περικοπές, οι σχεδόν συνεχείς εταιρικές αναδιαρθρώσεις και αποχωρήσεις και κυρίως οι δραματικές αλλαγές στα ψηφιακά μέσα είχαν αρχίσει να διαβρώνουν το Pitchfork από την αρχή της ένταξής του στον εκδοτικό κολοσσό.
THE LIFO TEAM
Alessandro Cortini: «Ο Vangelis είναι το είδωλό μου»

Αποκλειστική συνέντευξη / Alessandro Cortini: «Αφού δεν μπορώ να τα βάλω με τον διάβολο που λέγεται Spotify, ας τον εκμεταλλευτώ»

Ο 47χρονος κιμπορντίστας των Nine Inch Nails έρχεται στο Stegi.Radio Takeover για μία εμφάνιση που θα βασίζεται στο strega, το αναλογικό συνθεσάιζερ που έχει εφεύρει. Ένας από τους ελάχιστους γνωστούς καλλιτέχνες που προσπάθησε να αποσύρει τη μουσική του από το Spotify δηλώνει σκληροπυρηνικός φαν του Βαγγέλη Παπαθανασίου.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ