Γεννήθηκα στον Βόλο, από πατέρα που είχαν φέρει μωρό με την Καταστροφή του '22 από τη Σμύρνη στην Ελλάδα και μητέρα Βολιώτισσα. Ο πατέρας μου δούλευε στις εγκαταστάσεις της BP έξω από τον Βόλο και όταν ήμουν γύρω στα τρία, πήρε μετάθεση στην Αθήνα. Ουσιαστικά μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Με τη μουσική δεν θυμάμαι να είχα καμιά ιδιαίτερη σχέση. Με ενδιέφεραν το ποδόσφαιρο και η ζωγραφική. Ζωγράφιζα μετά μανίας και ο ιδανικός αποδέκτης της τέχνης μου ήταν η γιαγιά μου η Σοφία ‒ η γιαγιά η Σμυρνιά που έμενε μαζί μας. Ό,τι ζωγράφιζα το πήγαινα στη γιαγιά, γιατί ήταν η μόνη που μου έλεγε «μπράβο».


• Δεν θα έλεγα ότι οι γονείς μου ήταν τρομερά φιλόμουσοι ή ότι στο σπίτι μας ακουγόταν συνέχεια μουσική. Υπήρχε, όμως, στο χολ το Grundig, που ήταν πικάπ και ραδιόφωνο και υπήρχαν και δίσκοι: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μούσχουρη, Σινάτρα, που άρεσε στον πατέρα μου, Ιβ Μοντάν. Μια αστική δισκοθήκη, με εξαίρεση τα δισκάκια της γιαγιάς, η οποία, ενώ ήταν Σμυρνιά με γαλλικά και πιάνο, στην Ελλάδα είχε εξελιχθεί σε μια λαϊκή φιλόσοφο και γυναίκα της διπλανής πόρτας. Στον Βόλο έζησε την οικογένειά της κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών ‒ η ίδια μου έλεγε ότι είχε μαθητή και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, που ήταν γείτονάς της. Η γιαγιά, λοιπόν, πήγαινε και αγόραζε κάτι δισκάκια του Νίκου Ξανθόπουλου, του παιδιού του λαού, που ήταν πρόσφυγας και κυνηγημένος, του Νταλάρα, του Καλατζή, τις επιτυχίες της εποχής δηλαδή.


• Η επανάσταση έγινε όταν ο αδερφός μου, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, άρχισε να φέρνει κάποιους άλλους δίσκους, από έναν άλλο γαλαξία: του Ντίλαν το «Nashville Skyline», το «Περιβόλι του Τρελλού» του Σαββόπουλου, το «White Album» των Beatles, το «Band of Gypsys» του Jimi Hendrix. Ακολούθησαν πολλά ακόμα, τα οποία είτε τα αγόραζε είτε τα δανειζόταν από φίλους του, και πραγματικά για μένα άνοιξε μια πόρτα σε έναν θαυμαστό νέο κόσμο. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο ερέθισμα που με έκανε να ανακαλύψω τη μουσική και να θέλω να πάρω κιθάρα όσο το δυνατό πιο γρήγορα.

 

Είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος και πιστεύω ότι η σύγκριση με το παρελθόν μάλλον μας μπερδεύει παρά μας ξεκαθαρίζει το τοπίο. Έπειτα, λέμε ότι ήταν τέλεια τη δεκαετία του '60, αλλά τότε συνέβαιναν και φρικτά πράγματα. Καταρχάς, είχαμε χούντα.


• Από τότε άρχισα να σκοτίζω τον πατέρα μου να μου φέρει μια κιθάρα απ' τον Βόλο. Είχε κάνει το λάθος να μου πει ότι όταν ήταν νέος είχε μια κιθάρα και κάπου την είχε παρατήσει σε ένα σπίτι στον Βόλο, οπότε κάθε φορά που πήγαινε εκεί για δουλειές, του ασκούσα πίεση αφόρητη να φέρει την κιθάρα. Ήμουν πολύ πεισματάρης, επίμονος και πολύ φορτικός και κάποια στιγμή την έφερε. Έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια, με μια κιθάρα που ήταν φτιαγμένη τη δεκαετία του '30, την οποία την πήγαμε στον Ζοζέφ, τον περίφημο οργανοποιό στον Πειραιά που έφτιαχνε κιθάρες και μπουζούκια. Κάπως διορθώθηκε τσάτρα-πάτρα η κιθάρα και ακολούθησα μια πορεία αυτοδίδακτου, χωρίς αυτό να είναι δική μου απόφαση.

 

Έκανα μια προσπάθεια, πήγα στο Εθνικό Ωδείο στη Νέα Σμύρνη, αλλά μετά από έναν χρόνο απογοητεύτηκα πλήρως, γιατί εγώ ήθελα να βρω έναν τρόπο να μάθω να παίζω αυτά τα μαγικά τραγούδια που άκουγα στους δίσκους. Αυτά που μάθαινα στο ωδείο ήταν πολύ μακριά απ' όσα ονειρευόμουν. Την πρώτη χρονιά έμαθα ένα πολύ απλό κομμάτι του Μπαχ για κλασική κιθάρα και επειδή υπήρχε κι ένα κλίμα αποστειρωμένο και πολύ θεωρητικό, πολύ απωθητικό για μένα, εγκατέλειψα. Κιθάρα, ουσιαστικά, έμαθα με τη βοήθεια ενός εγχειριδίου που μου έφερε η μητέρα μου μια μέρα που είχε κατέβει στην Αθήνα για ψώνια. Βρήκε ένα βιβλιαράκι που έλεγε «πρακτική μέθοδος εκμάθησης κιθάρας» και περιείχε τις συγχορδίες με εικονίδια για τη θέση των δαχτύλων.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Αυτό, όμως, ήταν για μένα μεγάλη πρόκληση, το ότι έμπαινα σε έναν άγνωστό κόσμο, τον κόσμο της μουσικής γενικότερα, χωρίς κάποιον οδηγό, χωρίς κάποιον δάσκαλο. Προσπαθούσα μόνος μου, παίζοντας και ξαναπαίζοντας τα βινύλια, να βρω πώς θα μπορούσα να κάνω την κιθάρα να ακούγεται σαν αυτό που άκουγα στον δίσκο. Και μου πήρε πάρα πολύ χρόνο. Σήμερα, ένα παιδί μπαίνει στο Ίντερνετ και λύνει κάθε απορία του μέσα σε δευτερόλεπτα, μια απορία που εμένα μπορεί να μου έπαιρνε μήνες να τη λύσω, τρώγοντας τα μούτρα μου ξανά και ξανά, μέχρι να καταλάβω επιτέλους τι συμβαίνει, πώς μπορεί να ακουστεί η κιθάρα έτσι ή πώς μπορώ να τραγουδήσω αυτά τα τραγούδια σωστά.


• Σε αυτήν τη μοναχική πορεία άρχισα να βρίσκω φίλους από τη γειτονιά ή το σχολείο, οι οποίοι επίσης είχαν προσβληθεί από το μικρόβιο της μουσικής, αλλά κανείς δεν ήταν πιο προχωρημένος από μένα, ώστε να μου μάθει μερικά πράγματα. Μοιραία, είχα τον ρόλο του εξερευνητή που η υπόλοιπη παρέα τον ακολουθούσε. Το αποτέλεσμα ήταν να μάθουν όλοι κιθάρα στη γειτονιά και να φτιάξουμε τα πρώτα συγκροτήματα, παίζοντας τα τραγούδια που ακούγαμε στους δίσκους. Θυμάμαι να παίζουμε το «When my guitar gently weeps», ή το «Sunshine of your love» των Cream, ή κομμάτια των Pink Floyd, ή των Rolling Stones.


• Από τα πρώτα βήματα, μαθαίνοντας τα πρώτα ακόρντα, με έναν πολύ φυσικό και αβίαστο τρόπο άρχισα να γράφω και τα πρώτα μου τραγούδια, τα οποία, όταν τα είδα εκ των υστέρων, ήταν σαν ασκήσεις μίμησης των τραγουδοποιών που θαύμαζα, του Cohen, του Dylan, του Σαββόπουλου, των Beatles, του Neil Young. Παρακολουθώντας τώρα τον γιο μου που σπουδάζει στο Conservatorium του Άμστερνταμ μουσική, βλέπω ότι κάπως έτσι τους εκπαιδεύουν. Δηλαδή τους ζητάνε να γράψουν στο ύφος του δείνα ή να κάνουν μια παραγωγή στο ύφος του τάδε, ή μια ανάλυση συγχορδιών σε ένα τραγούδι και να καταλάβουν ποια είναι τα μυστικά του. Όλα αυτά τα πράγματα εγώ τα έκανα μόνος μου.


• Έτσι και με τα τραγούδια, έγραφα στην αρχή με αγγλικούς στίχους και μετά, όσο μεγάλωνα, ένιωθα πιο επιτακτική την ανάγκη να εκφράσω αυτά που με έκαιγαν, οπότε τα αγγλικά παραμερίστηκαν, χρειαζόμουν μια πιο άμεση γλώσσα, τη δική μου, για να μιλήσω. Ειδικά όταν τέλειωσε το σχολείο και άρχισε το άγχος του «τι θα κάνουμε στη ζωή μας;», αισθάνθηκα ότι έγραψα τα πρώτα πραγματικά δικά μου τραγούδια. Ήταν αυτά που μπήκαν στον πρώτο δίσκο των Φατμέ αργότερα, ο «Άσωτος υιός», το «Πίσω απ' τις γρίλιες», το «Βάλε μπροστά» και πολλά άλλα.

 

Το απόλυτο αρχέτυπο για μένα ήταν οι Beatles, και εξακολουθούν να είναι μετά από τόσα χρόνια. Δηλαδή ακούω αυτά τα τραγούδια και νιώθω την ίδια έκπληξη, μαγεύομαι με τον ίδιο τρόπο που μαγευόμουν στα 15 μου. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς άλλους καλλιτέχνες που άκουγα τότε. Αυτό είναι και καλό και κακό, βέβαια, γιατί αισθάνεσαι ότι κάτι λείπει από τη σύγχρονη μουσική για να τους αντικαταστήσει.


• Αυτές οι δεκαετίες, κυρίως του '60 και του '70, ήταν σαν την ανακάλυψη της Αμερικής, τότε έγιναν εξερευνήσεις και χιλιάδες καινούργια πράγματα. Βέβαια, με επιρροές από παλιότερα πράγματα, αλλά υπήρχαν εκατομμύρια στρέμματα ανεξερεύνητης γης, τα οποία εξερευνήθηκαν σιγά-σιγά. Και ο ενθουσιασμός της πρώτης εξερεύνησης είναι μοναδικός. Αισθάνεσαι ότι συμβαίνει αυτό για τις νέες μπάντες στο ροκ; Γιατί το χιπ-χοπ είναι μια άλλη ιστορία, σχετικά πιο καινούργια. Αυτό που ήταν οι κιθάρες τη δεκαετία του '60, ήταν τα drum machines και τα κομπιούτερ για τη γενιά του '80 και του '90. Ήταν το λαϊκό όργανο τότε, το πιο προσιτό.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Γυρίζοντας στην Αθήνα, αναζήτησα τους παλιούς μου φίλους, τους συμμαθητές μου και φτιάξαμε τους Φατμέ.
Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Με τη Ρένα Μόρφη στο «Μουσικό Κουτί» που συμπαρουσιάζουν στην ΕΡΤ.


• Είναι φυσικό οι ροκ μπάντες να πηγαίνουν και να ξαναπηγαίνουν στα ίδια μέρη. Έτσι βλέπεις μπάντες του 2000 και του 2010 που προσπαθούν να βγάλουν τον ήχο του '70 ή του '60. Αλλά και η τραγουδοποιία έχει τα όριά της. Εφτά νότες είναι όλες κι όλες και η μαύρη μουσική, στην οποία στηρίχτηκε όλο αυτό το πράγμα, δηλαδή τα μπλουζ, παίχτηκε κι αυτή σε όλες τις παραλλαγές της. Μετά το ροκενρόλ, μετά το πανκ, μετά το grunge, περιμένω να δω τι καινούργιο θα σκάσει μύτη. Το τελευταίο πράγμα που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση και αισθανόμουν ότι γεννιέται ένα νέο ρεύμα ήταν οι Massive Attack στη δεκαετία του '90, που είχαν βρει έναν νέο κώδικα, μια νέα γλώσσα.

 

• Μέχρι κάποια ηλικία, η μόνη μου επαφή με την ελληνική μουσική ήταν αυτά που άκουγε η οικογένειά μου και αυτά που έπαιζαν τα ραδιόφωνα, που ακουγόντουσαν παντού. Η δική μου ανακάλυψη ήταν ο Σαββόπουλος, που ήταν και το πρώτο live που είδα στη ζωή μου. Στα 15 μου πήγα με την παρέα μου στο Κύτταρο και τον είδα να παίζει το «Βρώμικο ψωμί», το οποίο ήταν ένα σοκ. Ήταν χούντα ακόμα, ήμασταν μαθητές στο γυμνάσιο και όταν είδαμε αυτή την παράσταση, αισθανθήκαμε ότι μες στη μαυρίλα που μας περιέβαλλε, ο Σαββόπουλος ήταν ένα ανοιχτό παράθυρο στον μεγάλο κόσμο, στον ελεύθερο κόσμο. Κι εκεί νομίζω ότι, χωρίς να το καταλάβω, ασυνείδητα ‒γιατί ήμασταν πιτσιρίκια ακόμα‒, αισθάνθηκα πως χωράνε όλα μες στη μουσική. Είδα αυτή την παράσταση και αισθανόμουν ότι ήταν όλοι εκεί μαζί, ότι ήταν ο Σπαθάρης, ο Ντίλαν, ο Ζάππα, τα δημοτικά τραγούδια, τα οποία, για μας που ζήσαμε μέσα στη χούντα, ήταν, όπως και τα λαϊκά, ταυτισμένα με τη χούντα.

 

Ακούγοντας τον Σαββόπουλο να παίζει τη «Μαύρη Θάλασσα», που ήταν στηριγμένη σε ένα θρακιώτικο δημοτικό τραγούδι, κατάλαβα ότι κι αυτά δικά μας είναι. Αλλά πέρασε καιρός για να ανακαλύψω τους θησαυρούς του λαϊκού τραγουδιού, το ρεμπέτικο, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη και τους νεότερους συνθέτες, τον Καλδάρα, τον Άκη Πάνου, τον Ζαμπέτα. Χρειάστηκε να φύγω από την Ελλάδα για να ανακαλύψω αυτόν τον θησαυρό. Αλλά αυτό έγινε πολύ νωρίς, όταν ήμουν 20-21 χρονών, όταν πήγα να σπουδάσω στις Βρυξέλλες.

 

• Γυρίζοντας στην Αθήνα, αναζήτησα τους παλιούς μου φίλους, τους συμμαθητές μου και φτιάξαμε τους Φατμέ. Μόλις είχα φύγει από το πατρικό μου σπίτι και είχα νοικιάσει ένα σπίτι στο Παλαιό Φάληρο, μια μονοκατοικία με αυλή, όπου είχαμε και το στουντιάκι μας. Εκεί γράψαμε την πρώτη μας κασέτα. Είχα έτοιμα τα πρώτα μου τραγούδια, που αισθανόμουν ότι ήταν δικά μου τραγούδια και όχι ασκήσεις μίμησης, και τα είχα πάει ήδη στον Σαββόπουλο, ο οποίος μας δέχτηκε πολύ εγκάρδια και μας έδωσε τις συμβουλές του. Ο άνθρωπος που μας άνοιξε την πόρτα στη δισκογραφία ήταν ο Τάσος ο Φαληρέας. Υπήρξε ο καλός μου άγγελος σε όλη την πορεία μου, μέχρι που τον χάσαμε το 2000.

 

• Ήταν μια μαγική εποχή αυτή. Ήταν το ξεκίνημα, οι πρώτες πρόβες με τους Φατμέ, οι πρώτες ηχογραφήσεις. Πέρασε πολύς κόσμος από αυτό το στούντιο. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ερχόταν συχνά. Είχαμε παίξει μαζί σε κάποιες συναυλίες και μας είχε φερθεί με πολλή στοργή, με πολλή ζεστασιά. Θυμάμαι ότι είχαμε παίξει μαζί σε μια συναυλία στην Πάτρα, όπου εμείς παίξαμε τα πρώτα μας τραγούδια, τον «Άσωτο υιό» κ.λπ., αλλά κάποια στιγμή είχα τη φαεινή ιδέα να παίξουμε και ένα τραγούδι που μόλις είχα γράψει, που λεγόταν «Πάντα μετρημένος» («είμαι μετρίως μέτριος και πάντα μετρημένος»).

 

Το κοινό ήταν πολύ σκληρό, ροκάδικο, κι εγώ είπα «θα σας παίξουμε ένα ηλεκτρικό ζεϊμπέκικο», το οποίο ήταν ένα σαρκαστικό τραγούδι, αλλά δεν έπιασαν την ειρωνεία οι ροκάδες και μας πετάξαν αυγά. Και θυμάμαι τον Παύλο πόσο προστατευτικός ήταν, γιατί κι εκείνος ήταν σε μια φάση τότε που ήθελε να κάνει έναν δίσκο με νεο-ρεμπέτικα και τον είχε συγκινήσει η προσπάθειά μας να πατήσουμε και στις δικές μας ρίζες. Οι Sharp Ties είχαν περάσει επίσης από κει, που ήταν και γείτονες. Ο Πέτρος ο Σκούταρης, ο κιθαρίστας, ήταν απ' την Καλλιθέα. Ήταν τρομερός κιθαρίστας. Είχε έρθει μια φορά σπίτι μου, πήρε την κιθάρα, έπαιξε Hendrix και έμεινα άφωνος.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Ήταν η εποχή στην αρχή του '80, που αισθανόμασταν ότι είχε έρθει η σειρά μας, η σειρά της δικής μας γενιάς να πει την ιστορία της. Κι έτσι, μετά τη δεκαετία του '70, που κυριαρχούσε το πολιτικό τραγούδι, λόγω της πρώτης φάσης της Μεταπολίτευσης, το '80 ξεκινάει μια άλλη φουρνιά τραγουδοποιών και μουσικών, που γράφουν πιο βιωματικά. Δεν αναφέρονται τόσο πολύ στο «εμείς» όσο στο «εγώ», το οποίο από τη μια πλευρά φαινόταν λίγο εσωστρεφές και ομφαλοσκοπικό, απ' την άλλη όμως ήταν και μια ανάγκη να ξαναγυρίσουμε στις προσωπικές ιστορίες και όχι στο πολιτικό μανιφέστο. Θυμάμαι ότι ο στίχος του Σαββόπουλου που με ενθουσίαζε τότε που πηγαίναμε και τον βλέπαμε στην Πλάκα ήταν από το τραγούδι «Λευκέ, γαλάζιε ποντικέ μου», που λέει «έλα χωρίς πολιτικούρες, μ' κείνο το φτερό σου να πετάει, όχι στων μανιφέστων τις κλεισούρες, αλλά σ' εκείνο εκεί το μπαρ που ξενυχτάει».


• Πάντα, σε όλες τις εποχές, το να βρεις τον προσωπικό σου δρόμο και την προσωπική σου γλώσσα και να μην ακολουθήσεις απλώς μια μόδα, ένα lifestyle ή μια πολιτική γραμμή, είναι το ίδιο δύσκολο. Για όλες τις γενιές ισχύει αυτό, όλες οι γενιές ξεκινάνε προσπαθώντας να βρουν τη δική τους ταυτότητα και να διαφοροποιηθούν από τις προηγούμενες. Είναι λίγο σαν τη «δολοφονία του πατέρα», που λέει ο Φρόιντ, την ανάγκη να ξεκόψεις από τους γονείς σου, ακόμα και με βίαιο τρόπο στην αρχή. Μετά κάνεις τον κύκλο σου και ησυχάζεις, γιατί βρίσκεις τη δική σου ταυτότητα. Αποκτάς αυτοπεποίθηση και σιγουριά και ο φυσιολογικός κύκλος είναι, όσο μεγαλώνεις, τόσο να συμφιλιώνεσαι και με τους γονείς σου, με τους παλιότερους. Έχω χάσει τους γονείς μου εδώ και πολύ καιρό, τον πατέρα μου πριν από 25 χρόνια, τη μητέρα μου πριν από 8, αλλά ακόμα αισθάνομαι ότι συζητάω μαζί τους. Σκέφτομαι αυτό που έκαναν ή αυτό που είπαν τότε κι εγώ τσαντίστηκα και έφυγα απ' το σπίτι ‒και καλά έκανα‒, αλλά μπαίνω στη θέση τους και καταλαβαίνω τις προθέσεις τους, την αγάπη τους, κι ότι έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν.


• Για μένα το στοίχημα είναι να μη γίνεις ο πατέρας σου ή η μητέρα σου, να βρεις μέσα από την πορεία σου τον δικό σου τρόπο. Αυτό θέλει πολλή δουλειά με τον εαυτό σου. Συνήθως γινόμαστε ή ίδιοι με τους γονείς μας ή το άκρως αντίθετο ‒ και τα δύο είναι προβληματικά. Το δύσκολο είναι να κάνεις τη σύνθεση, να κρατήσεις τα καλά απ' τους γονείς σου και να βάλεις τα καινούργια δικά σου στοιχεία, ώστε να συνδυάσεις το παρελθόν με το μέλλον, με το σήμερα και με το αύριο.


• Η μουσική για το σινεμά ήταν μια ενδιαφέρουσα φάση που ήρθε πολύ αργότερα, αφού είχαν διαλυθεί οι Φατμέ, όταν μου πρότεινε ο φίλος μου ο Σωτήρης Γκορίτσας να του γράψω μουσική για το «Βαλκανιζατέρ», την ταινία που ετοίμαζε τότε. Εγώ το περίμενα πώς και πώς αυτό, γιατί είμαι λάτρης του σινεμά από μικρός και με ενδιέφερε πάρα πολύ να δοκιμάσω την τύχη μου γράφοντας μουσική για ταινίες. Όταν μου πρότεινε να κάνω μουσική για το «Βαλκανιζατέρ», διάβασα το σενάριο και πολύ πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα άρχισα να γράφω τραγούδια. Έγραψα το ομότιτλο και άλλα τέσσερα, από τα οποία κανένα δεν ακούστηκε στην ταινία. Βέβαια, ακούστηκαν τα μουσικά θέματα, αλλά εκεί ανακάλυψα με μεγάλη έκπληξη ότι αυτό που λέμε «παραγγελία», δηλαδή το να σου βάζει κάποιος ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθείς, ενώ φαντάζει περιοριστικό και στριμόκωλο, παραδόξως ήταν πολύ απελευθερωτικό. Φαντάζομαι ότι αυτό συμβαίνει όταν ένα σενάριο σε ιντριγκάρει, σου δίνει τροφή.

 

Εμένα μου συνέβη αυτό και με το «Βαλκανιζατέρ» και με το «Μπραζιλέρο» αργότερα. Το ίδιο το σενάριο, οι καταστάσεις, οι χαρακτήρες και οι σχέσεις τους, όλο το στόρι μού γεννούσε εικόνες και μου έδινε τροφή. Προφανώς ενεργοποιούσε δικά μου πράγματα, δικά μου συναισθήματα και μου έδινε ερεθίσματα που με έκαναν να γράφω αβίαστα τραγούδια, σε βαθμό που σκεφτόμουν ότι θα με βοηθούσε περισσότερο να γράφω για ταινίες, παρά να κάθομαι να γράφω μόνος μου τραγούδια.

 

Όταν διάβασα το σενάριο του «Μπραζιλέρο» έγραψα το «Θάλασσά μου σκοτεινή» χωρίς να το καταλάβω, μπαίνοντας στη θέση του ήρωα: «Τα είχα όλα μια φορά, μα ήθελα παραπάνω». Δηλαδή, αν με ρωτούσες εκείνη τη στιγμή, θα έλεγα ότι «εγώ δεν γράφω για μένα τώρα, γράφω γι' αυτόν τον τύπο, για τον πρωταγωνιστή», αργότερα όμως κατάλαβα ότι για μένα έγραφα πάλι, αλλά είναι πολύ βοηθητικό αυτό, τουλάχιστον έτσι λειτούργησε για μένα. Και σκέφτηκα τότε ότι δεν είναι τυχαίο που τόσα υπέροχα τραγούδια γράφτηκαν για ελληνικές ταινίες. Ο Χατζιδάκις αποκήρυξε αυτά που είχε γράψει για τις ταινίες, αλλά θεωρώ ότι ήταν διαμάντια. Ακόμα και τα πιο ελαφριά του. Δεν είχα ποτέ τίποτα εναντίον του ελαφρού και της ποπ, η καλή ποπ είναι το ιδανικό για μένα. Και τα καλά λαϊκά τραγούδια, αυτά που έχουν μείνει κλασικά, αυτό το πράγμα είναι.

 

 

Θάλασσα μου σκοτεινή

 

• Κάποια στιγμή η κόρη μου μού είπε «εσύ, αν δεν ασχολιόσουν με τη μουσική, σε κανένα τρελάδικο θα κατέληγες». Η μουσική λειτούργησε θεραπευτικά, στην αρχή χωρίς να το συνειδητοποιώ, αλλά όσο μεγάλωνα το συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο. Και επειδή όταν ήμουν μικρός ήμουν συνεσταλμένο παιδί, όλα αυτά που δεν μπορούσα ή δεν τολμούσα να πω σε φίλους μου τα έλεγα μέσα από τραγούδια. Κάτι που είναι τρελό άμα το σκεφτείς, γιατί στα τραγούδια εκτίθεσαι περισσότερο. Εκτίθεσαι δημόσια. Για μένα ο στίχος ήταν πάντα ένας τρόπος εξομολόγησης ή ψυχοθεραπείας.

 

Το άλλο μεγάλο μου όφελος από τη μουσική είναι ότι σιγά-σιγά με μεταμόρφωσε από το αρκετά εσωστρεφές παιδί που ήμουν με αυτό το μαγικό μέσο που λέγεται τραγούδι. Σιγά-σιγά, με τα χρόνια, άνοιξα και επικοινώνησα με πάρα πολύ κόσμο, ακόμα και με κόσμο που δεν έχουμε κοινά. Είναι σαν αυτό που συμβαίνει όταν πας σε μια θεραπευτική ομάδα: έχεις ένα πρόβλημα που σε βασανίζει και νομίζεις ότι είσαι ο μόνος στον κόσμο που το έχει, βλέπεις όμως ότι δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, το έχουν και πολλοί άλλοι ή ότι έχουν κι άλλα, χειρότερα, και αυτό από μόνο του δρα λυτρωτικά και θεραπευτικά.


• Ελπίδα μού δίνουν τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι που παλεύουν για κάτι, που αφιερώνονται σε αυτό και τα δίνουν όλα. Όταν βλέπω ανθρώπους να κάνουν ευγενείς και ανιδιοτελείς πράξεις, να γίνονται εθελοντές σε δύσκολες εποχές, όπως αυτά τα χρόνια που περάσαμε και εξακολουθούμε να περνάμε. Όταν βλέπω ότι υπάρχει εθελοντισμός, ακόμα και με τις σακούλες στο σούπερ μάρκετ στις οποίες μαζεύονται φαγώσιμα για να τα πάνε σε άπορους ή σε συσσίτια. Ή οι άνθρωποι που κάνουν ένα έργο φιλανθρωπικό, όπως ο πατέρας Αντώνιος με την Κιβωτό του Κόσμου, ή η καλή πλευρά των ΜΚΟ.

 

Αμφιταλαντεύομαι μεταξύ εξυπνάδας και βλακείας, άλλοτε με κερδίζει η σιγουριά και άλλοτε η αμφιβολία. Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δεν ήμουν ποτέ δογματικός, δεν μου πήγαινε, από χαρακτήρα και μόνο. Θεωρούσα ότι το δόγμα και ο φανατισμός είναι μόνο σκλαβιά, σου στερούν την ελευθερία.


• Δεν ξέρω τι μουσικό στίγμα θα αφήσει η νέα γενιά. Αυτό προσπαθώ να το ανακαλύψω μέσα από το «Μουσικό Κουτί», την εκπομπή μου. Ένα από τα πρώτα πράγματα που σκέφτηκα όταν την ετοίμαζα, το βασικό, ήταν να φιλοξενήσω συναδέλφους και να παρουσιάσω την πιο ανθρώπινη πλευρά τους, την πιο βαθιά μουσική. Ο άλλος στόχος ήταν η παρουσίαση των δικών τους αλλά και των αγαπημένων τους τραγουδιών στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, το «Juke Box», όπως το λέω. Εκτός απ' αυτά, μια βασική στήλη που ήθελα να έχει η εκπομπή ήταν οι εξερευνήσεις, όπου ψάχνουμε να βρούμε τι στο καλό συμβαίνει αυτήν τη στιγμή στη μουσική. Γιατί το τοπίο τα τελευταία χρόνια είναι παράξενο και πρωτόγνωρο.

 

Παλιότερα υπήρχαν οι δισκογραφικές εταιρείες, έβγαζαν τις νέες κυκλοφορίες, τις πρόβαλλαν, τις διαφήμιζαν κι έτσι μάθαινες για τους νέους μουσικούς που είχαν επιλέξει. Τώρα υπάρχει μια άλλη, ιδιότυπη κατάσταση, η οποία έχει τα καλά της και τα κακά της. Τα κακά είναι ότι οι νέοι άνθρωποι, λόγω της κατάρρευσης της δισκογραφίας, δεν έχουν καμία βοήθεια, δεν τους πληρώνει κάποιος την παραγωγή, όπως μας πλήρωσαν εμάς την παραγωγή του πρώτου δίσκου. Το καλό, όμως, είναι ότι έχουν μια ελευθερία που δεν είχαμε εμείς. Δεν έχουν κάποιον πάνω από το κεφάλι τους να τους λέει «όχι, θα το κάνεις έτσι, γιατί έτσι θα πουλήσει».

 

Δεν το δέχτηκα ποτέ αυτό, αλλά υπήρχε στις δισκογραφικές. Σ' εμάς δεν συνέβη γιατί ήμασταν αυτόνομοι. Έγραφα τα τραγούδια, τα ενορχηστρώναμε μόνοι μας, ηχογραφούσαμε εμείς τον δίσκο και τον πηγαίναμε έτοιμο στην εταιρεία. Υπήρχε έντονα όμως στις δισκογραφικές, ειδικά απέναντι στους τραγουδιστές, το «θα πεις αυτό το τραγούδι και όχι εκείνο κ.λπ.». Τώρα οι καλλιτέχνες είναι πολύ πιο ελεύθεροι, ηχογραφούν τα τραγούδια τους, τα ανεβάζουν στο Διαδίκτυο και από κει και πέρα η δυσκολία είναι πώς θα φτάσουν σε ένα ευρύτερο κοινό μέσα στον ωκεανό πληροφοριών που υπάρχει εκεί μέσα.


• Κι εδώ είναι όλος ο διχασμός της ανθρώπινης ψυχής. Απ' τη μια λέμε ότι θέλουμε ελευθερία και να μη μας επιβάλει κανείς τι θα ακούσουμε, γιατί και στις δισκογραφικές και στο ραδιόφωνο οι επιλογές ήταν άλλων ‒στο ραδιόφωνο κάποιος αποφάσιζε αν θα παίξει τους Φατμέ ή όχι‒, απ' την άλλη τώρα πρέπει μόνος σου να ψάξεις και να επιλέξεις μέσα από αυτό το χάος για τα πράγματα που σου ταιριάζουν και σου λένε κάτι. Το χάσμα υπήρχε και στη δικιά μας τη γενιά, αυτά που ακούγαμε εμείς και αυτά που άκουγαν οι γονείς μας ήταν άλλοι κόσμοι. Πάντα υπήρχαν καλλιτέχνες που είχαν ένα δικό τους κοινό και ήταν εκτός κυκλωμάτων. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι από τη στιγμή που σταματήσαμε να πληρώνουμε για να αγοράσουμε μουσική, κάτι άρχισε να πηγαίνει στραβά με τη μουσική. Το τσάμπα είναι καταστροφικό πράγμα.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Μέχρι κάποια ηλικία, η μόνη μου επαφή με την ελληνική μουσική ήταν αυτά που άκουγε η οικογένειά μου και αυτά που έπαιζαν τα ραδιόφωνα, που ακουγόντουσαν παντού. Η δική μου ανακάλυψη ήταν ο Σαββόπουλος, που ήταν και το πρώτο live που είδα στη ζωή μου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Δεν μου αρέσει αυτό το «αχ, στα δικά μας τα χρόνια ήταν καλύτερα τα πράγματα». Δεν το πιστεύω αυτό. Ο κόσμος αλλάζει, από μια άποψη «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», που έλεγε ο Ρασούλης. Αλλάζουν οι τρόποι, αλλάζουν τα μέσα, όμως ένα καλό τραγούδι εξακολουθεί να είναι ένα καλό τραγούδι, είτε το ακούσεις σε βινύλιο, είτε το ακούσεις στο Ίντερνετ, είτε το αγοράσεις, είτε δεν το αγοράσεις...

 

Είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος και πιστεύω ότι η σύγκριση με το παρελθόν μάλλον μπερδεύει παρά ξεκαθαρίζει το τοπίο. Έπειτα, λέμε ότι ήταν τέλεια τα πράγματα τη δεκαετία του '60, αλλά τότε συνέβαιναν και φρικτά πράγματα. Καταρχάς, είχαμε χούντα. Μπαίνω τις προάλλες σε έναν ταξιτζή που τον είχε πιάσει παραλήρημα κι έλεγε πόσο χάλια είναι η ζωή σήμερα και πόσο ανθρώπινα και πιο όμορφα ήταν όλα τη δεκαετία του '60, που οι άνθρωποι μιλούσαν μεταξύ τους κι έλεγαν «καλημέρα», που η πόλη ήταν πιο ωραία, ενώ τώρα είμαστε αποκομμένοι. Του λέω «συγγνώμη, έχεις ξεχάσει ότι είχαμε χούντα τη δεκαετία του '60; Θα ήθελες να ζεις τότε που η μισή Ελλάδα ήταν στην εξορία; Εγώ δεν θα ήθελα». Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου η παρελθοντολαγνεία και η νοσταλγία.


• Η πιο ωραία κριτική που άκουσα από έναν φίλο για την εκπομπή μου είναι ότι «δεν έχει ίχνος νοσταλγίας. Ενώ παίζετε παλιά τραγούδια, γιατί όλο το "Juke Box" είναι παλιά τραγούδια, τα παίζετε με το βλέμμα στο μέλλον». Του είπα «ναι, γιατί δεν νιώθω έτσι». Γι' αυτό και δεν προσπαθούμε να αναπαράγουμε τα παλιά τραγούδια όπως ήταν. Αυτό το θεωρώ φοβερά βαρετό, και ως ακροατής προτιμώ κάποιος να μου παρουσιάσει ένα παλιό τραγούδι σε μια νέα μορφή, σε μια διασκευή π.χ. σύγχρονη, ακόμα και αν είναι αδέξια ή όχι πολύ εμπνευσμένη, παρά το μουσειακό, στο στυλ «το παίζουμε όπως ήταν τότε, γιατί αυτό ήταν το σωστό».

 

• Όταν από την ΕΡΤ μου ζήτησαν μια πρόταση για μια μουσική εκπομπή, η πρώτη μου αντίδραση ήταν «τι δουλειά έχω εγώ με την τηλεόραση, δεν το ξέρω αυτό και δεν με αφορά, αφήστε με ήσυχο να ασχοληθώ με τη μουσική μου». Μετά, όμως, δούλευε μέσα μου αυτό και σκεφτόμουν ότι «τόσα χρόνια γκρινιάζεις γιατί δεν σου αρέσουν οι μουσικές εκπομπές που υπάρχουν στην τηλεόραση, και δεν πάω εδώ και δεν πάω εκεί, ορίστε, σου δίνεται η ευκαιρία να κάνεις τη μουσική εκπομπή στην οποία θα 'θελες να πας». Κι έτσι κάθισα και σκέφτηκα ποια θα ήταν η μουσική εκπομπή που θα ήθελα να πάω.

 

Η δεύτερη σκέψη ήταν ότι αυτό που μπορώ να κάνω καλά είναι αυτό που κάνω στην κανονική μου ζωή, δηλαδή να υποδέχομαι φίλους στο σπίτι, να τρώμε, να πίνουμε, να μιλάμε και κάποια στιγμή, όταν μας έρθει όρεξη, να παίρνουμε τις κιθάρες και να τραγουδάμε. Η τρίτη σκέψη ήταν το «Juke Box», αυτή η παράσταση που έστησα πέρσι στο Γυάλινο Θέατρο, που είχε ξεκινήσει από μια κουβέντα με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα στην τελευταία περιοδεία που είχαμε κάνει μαζί. Είχαμε την ιδέα να κάνουμε μια παράσταση στην οποία να τραγουδάμε και τα δικά μας τραγούδια αλλά να επικεντρώσουμε περισσότερο στα τραγούδια που μας μεγάλωσαν. Και να το κάνουμε πολύ απενοχοποιημένα.

 

Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να το κάνω με τον Λαυρέντη, τον χάσαμε εκείνο τον Σεπτέμβριο. Το ξεκίνησα μόνος μου και το έκανα με τους Μπλε, τα Κίτρινα Ποδήλατα και τον Στάθη Δρογώση. Όσο το δούλευα αυτό το πρόγραμμα, θυμόμουν διάφορους αυτοσχεδιασμούς που γινόντουσαν κατά καιρούς με φίλους στο Πήλιο, όπου κάναμε κάποια medleys που ξεκινούσαν με ένα τραγούδι και μετά συνέχιζε άλλος με αυτό που θεωρούσε ότι ταιριάζει, π.χ. Λέοναρντ Κοέν, και μετά κάποιος τραγουδούσε το «Μινόρε της αυγής» και φτιαχνόταν ένα αυτοσχέδιο παζλ από τραγούδια. Και επειδή παιζόντουσαν με μια κιθάρα, όλα με έναν μαγικό τρόπο γινόντουσαν ένα.

 

Τα τραγούδια, αν τα παίξεις με μια κιθάρα, έρχονται πολύ πιο κοντά, γιατί δεν υπάρχει η ενορχήστρωση που τα διαφοροποιεί. Εκεί στηρίχτηκα και άρχισα να φτιάχνω διάφορα παζλ από αγαπημένα μου τραγούδια, αντλώντας από μια τεράστια γκάμα, και μέσα εκεί έβαλα και τραγούδια που παλιά, όταν ήμουν πιτσιρικάς, τα σνόμπαρα, αλλά με τον χρόνο διαπίστωσα ότι είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους μέσα μου. Από Ζαμπέτα μέχρι Abba και Boney M. και, βέβαια, Stones και Beatles και Dylan και Elvis.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Το «Juke Box» στηρίχτηκε σε αυτή την ιδέα. Σκεφτόμουν ότι αυτό που θα 'θελα εγώ, βλέποντας έναν αγαπημένο μου καλλιτέχνη σε μια τηλεοπτική εκπομπή, θα ήταν να τον ανακαλύψω ξανά μέσα από βιωματικές ιστορίες γύρω από τη μουσική: ποιο ήταν το πρώτο δισκάκι που αγόρασε, πότε έπιασε για πρώτη φορά κιθάρα κ.λπ. Εκεί επικεντρώνεται η κουβέντα και όχι σε συζήτηση όπου παραθέτουμε τις απόψεις μας επί παντός επιστητού. Προσωπικά, έχω χορτάσει από απόψεις εδώ και χρόνια. Δυστυχώς, η αντιπαράθεση απόψεων σπάνια καταλήγει κάπου, σπάνια καταλήγει σε κάτι δημιουργικό. Συνήθως σε αδιέξοδο βγάζει, παραμένει ο καθένας στις δικές του απόψεις, που είναι αμετάβλητες, και το μόνο που καταφέρνει είναι να αποξενωθεί από τον άλλον. Το ζήσαμε αυτό πολύ έντονα τα τελευταία χρόνια.


• Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, πιστεύω ότι η επιστήμη για άλλη μια φορά θα κερδίσει το παιχνίδι, ότι το εμβόλιο θα έχει λύσει το πρόβλημα μέχρι το καλοκαίρι. Μέχρι τότε θα δυσκολευτούμε όλοι εμείς που έχουμε πληγεί από την αρχή της πανδημίας. Κάναμε 3-4 συναυλίες το καλοκαίρι, όσες προλάβαμε, γιατί ακυρώθηκαν σωρηδόν τον Σεπτέμβριο. Ουσιαστικά, όλος αυτός ο κόσμος, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, μουσικοί, ηχολήπτες, φωτιστές, παραγωγοί συναυλιών, είναι όλοι άνεργοι απ' τον Μάρτιο. Έχουμε πάρει κάποια μικρά επιδόματα, αλλά η κατάσταση είναι τραγική. Πιστεύω, όμως, ότι το καλοκαίρι θα μπορέσουμε να δουλέψουμε πάλι. Και, βέβαια, δεν είναι μόνο ο δικός μας κλάδος που έχει πληγεί, είναι και ο κόσμος που δουλεύει στον τουρισμό, στην εστίαση, σε επιχειρήσεις που έχουν κλείσει ‒ πολύς κόσμος έχει μείνει χωρίς δουλειά.


• Αυτό το να μιλούν όλοι για όλα έγινε κατά κόρον κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, που όλοι έγιναν οικονομολόγοι και διεθνολόγοι ‒ τώρα έχουν γίνει επιδημιολόγοι. Υπάρχει και ένα κομμάτι του καλλιτεχνικού και του πνευματικού κόσμου, όμως, που έχει σταθεί στο ύψος του, που δεν έχει πει σαχλαμάρες. Και επειδή αυτό έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια, ένα άλλο πράγμα που με ενδιέφερε όσον αφορά την εκπομπή ήταν να δώσει το μήνυμα ότι ασχολούμαστε με την ουσία της δουλειάς μας, με την τέχνη μας, με τα μυστικά και τα προβλήματά της, με όλη τη δύναμη και τη μαγεία που έχει αυτή η τέχνη. Να επικεντρώσουμε εκεί, να μιλήσουμε για τη δουλειά μας.


• Μεγαλώνοντας αποκτώ μεγαλύτερη σιγουριά για τα πράγματα που θέλω και τα πράγματα που πιστεύω, αλλά ταυτόχρονα έχω μεγαλύτερη άνεση να αμφιβάλλω κιόλας. Νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για κάποια πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι ότι η αμφιβολία είναι απαραίτητη για μένα. Ο Μπουκόφσκι έλεγε πως «το πρόβλημα είναι ότι οι έξυπνοι άνθρωποι έχουν αμφιβολίες, ενώ οι βλάκες είναι σίγουροι». Αμφιταλαντεύομαι μεταξύ εξυπνάδας και βλακείας, άλλοτε με κερδίζει η σιγουριά και άλλοτε η αμφιβολία.

 

Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δεν ήμουν ποτέ δογματικός, δεν μου πήγαινε από χαρακτήρα και μόνο. Θεωρούσα ότι το δόγμα και ο φανατισμός είναι μόνο σκλαβιά, σου στερούν την ελευθερία. Και ήθελα πάντα η σχέση μου με το κοινό που αγαπάει τα τραγούδια μου να χτίζεται μόνο μέσα από τη δουλειά μου και όχι μέσα από τις απόψεις μου, ή την πολιτική μου ταυτότητα ή οτιδήποτε άλλο.

 

Αυτό σε πολύ κόσμο δεν αρκεί, πολύς κόσμος ψάχνει σε έναν καλλιτέχνη έναν ηγέτη, έναν ιδεολογικό καθοδηγητή. Σε αυτό έχουμε βαθιές ρίζες εδώ στη Ελλάδα. Η ειρωνεία είναι ότι μπορείς να είσαι ένας ηγέτης με συνθήματα επαναστατικά και να μιλάς συνέχεια για ελευθερία κ.λπ., αλλά από τη στιγμή που είσαι ηγέτης, έχεις αποδεχτεί αυτόν τον ρόλο, είσαι υποδουλωμένος στους οπαδούς σου. Ξέρεις ότι οποιοδήποτε βήμα βγαίνει έξω από τις ράγες, τις οποίες εσύ έχεις θέσει, αλλά έχεις συμφωνήσει με τους οπαδούς σου ότι αυτές είναι, μπορεί να σου κοστίσει το κεφάλι σου.

 

Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Το αισθάνθηκα αυτό στην αρχή, όταν ξεκίνησα με τους Φατμέ ‒επειδή ο πρώτος δίσκος ήταν ένας ροκ δίσκος, με τον «Άσωτο υιό» και το μαύρο εξώφυλλο‒, ότι υπήρχε ένα κοινό που περίμενε από μας να παίξουμε αυτόν τον ρόλο. Και εντελώς ενστικτωδώς τότε, που ήμουν πιτσιρικάς, δεν το επεξεργάστηκα λογικά αυτό το πράγμα, την έκανα. Ο δεύτερος δίσκος των Φατμέ ήταν ένας εσωτερικός δίσκος, με ερωτικά τραγούδια, ο οποίος ξενέρωσε εντελώς αυτό το κοινό. Χρόνια αργότερα σκεφτόμουν ότι αυτό το έκανα ασυνείδητα, αλλά είχα αισθανθεί αυτή την πίεση, του «μπορείς να γίνεις ο αρχηγός μας; Αλλά άμα είσαι αρχηγός μας, θα είσαι και δούλος μας».


• Τα τελευταία χρόνια, που οι απόψεις όλων επί παντός επιστητού περισσεύουν, θυμάμαι τον Τολστόι που έλεγε ότι «όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανείς δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του». Οι απόψεις μας συνήθως έχουν να κάνουν με τον κόσμο που θέλουμε να αλλάξουμε. Τον κόσμο μας, όμως, μπορούμε να τον αλλάξουμε με τη δουλειά μας. Γι' αυτό με την εκπομπή θέλαμε να επικεντρώσουμε ξανά στη δουλειά του καθενός. Για μένα, το να κάνεις καλά τη δουλειά σου είναι η πιο επαναστατική, η πιο προοδευτική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς.


• Η ζωή με έχει μάθει να μη βγάζω εύκολα συμπεράσματα, ότι είναι γεμάτη εκπλήξεις. Δηλαδή κάποιος που δεν σου γεμίζει το μάτι μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι ο καλύτερος άνθρωπος, ικανός για την πιο ευγενή και ανιδιοτελή πράξη. Ή, κάποιος που σε παραμυθιάζει και τον θαυμάζεις στην αρχή, μπορεί να αποδειχτεί ντενεκές. Κι αυτό είναι υπέροχο.

 

 

Το «Μουσικό Κουτί» με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τη Ρένα Μόρφη μεταδίδεται κάθε Τετάρτη στις 22:00 από την ΕΡΤ1. Όλες οι εκπομπές υπάρχουν διαθέσιμες, δωρεάν, στην πλατφόρμα της ΕΡΤFLIX.

Στο πρώτο single, «Ένα Νέο Καλό», από το επερχόμενο άλμπουμ του συμμετέχει η Ρένα Μόρφη. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.