Ελαφρά υπνωτισμένη, μεταξύ χαλάρωσης και μετάβασης στον τόπο του Ορφέα, παίρνω σταδιακές δόσεις από Caspar David Friedrich (Γερμανό ρομαντικό ζωγράφο) κοιτώντας έξω από το παράθυρο την γερμανική μελαγχολική, καταπράσινη ακόμη και το καλοκαίρι, εξοχή κάθε φορά που ανοίγω τα μάτια μου. Συνεχίζω να είμαι ράκος και νιώθω σαν κορόιδο grand tourist που πίστεψα ότι υπάρχει περίπτωση ποτέ να καταπιώ τις τέσσερεις μεγαλύτερες εκδηλώσεις σύγχρονης τέχνης, την μία μετά την άλλη, διανύοντας την μισή Ευρώπη με τρένο (και με τα πόδια, αν υπολογίσει κανείς πόσα χιλιόμετρα περπατάει όλη την μέρα στους απέραντους εκθεσιακούς χώρους). Επιπλέον οι φήμες έλεγαν ότι η φετινή Ντοκουμέντα Κάσελ είναι μια αποτυχία και γι' αυτό πολλοί ανέβαλαν το ταξίδι τους. Αλλά, πάλι, αυτό ακούγεται κάθε φορά για την συγκεκριμένη εκδήλωση και ως δια μαγείας αποδεικνύεται το αντίθετο! Εμείς, πάντως, συνεχίζουμε ακάθεκτες. Με καθησυχάζει η σκέψη ότι το Κάσελ είναι μια μικρή πόλη, η οποία δεν έχει να επιδείξει τίποτα άλλο εκτός από ένα όμορφο πάρκο και την Ντοκουμέντα.

Όπως επίσης καθησυχαστικό είναι το ότι δεν αναγνωρίζω το κοινό των πάρτι των προηγούμενων ημερών στο τρένο μας. Νανουρίζομαι από την συζήτηση της Χ. με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με τους οποίους μοιραζόμαστε το κουπέ μας. Η κυρία έχει γεννηθεί στο Κάσελ και μιλάει για την πρώτη Ντοκουμέντα, που έγινε αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην πλήρως βομβαρδισμένη πόλη, περιγράφοντας την εντύπωση που της έκανε η έκθεση ως έφηβη.

Η πόλη μας υποδέχεται με βροχή. Λες και έχουν ανοίξει οι βρύσες του ουρανού! Είναι απογευματάκι και στην διαδρομή από τον σταθμό προς το ξενοδοχείο ο ταξιτζής μας περιγράφει όλο ενθουσιασμό πως το Κάσελ είναι γεμάτο από τουρίστες, μας μιλάει για τις ρυζοκαλλιέργειες τις οποίες έχει φυτέψει ένας Ταϊλανδός καλλιτέχνης παρεμβαίνοντας στο γερμανικό εξοχικό τοπίο -μπροστά ακριβώς από το κάστρο-έμβλημα της πόλης- και για τους 1001 Κινέζους που μετοίκισαν για τις 100 μέρες στην πόλη (αλλά δεν τους έχει δει ακόμη). Ήρθαν για το παραμυθένιο project Fairytale του Κινέζου καλλιτέχνη AiWeWei, ο οποίος επέλεξε στην τύχη κάποιους συμπατριώτες του από αγροτικές περιοχές της χώρας που δεν είχαν την ευκαιρία να ταξιδέψουν ποτέ και τους προσέφερε αυτή την εμπειρία. Μόλις φτάνουμε στο προορισμό μας αντιλαμβανόμαστε ότι θα κατοικήσουμε σε ένα μοτέλ από αυτά που σταματάς να κοιμηθείς το βράδυ όταν είσαι κουρασμένος/νη από τα χιλιόμετρα στον αυτοκινητόδρομο! Ήταν το μόνο που είχε διαθεσιμότητα πάνω -κάτω στην τιμή που θέλαμε όταν κλείσαμε το δωμάτια, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα! Μ' αυτό πια συμπληρώσαμε την γκάμα διαφορετικών τύπου καταλυμάτων από την αρχή της περιοδείας μας: από ενοικιαζόμενα δωμάτια σε παλατάκι της Βενετίας έως ντιζάιν youth hostel τηςΒασιλείας, και τώρα σε μοτέλ δίπλα στο ΙΚΕΑ! Βρισκόμαστε στη Γερμανία βέβαια, που σημαίνει ότι γύρω από τους αυτοκινητόδρομους, το ΙΚΕΑ και το ξενοδοχείο μας είναι καταπράσινη εξοχή κι αυτό κάνει τα πράγματα καλύτερα!

Στην αρχή, λόγω τοποθεσίας, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Η απόσταση από τον πολιτισμό είναι σχετικά μεγάλη. Η ευγενική κυρία στην υποδοχή (που δέχεται να πλύνει και τα ρούχα μας στο πλυντήριο) μας καθησυχάζει! Όλοι όσοι μένουν στο μοτέλ είναι στο Κάσελ για τον ίδιο λόγο με μας! Κανείς δεν έχει σταματήσει τυχαία, και κανείς δεν έχει δικό του μεταφορικό μέσο. Υπάρχουν πάντα πολλοί υποψήφιοι να μοιραστούν το ταξί για τον ίδιο προορισμό. Στην διάρκεια που κανονίζουμε όλα αυτά, μπαίνει ένας αλαφιασμένος επαγγελματίας οδηγός σε φορτηγό και ψάχνει κάπου να κοιμηθεί! «Μα τι γίνεται;» φωνάζει. «Σε όποιο μοτέλ και να σταματήσω στο δρόμο δεν έχει δωμάτιο! Κάνω αυτή την διαδρομή κάθε εβδομάδα εδώ και τέσσερα χρόνια και δεν είχα ποτέ τέτοιο πρόβλημα....» « Η Ντοκουμέντα...» του εξηγεί η ξενοδόχος μας και μένει κυριολεκτικά έκπληκτος! Τον συμβουλεύει επιπλέον να οδηγήσει ακόμη περί τα 150 -200 χιλιόμετρα για να βρει κάπου να μείνει!

Τελικά το δωμάτιο είναι άνετο. Ετοιμαζόμαστε στα γρήγορα και παρόλο που είναι λίγο αργά πηδάμε στο πρώτο ταξί που βρίσκουμε -μαζί με άλλους δέκα- και κατευθυνόμαστε για το Museum Fridericianum, στο κέντρο της πόλης. Είναι ο κεντρικός χώρο της Ντοκουμέντα (μια επαρχιακή πόλη στα βάθη της Γερμανίας μας πέφτει είδη βαριά, πόσο μάλλον τα βιομηχανικά προάστια της!) Πετυχαίνουμε τον κόσμο να φεύγει -η έκθεση έκλεισε για σήμερα. Μοιάζει πάντως από το κοινό που βγαίνει ότι δεν κατάφεραν και ‘πολλές διασημότητες' από τον κόσμο της τέχνης να φτάσουν μέχρι εδώ. Αλλά έτσι όπως περιμένουμε κάτω από ένα υπόστεγο να κοπάσει η βροχή, να οι Rubels, οικογένεια συλλεκτών σύγχρονης τέχνης από την Καλιφόρνια, ανάμεσα στους πιο σημαντικούς του κόσμου να τρέχουν με την ομπρέλα τους να περάσουν τον δρόμο. Είναι από τους πιο συμπαθητικούς και καλλιεργημένους, σοβαρούς συλλέκτες που υπάρχουν, και αυτό τους δίνει extra points!

Τελικά βρίσκουμε κάτι φίλους επιμελητές και καλλιτέχνες από την Πολωνία και πάμε για φαγητό σ' ένα από τα ιταλικά της πόλης. Για κάποιο λόγο η υποτιθέμενη ιταλική κουζίνα είναι πολύ της μόδας στο Κάσελ! Οκτώ στα δέκα εστιατόρια της πόλης είναι τύπου "ιταλικά". Παρόλο που βρέχει πολύ αποφασίζουμε να πάμε στο kickoff party της Ντοκουμέντα. Μοιραίο λάθος. Φτάνουμε στους κήπους του καταπληκτικού κάστρου Willhelmshöhe, οι οποίοι είναι πλημμυρισμένοι από νερό και κόσμο μεθυσμένο που ψάχνει ανεπιτυχώς να προστατευθεί από την νεροποντή. Και αύριο μέρα είναι!

Την επόμενη μέρα την περνάμε εντατικά μέσα στους χώρους! Έχουμε μία μέρα κι άλλο ένα πρωί να τα δούμε όλα. Φυσικά όπου και να πας ακούς επαναλαμβανόμενα την ερώτηση «Δεν έχω αρκετό χρόνο, τι αξίζει να δω;». Αποφασίζουμε να τα δούμε όλα και στο τέλος κυριολεκτικά χρειαζόμασταν αναπηρική καρέκλα! Όπως και με κάθε Ντοκουμέντα πρόκειται για μια διαφορετική πρόταση και στην επιλογή των καλλιτεχνών αλλά και στην εκθεσιακή στρατηγική (ως προς το στήσιμο των έργων τουλάχιστον στους πιο κλασικούς χώρους).

Δυο τρία πράγματα που αξίζει να επισημανθούν: ο αυστριακός καλλιτεχνικός διευθυντής Roger M. Buergel, και η γυναίκα του Ruth Noack (με την οποία συν-επημελήθηκε την Ντοκουμέντα), επιχειρούν μια επανάγνωση της έννοιας του Μοντερνισμού μέσα από διαφορετικά ερεθίσματα και εικόνες, διαφορετικούς ήρωες και ενίοτε διαφορετικές αισθητικές. Μέσα από ένα στήσιμο που θυμίζει λίγο εκθέσεις του '50 , την εποχή του ‘πολλά υποσχόμενου' μέλλοντος, ή περίπτερα σε εμπορικές εκθέσεις της ίδιας εποχής (τότε που γινόταν από μεγάλους αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες και σχεδιαστές) προτείνουν μια ματιά στην τέχνη του κόσμου συνδυάζοντας πολιτικά έργα με μινιμαλιστική γλυπτική ή ζωγραφική και ενίοτε καταφέρνοντας να συμπεριλάβουν και εκλάμψεις της ποπ κουλτούρας μέσα στην τόσο εσωστρεφή εκθεσιακή τοπογραφία τους. Κάτι σαν αποσπασματικές διαδρομές μνήμης, ύστερα από παρατεταμένη (και ίσως ηθελημένη;) αμνησία. Οι διάφοροι ντίλερς, πάντως, είναι θυμωμένοι και διατείνονται πως δεν έχει τίποτα να βρουν εδώ για την αγορά. Εγώ διαφωνώ έντονα!

Δεν υπάρχει άσπρος τοίχος πουθενά, οι θεατές περιδιαβαίνουν στο ημίφως σε ένα απαιτητικό ‘οίκημα' που επιμένει σε νέες δεσμεύσεις μεταξύ χώρου πραγματικού, τόπου του έργου και χώρου αντίληψης. Συγχρόνως μπορεί κανείς να βλέπει ένα φιλμ από τον Hito Steyerl για το bondage με τίτλοLovely Andrea κι ένα επίπεδο πιο κάτω την performance/installation Floor of the Forest, 2007, στην οποία χορευτές με δεμένα με σχοινιά ρούχα σκαρφαλώνουν σε μια κατασκευή που εκτείνεται μέσα στον χώρο. Παντού βρίσκεις διάσπαρτες τις παλιές κινέζικες καρέκλες του AiWeWei στις οποίες μπορούν να ξεκουράζονται οι θεατές και οι οποίες, 1001 στον αριθμό, αναφέρονται στους Κινέζους μέτοικους που αναφέρονται πιο επάνω.

Φεύγοντας πέφτουμε πάνω στο Pierre Luigi Tazzi, που έχει επιμεληθεί εκθέσεις στην Ελλάδα αλλά και συνεπιμεληθεί την Ντοκουμέντα 9. Μαζί τρέχουμε να προλάβουμε το Viaggio in Italia του Roberto Rossellini που ξεκινάει το πρόγραμμα κινηματογραφικών προβολών για τις 100 μέρες της Ντοκουμέντα! Δεν μπορώ να σκεφτώ πιο κομψή ετεροτοπία από την προβολή αυτού του φιλμ στο Κάσελ ...αλλά τελικά δεν βρίσκουμε θέσεις! Καταλήγουμε σ' ένα άλλο ιταλικό εστιατόριο το οποίο (όπως μας εξηγεί ο Pierre Luigi) είναι το μέρος που συχνάζανε όλοι παλιά! Κάνουμε τις παρατηρήσεις μας και εκεί που ακούμε κάποιες παλιές ιστορίες από την Ντοκουμέντα 9 πέφτει επάνω στο τραπέζι μας ο Jan Hoet, ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής με τους φίλους του, οι οποίοι έχουν έρθει με νοσταλγική διάθεση παλιά λημέρια! Οι δύο άντρες σχεδόν δακρύζουν και ενωνόμαστε όλοι μαζί σε ένα τραπέζι μέχρι να κλείσουμε το μαγαζί! Δεν θα γινόταν να μας τύχει καλύτερα. Με ολοκληρωμένη εμπειρία πια για τα μέσα και τα έξω μιας τέτοιας εκδηλώσεις ξεκινάμε για το Munster Sculpture Project, μέσα στην βροχή -θα σας μιλήσω γι' αυτό την επόμενη εβδομάδα εάν με αφήσει ο εκδότης να συνεχίζω να δημοσιεύω το ημερολόγιο μου....