«I'm a dreamer, just a dreamer» τραγουδάει η Duffyσε ένα εξαιρετικό κομμάτι από το επερχόμενο άλμπουμ της, πάνω σε μία μελωδία που θυμίζει Walker Brothers, αναπολώντας τις μέρες που έβλεπε την επιτυχία από απόσταση. Το κοριτσάκι που μεγάλωσε στο απομονωμένο Nefyn της βόρειας Ουαλίας με τα αγγλικά για δεύτερη γλώσσα, μακριά από άμεση επαφή με τη μουσική και τις μόδες του παρόντος (το πιο κοντινό δισκάδικο ήταν 40 λεπτά με το λεωφορείο και είχε μόνο τις top 40 επιτυχίες) μπορεί να μην είχε πρόσβαση σε καινούργιους δίσκους και να δηλώνει ότι έπαθε overdose από τον Rod Stewart που άκουγαν η μάνα της και ο πατριός της, αλλά η επαφή της με τους ήχους του παρελθόντος ήταν τελικά το καλύτερο σχολείο.

Μελετώντας τις βιντεοκασέτες του «Ready, Steady, Go!», του δημοφιλούς τηλεοπτικού show των sixties που της δάνεισε ο πατέρας της, βρήκε την έμπνευση που αναζητούσε. «Περιείχαν Beatles, Stones, Walkers Bothers, Sandie Shaw και τη Millie να τραγουδάει "My Boy Lollipop"», λέει, «ήταν τόσο sexy και συναρπαστικά όλα αυτά. Τα έπαιζα ξανά και ξανά μέχρι που διαλύθηκαν οι βιντεοκασέτες». Η Duffy μεγάλωσε χωρίς συγκεκριμένη ιδέα του τι σημαίνει cool και σύγχρονο, χωρίς να ξέρει πώς να συμπεριφερθεί, ακόμα και πώς να τραγουδήσει, όσο για το ταξίδι της στο Λονδίνο, ήταν μια μεγάλη περιπέτεια. Το παραμύθι μιας νεαρής κοπέλας που ξεκίνησε απ' το χωριό της για την πόλη, ταξιδεύοντας μια ολόκληρη μέρα, αλλάζοντας δυο λεωφορεία και δυο τρένα για να βρει στα κουτουρού τον άνθρωπο που της είχαν συστήσει: TονBernard Butler, τον πρώην κιθαρίστα των Suede, για να τη βοηθήσει με τα τραγούδια της. Στον ατελείωτο δρόμο της επιστροφής η Duffy έπαιξε τα τραγούδια που είχαν ετοιμάσει στις κυρίες που γνώρισε στο βαγόνι. Με περηφάνια και λαχτάρα. «Είναι δύσκολο για τους κυνικούς τύπους της μουσικής βιομηχανίας να καταλάβουν πόσο μακριά ήταν απ' όλο αυτόν τον κόσμο, όχι μόνο γεωγραφικά, από κάθε άποψη» λέει ο Butler. «Αυτό που μου αποκαλύφθηκε όμως ήταν μια νεαρή που συμπεριφέρεται όπως ακριβώς τραγουδάει: κατευθείαν απ' την καρδιά της. Είναι κάτι σπάνιο και μαγικό».

Δεν ήταν τυχαία η επιλογή της για δεύτερη μεγαλύτερη ελπίδα του 2008 στο δημοψήφισμα του BBC (πίσω από την Adele) - στο οποίο συμμετέχουν ένα σωρό κριτικοί και ραδιοφωνικοί παραγωγοί.

Οι πρώτοι που την πρόσεξαν και επέμεναν στην Jeannette Lee της Rough Trade να ασχοληθεί μαζί της ήταν ο Richard Parfitt των 60 Ft. Dolls και o Owen Powell των Catatonia το 2004, συστήνοντάς την σαν κάτι ανάμεσα στην Dusty Springfieldκαι την Aretha Franklin. Δεν χρειάστηκαν και πολλά για να την πείσουν. Η Duffy έχει όλα τα στοιχεία που θεωρούνται πλεονέκτημα στη μουσική βιομηχανία: εντυπωσιακή εμφάνιση και καλή φωνή. Πολύ καλή φωνή. Γράφει και τα τραγούδια μόνη της, που σημαίνει ότι επενδύεις πάνω της με κλειστά μάτια. Η συνέχεια είναι απίστευτη για την ίδια. Βρέθηκε να δουλεύει δίπλα στον Butler για δυο ολόκληρα χρόνια για να αναπτύξει τις ικανότητές της, οι συνθέσεις της απογειώθηκαν και ο ήχος έγινε πιο σημερινός, χωρίς να χάσει όμως το ‘60s feeling που την κάνει να ξεχωρίζει. Ο πρώτος δίσκος της (Rockferry) είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα της χρονιάς, ένα μείγμα νοσταλγίας και διαχρονικής ποπ με 10 κομμάτια που σε άλλες εποχές θα μπορούσαν να γίνουν τεράστιες επιτυχίες, βγάζοντας ισάριθμα singles. To νέο single της Mercy που ξεκινάει με το rif του «Stand By Me» και εξελίσσεται σε ένα soul δυναμίτη που θυμίζει Motown είναι απλά από τα πιο όμορφα τραγούδια που βγήκαν τελευταία από αγγλικό στούντιο. Εξαιρετική ποπ για μεγάλα ακροατήρια, απ' τη μόνη ίσως νέα σταρ που μπορεί να σταθεί δίπλα στην Amy Winehouse.

«Οι άνθρωποι μου λένε συνέχεια "έχεις φτιάξει ένα σπουδαίο δίσκο", αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ», λέει η Duffy, «επειδή δεν τον έφτιαξα μόνη μου». Αναφέρεται με ευγνωμοσύνη στην Jeannette και στον Bernard Butler που ήταν δίπλα της σε κάθε βήμα και της διεύρυναν τους ορίζοντες. «Με ρωτάνε από πού έρχεται αυτή η φωνή και η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι να πω. Γιατί είναι τα μάτια σου τέτοιο χρώμα; Δεν υπάρχει απάντηση, αλλά είναι τα μόνα που έχω...».