Στον Παναγιώτη δεν αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφεύγει τις συνεντεύξεις. «Πιστεύω πως ό,τι έχω να πω το εκφράζω μέσα από τη μουσική» μου λέει, ζητώντας μου να επικεντρωθούμε κυρίως στη μουσική του. Ο Παναγιώτης υπογράφει ως Biomass, βιομάζα, ένα όνομα που έχει άμεση σχέση με τις σπουδές του: έχει σπουδάσει φαρμακευτική και έχει δουλέψει για αρκετά χρόνια στην Ιταλία. Ως φαρμακοποιός. Τον τελευταίο καιρό ζει στην Αθήνα και ασχολείται κυρίως με τη μουσική. Το πρώτο άλμπουμ του που πρόδιδε την ιδιότητά του κυκλοφόρησε το 2005 με τίτλους ονόματα φαρμάκων: Otopax,Localyn, Tobrax,Debrox -12 συνολικά- μία από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές ηλεκτρονικής μουσικής που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ στην Ελλάδα. Μινιμαλιστικές ατμόσφαιρες, dub, πολιτικές ιδέες και η μελαγχολική jazz του Miles Davis από το Ασανσέρ για Δολοφόνους γίνονταν ένα από τα πιο γοητευτικά χαρμάνια στοMiledrops, μία από τις ελάχιστες κυκλοφορίες της Quetempo.

«Όλη η φάση της Quetempo, οι δουλειές που κάνουμε, είναι πιο πολύ συνειδησιακές δουλειές, δεν είναι επαγγελματικές» λέει. «Δεν έχουμε κάποιο επαγγελματικό προσχέδιο στο μυαλό μας, μόνο ο χρόνος θα δείξει τι αξία έχουν αυτά που κάνουμε τώρα».

Ο δεύτερος δίσκος του, το Market, που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2006, κέρδισε ακόμα περισσότερο τις εντυπώσεις. «Δεν είναι χορευτική μουσική» τονίζει, είναι περισσότερο μουσική για head-banging, παρά για χορό. Το Market είναι ένα ντοκουμέντο, δεν είναι μια προσωπική άποψη, είναι κάτι περιγραφικό. Τα blues που σαμπλάρω σε αυτό το project είναι μια κραυγή απόγνωσης. Ολόκληρο το project έχει την αισθητική της φυλακής». Οι ηχογραφήσεις τηςMattie May Thomasέχουν γίνει μέσα στο κελί, στο δωμάτιο που μπάλωναν τις στολές, και από μόνο του αυτό το γεγονός δίνει στα κομμάτια μια δραματική υπόσταση. Την έκδοση συμπληρώνει ένα DVD με τα κομμάτια οπτικοποιημένα, βίντεο που έχει φτιάξει ο ίδιος και συμπληρώνουν τη μουσική του. «Ο πρωταγωνιστής του όλου project είναι η τηλεόραση» προσθέτει. «Τουλάχιστον στο DVD. Δεν σημαίνει ότι θέλω να πάρω προσωπικά μια θέση, τη θέση μου μπορεί κάποιος να την καταλάβει εικαστικά, μπορεί όμως να το εκλάβει και ως εμένα που κάθομαι και βλέπω τηλεόραση. Μπορεί μέσα από αυτό το πράγμα να αμφισβητήσει το ίδιο το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης. Σε πολλά σημεία κι αυτό έχει γίνει μέρος κάποιων συμφερόντων, έρμαιό τους».

Η μουσική του Biomass συνοδεύεται από εικόνες διαμαρτυριών, ξυλοδαρμών, οδοφράγματα και ρεπορτάζ βίας, εικόνεςsupermarket. «Για μένα όλο αυτό έχει ένα ματαιόδοξο ύφος. Είναι όμως κάτι προσωπικό, υπάρχει κόσμος που το ακούει και αισθάνεται ευχάριστα. Είναι ένα είδος ψυχαγωγίας ωστόσο, όχι ευχαρίστησης - πόσο χαρούμενη μπορεί να είναι μια φυλακισμένη που τραγουδάει; Ο καθένας μπορεί να μεταφράσει με το δικό του τρόπο μια εικόνα που θα δει ή έναν ήχο που θα ακούσει».

«Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μουσική ως DJ, μιξάριζα δίσκους ηλεκτρονικής μουσικής και χρησιμοποιούσα πάντα στοιχεία από το παρελθόν. Ακόμα και το όνομα Biomass παραπέμπει σε μια μορφή ανακύκλωσης, είτε μουσικής είτε κινηματογραφικής. Και τα δύο project μου έχουν στοιχεία από το παρελθόν: το film noir του ‘57 και τα blues των αρχών του προηγούμενου αιώνα».

«Ο χώρος της χορευτικής κουλτούρας δεν με αφήνει να εκφραστώ όπως θα ήθελα, δεν μου αρέσει η όλη ατμόσφαιρα αυτών που μανατζάρουν, η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Μετά από τα μέσα των '90s δεν νομίζω ότι έχει βγει κάτι ιδιαίτερο στην dance μουσική, δεν έχω ακούσει κάτι καινούργιο. Ίσως οι παραγωγές να είναι διαφορετικές, αλλά δεν είμαι υπέρ της ψηφιακής φάσης. Και στα δύο άλμπουμ μου ο ήχος είναι γενικά πολύ αναλογικός. Δεν έχω χρησιμοποιήσει laptop».

«Δεν ξέρω γιατί ο κόσμος δεν πηγαίνει στις συναυλίες. Μάλλον επειδή οι συναυλίες έχουν έρθει στα σπίτια μας. Αγόραζες κάποτε ένα δίσκο και τον σεβόσουν, τώρα δεν τον αγοράζεις καν».