Όταν πρωτοεμφανίστηκε ήταν απλά ένας ανώνυμος παραγωγός απ' το νότιο Λονδίνο που έφτιαχνε σκοτεινά, κοφτά beat που ακούγονταν σαν να έπαιζες σε πιο αργές στροφές τα κομμάτια των Metallheadz. Γρήγορα κατάφερε να γίνει ο dubstep μεσίας, το πιο σημαντικό νέο όνομα που ξεφύτρωσε από τη Βρετανία τα τελευταία χρόνια, με τον πιο original αστικό ήχο από την εποχή των Massive Attack. Για κάποιους ελάχιστους και διορατικούς δεν χρειάστηκαν παρά τα δυο πρώτα singles του για να καταλάβουν την αξία του. Οι υπόλοιποι κοντραρίζονταν για μήνες για το εάν αυτό που ακουγόταν στο άλμπουμ του ήταν ένα βαρετό, επαναλαμβανόμενο, τεμπέλικο ντάμπα ντούπα ή μια συγκλονιστική ανακεφαλαίωση της μετακλάμπ κουλτούρας, ο απόηχος δύο σχεδόν δεκαετιών ξέφρενου κλάμπινγκ που δημιούργησε στη νέα γενιά αντισώματα αποστροφής σε οτιδήποτε ξεπερνάει τα 90 beat το λεπτό.

Το ομώνυμο πρώτο άλμπουμ του αργούσε πολύ να σου αποκαλυφθεί. Χρειάζονταν ακόμα και μήνες για να εισχωρήσεις στον υπνωτικό ρυθμό, να προσέξεις τους απόκοσμους ήχους, τις φωνές, τα τριξίματα από τα εσκεμμένα λάθη στους τόνους, τους ήχους της γειτονιάς που σάμπλαρε βυθίζοντάς σε υποχθόνια σε μια ατμόσφαιρα κινηματογραφική, που δεν ήταν παρά ο ήχος της μεγαλούπολης τη νύχτα. Με ανοιχτές πληγές από έρωτες, τα παράθυρα των πολυκατοικιών που γίνονται φωτεινές γραμμές από την κίνηση του νυχτερινού λεωφορείου, βουβές ιστορίες από διαλυμένα σπίτια, προσευχές και μακρινά φώτα στον ορίζοντα. Στο τέλος της χρονιάς αυτό το outsider της Hyperdubπου άκουγαν όλοι σαστισμένοι και προσπαθούσαν να εντοπίσουν γιατί είναι ΤΟΣΟ σπουδαίο άλμπουμ βρέθηκε σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα, σε κάποιες μάλιστα χωρίς ανταγωνιστή στην κορυφή.

Είναι τόσο εθιστική και υπόγεια η γοητεία του Burial που ακόμα και όσοι τον απέρριψαν στην αρχή κάποια στιγμή υποκλίθηκαν στο μεγαλείο του. Το περίεργο με το άλμπουμ του είναι ότι ακόμα κι αν σε αφήνει για καιρό παγερά αδιάφορο, ακόμα κι αν το έχεις πολεμήσει, έρχεται μια στιγμή που σου αποκαλύπτεται και σε αποστομώνει. Αργά ή γρήγορα, όποια γνώμη κι αν έχεις γι' αυτόν. Κι αν με το ομώνυμο πρώτο άλμπουμ του κατάφερε να κερδίσει την αποδοχή σχεδόν σύσσωμου του μουσικόφιλου κοινού, με το Untrue -που επιστρέφει τον επόμενο μήνα- λογικά θα πρέπει να σαρώσει. Το ονομάζει ειρωνικά Untrue=Ψεύτικο. Αναληθές. «Γιατί Untrue; Είναι φορές που δεν φέρεσαι σαν να είσαι εσύ, είναι κάτι που συμβαίνει στον καθένα καθημερινά, αλλά μπορεί να γίνει κάπως απειλητικό» λέει ο ίδιος. «Ο πρώτος δίσκος μου ήταν θλιμμένος και απόκοσμος, είχε κάτι νυχτερινό. Στον καινούργιο μου έχω αλλάξει αρκετά. Είναι πιο λαμπερός, πιο αισιόδοξος, σχεδόν χαρούμενος. Έχει περισσότερα φωνητικά, ήθελα να κάνω κάτι σαν το Black Secret Technology του A Guy Called Gerald, το δίσκο που με έχει στοιχειώσει τους τελευταίους μήνες. Εντάξει, δεν είναι και ο πιο χαρούμενος δίσκος του κόσμου, αλλά είναι πιο φωτεινός, είναι σαν να αναρρώνω μετά από μια περίοδο αρρώστιας και ήθελα να ακούγομαι πιο αισιόδοξος».

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει απομακρυνθεί από το κλίμα του πρώτου δίσκου. Φτιάχνει πάλι νυχτερινή μουσική -«τα κομμάτια έχουν πάλι δημιουργηθεί στο σκοτάδι, δουλεύω πάντα αργά τη νύχτα και αυτή τη φορά η διαδικασία ήταν ακόμα πιο επίπονη» λέει- μόνο που αυτήν τη φορά τα στολίζει με γυναικεία φωνητικά που εμφανίζονται αχνά και χάνονται, παραμορφωμένα, σε ένα καλειδοσκόπιο από φωνές και ήχους που τώρα πια είναι πιο οικείοι και χαρακτηριστικά δικοί του. Οι μπασογραμμές του 2step μπερδεύονται με τις υπέροχες μελωδίες, οι ρυθμοί είναι πιο γρήγοροι, η χαλαρότητα του dubstepέχει γίνει πια ευφορία, η μελαγχολία δεν έχει χαθεί, αλλά είναι σχεδόν βουβή. Ο Burial κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να μην εμφανίζεται δημόσια, να μη φωτογραφίζεται, να μην ξεκαθαρίζει αν είναι λευκός ή μαύρος, να μη δίνει συνεντεύξεις σε κανένα έντυπο. Είναι ο αστικός «μύθος» του Λονδίνου του σήμερα. Και για δεύτερη φορά έφτιαξε το δίσκο της χρονιάς.