Τι είναι η Λένα Κιτσοπούλου στο ελληνικό θέατρο; Είναι το πρόσωπο που έχει αποδείξει πως, όπως και στη μόδα δεν χωράνε μόνο τα μοντέλα size 0, έτσι και στο ελληνικό θέατρο υπάρχει χώρος για πρόσωπα ανεξάρτητα, ανένταχτα και προσανατολισμένα στο να μας αποκαλύπτουν κάθε τόσο και με άλλον τρόπο μια πτυχή του σκοτεινού και δαιδαλώδους κόσμου μας. Πως υπάρχει χώρος και κοινό για πρόσωπα που μπορούν να εκτεθούν με θάρρος και ειλικρίνεια, με χιούμορ και σαρκασμό, προβάλλοντας την ελληνική τους ταυτότητα και το τραύμα της, έχοντας στην καρδιά κάθε θέματος που την απασχολεί ύφος, περιεχόμενο και όρια που διαρκώς διευρύνονται. 

 

Eδώ και πολλά χρόνια μας συστήνεται μέσα από το πολύμορφο σύμπαν της, κάθε δημιουργία του οποίου έχει ειδικό και διαφορετικό βάρος. Όλα τα παραπάνω χρειάζονται έναν τόπο για να ερευνηθούν, να ανθήσουν και εν τέλει να χωρέσουν, να πάρουν μορφή και να μας αποκαλυφθούν. Εκεί τη συναντήσαμε, στο στούντιό της, ανάμεσα σε κεραμικά, έργα στους τοίχους, προσχέδια του Φρανκενστάιν, τοιχογραφίες του Χριστού και του Μαραντόνα, μπαλαρίνες και ιστορικές φιγούρες, εκεί όπου θα αναπτυχθούν όλες οι δυνατότητες που υπάρχουν, σε οποιαδήποτε μορφή μπορεί να τις συνδέσει η φαντασία μας.

 

Εγώ είμαι πολύ υπέρ και των γέρων, δεν καταλαβαίνω γιατί η τηλεόραση φωνάζει να μείνουμε νέοι, γιατί υπάρχουν κρέμες νεότητας, γιατί γίνονται πλαστικές επεμβάσεις στις μούρες των ανθρώπων, γιατί είναι καλό πράγμα να παραμένεις νέος. Αυτό είναι τερατικό. Καλό πράγμα είναι να γερνάς και κάποια στιγμή να πεθαίνεις.

 

«Η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση μού έχει κάνει το δώρο να μου παραχωρήσει ένα ατελιέ για να μπορώ να ζωγραφίζω και να προετοιμάζω την παράσταση πάνω στον Φρανκενστάιν που πρόκειται να γίνει εκεί, οπότε αυτόν τον καιρό παλεύω, ως δόκτορας Φρανκενστάιν κι εγώ, με το τέρας μου, με τη δημιουργία, με το συγκεκριμένο έργο που γράφτηκε το 1818 από μια δεκαεννιάχρονη κοπέλα, τη Μέρι Σέλεϊ, μια μποέμ και πολύ προοδευτική για την εποχή της προσωπικότητα. Έχω ξεκινήσει ζωγραφίζοντας τον Φρανκενστάιν σε διάφορες πόζες, περιστοιχισμένο από τον Χίτλερ και διάφορα άλλα τέρατα, από ένα κουτάκι κόκα-κόλα μέχρι έναν γέρο άνθρωπο που προσπαθεί, ουρλιάζοντας, να σταθεί πάνω σε πουέντ. Ουσιαστικά, η προσπάθεια να καταλάβω τι μου κεντρίζει το ενδιαφέρον σε αυτό το έπος που λέγεται Φρανκενστάιν έχει αρχίσει ζωγραφικά, μέσα σε κοινωνίες ημιτερατικές - ημιανθρώπινες, με έντονα τα στοιχεία της μοναξιάς, της απελπισίας και της επίθεσης» λέει η Λένα, καθώς βλέπουμε τα έργα στους τοίχους του στούντιο. 

 

Λένα Κιτσοπούλου
Χρησιμοποιώ πολύ συχνά, και στις σκηνοθεσίες και στη ζωγραφική, πρόσωπα-σύμβολα, πρόσωπα ιστορικά, πρόσωπα που είναι γενικά αναγνωρίσιμα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Και το έργο με ποιον τρόπο γράφεται;

Δημιουργώ παράλληλα ένα ημερολόγιο Φρανκενστάιν, όπου γράφω καθημερινά σε μορφή ημερολογίου σκέψεις πάνω στο έργο, στα τέρατα και σε εικόνες της καθημερινότητας που συνδέω με το έργο, ή και πιθανές σκηνές της παράστασης. Καταγράφω ουσιαστικά την προσωπική μου προσπάθεια γέννας μιας ιδέας, του τέλειου καλλιτεχνικού δημιουργήματος, ελπίζοντας φυσικά το δημιούργημά μου αυτό να μη γίνει στο τέλος τόσο απωθητικό όσο το τέρας του Φρανκενστάιν, ούτε να δολοφονήσει κανέναν. Αυτό το ημερολόγιο αρχίζει να αποκτά το ενδιαφέρον ενός μυθιστορήματος, ίσως να μπορούσε να γίνει ένα βιβλίο κάποια στιγμή. Αυτό που με συγκινεί στον Φρανκενστάιν είναι η φιλοδοξία του δόκτορα, η παράνοια και η ορμή που εμπεριέχει η πραγματική ανάγκη για δημιουργία, ο άνθρωπος που παρασύρεται από ένα όνειρο και ξεχνάει να φάει. Με συγκινεί, επίσης, αυτή η πάλη δημιουργού και δημιουργήματος, το ανελέητο κυνηγητό κατά το οποίο υπάρχουν στιγμές που μπερδεύεσαι για το ποιος τελικά κυνηγάει ποιον. Με συγκινεί στο μυθιστόρημα το γεγονός ότι το Κακό είναι γέννημα ενός καλού ανθρώπου ή, μάλλον, μέρος του. Επίσης, με ενδιαφέρει πολύ ο Φρανκενστάιν και ως εμπορεύσιμο προϊόν. Ως σουξέ. Ως αμερικανικός ήρωας, ο τρόπος που τον παρουσίασαν όλες οι ταινίες που έγιναν γι’ αυτόν και το πώς, ενώ είναι ήρωας της λογοτεχνίας, για όλους εμάς έχει το πρόσωπο της πρώτης ταινίας του ’31, η οποία φυσικά έγινε πολύ μετά το βιβλίο. Με συγκινεί πολύ η ασχήμια ενός πλάσματος, για την οποία δεν φταίει το ίδιο. Έχει να κάνει και με ό,τι τερατικό συμβαίνει γύρω μας στην εποχή μας. Ποιος γεννάει τους δολοφόνους, ποιο σύστημα κοινωνικό και ποια πολιτική δημιουργεί τέρατα στον πλανήτη, σε ποιο ψυχολογικό επίπεδο; Πώς αισθάνεται ο άνθρωπος που περιθωριοποιείται ή δεν είναι αποδεκτός ούτε καν από τον γονιό του;

 

Λένα Κιτσοπούλου
Η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση μού έχει κάνει το δώρο να μου παραχωρήσει ένα ατελιέ για να μπορώ να ζωγραφίζω και να προετοιμάζω την παράσταση πάνω στον Φρανκενστάιν που πρόκειται να γίνει εκεί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πολύ συχνά στα έργα σου, ακόμα και στα ζωγραφικά, υπάρχουν ιστορικές προσωπικότητες ‒ άλλοτε πρωταγωνιστούν άλλοτε απλώς εμφανίζονται.

Χρησιμοποιώ πολύ συχνά, και στις σκηνοθεσίες και στη ζωγραφική, πρόσωπα-σύμβολα, πρόσωπα ιστορικά, πρόσωπα που είναι γενικά αναγνωρίσιμα. Επίσης, έργα μου ολόκληρα βασίζονται σε πρόσωπα-μύθους, π.χ. ο «Αθανάσιος Διάκος - Η Επιστροφή», η «Κοκκινοσκουφίτσα - Το πρώτο αίμα» κ.λπ. Στα καινούργια έργα που ζωγραφίζω διακρίνω κάπου τον Χίτλερ, κάπου στο βάθος έναν Χριστό, τον Μαραντόνα κάπου αλλού, στη σκηνοθεσία του «Χαίρε Νύμφη» εμφανιζόταν η Μαρία Πρωτόπαππα ως Έιμι Γουαϊνχάουζ, ο Γιάννης Κότσιφας ως φτερωτός έρωτας με βέλος. Μου αρέσει πολύ, με βοηθάει το σύμβολο που φέρει έναν κόσμο άμα τη εμφανίσει, που σηματοδοτεί κάτι, που είναι τόσο, μα τόσο ρεαλιστικό πράγμα, που σημαίνει κάτι ίδιο για όλους μας, δηλαδή κινεί από μόνο του ένα συγκεκριμένο αίσθημα, αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη εποχή, μια φιλοσοφία, ένα κομμάτι της ιστορίας, κουβαλάει πάνω του αυτό που θέλεις να πεις χωρίς να χρειάζονται εξηγήσεις. 

 

Μου αρέσει συνήθως ως μόνη φιγούρα μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν το περιμένεις με τίποτα να σου εμφανιστεί. Αμέσως τονώνει την ιστορία που θέλω να πω, δίνει κάποια ντεσιμπέλ παραπάνω στην ένταση ‒ φυσικά αν χρησιμοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή, αν υπάρχει απόλυτη αναγκαιότητα να εμφανιστεί, όχι φέρνοντάς το απλώς για εντυπωσιασμό. Για μένα είναι σαν έκρηξη η εμφάνιση ενός τέτοιου προσώπου, σαν ιστορία χωρίς λόγια, σαν κραυγή, και πάντα προκύπτει από την ανάγκη να γειωθώ εκείνη την ώρα. Να καταλάβω ότι εδώ που τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο μόνο ο Σούπερμαν μπορεί να βοηθήσει. Να εμφανιστεί ο Σούπερμαν μέσα σε ένα έργο του Τσέχοφ. Γιατί όχι; Με γειώνει γιατί καταλαβαίνω απόλυτα τι ρόλο ήρθε να παίξει, είναι απόλυτα ρεαλιστικό και ταυτόχρονα με απογειώνει, γιατί είναι μουρλό.

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Η ζωγραφική μπήκε πρόσφατα στη ζωή σου επίσημα, αλλά πάντα έκανες κάποια χειροτεχνία, ζωγράφιζες, έφτιαχνες κοσμήματα. Ας κάνουμε ένα ταξίδι στις επιρροές σου.

Η ζωγραφική μπήκε πολύ πρόσφατα στη ζωή μου με εντατικό τρόπο, από μικρή όμως θυμάμαι ότι κατά καιρούς με έπιανε όρεξη να δώσω στη Σχολή Καλών Τεχνών και πήγαινα κι έκανα για λίγο φροντιστήριο. Ζωγράφιζα και σχεδίαζα μόνη μου σε χαρτιά και σε ό,τι έβρισκα. Σε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη θυμάμαι να πηγαίνω σε όλα τα μουσεία ή να περπατάω μόνη μου στις πόλεις, βάζοντας ως στόχο μια έκθεση ζωγραφικής ‒ για να έχω λόγο να περπατήσω την πόλη. Δεν έχω κάνει έρευνα ιδιαίτερη και μελέτη πάνω σε ζωγράφους, έχω σκόρπιες εικόνες και επιρροές. Θυμάμαι, ένα μεγάλο σοκ ζωγραφικό το έπαθα στο Ελ Πράδο στη Μαδρίτη. Πραγματικά συγκινήθηκα από αυτά τα απανωτά χτυπήματα ομορφιάς και δύναμης: Ελ Γκρέκο, Βελάσκεθ, Γκόγια. Μετά θυμάμαι ότι τρελάθηκα με τον Νταλί, ενώ μέχρι τότε θυμόμουν μόνο ένα εξώφυλλο από ένα σχολικό βιβλίο που είχε το έργο με τα λιωμένα ρολόγια και μου την έσπαγε. Θαύμασα τον Ιερώνυμο Μπος. Έχω κολλήσει να κοιτάζω έργα του Βερμέερ, του Ρέμπραντ, σπουδαία πράγματα. Και στη Γερμανία έχω δει Γερμανούς πολλούς, τους εξπρεσιονιστές, Κίρχνερ, Μπέκμαν, Ότο Ντιξ. Μου αρέσει ο Μοντιλιάνι, ο Φράνσις Μπέικον, τα γλυπτά του Τζιακομέτι, η κατσίκα του Πικάσο στο ΜοΜΑ, γενικά οι κατσίκες του Πικάσο και οι κιθάρες. Θυμάμαι μια πολύ πολύ έντονη στιγμή στο Βερολίνο, όπου γινόταν μια τεράστια έκθεση-αφιέρωμα στον Ακριθάκη. Εκεί μου αποκαλύφθηκε ένας πάρα πολύ έντονος κόσμος. Και Έλληνες φυσικά, ο Μόραλης, ο Εγγονόπουλος. Σκόρπια είναι όλα, αλλά θυμάμαι τις στιγμές που στέκομαι μπροστά σε κάτι και το κοιτάζω για ώρα ή τη συγκίνηση μέσα στο σπιτάκι του Γιαννούλη Χαλεπά στην Τήνο ή σε μια έκθεση του Νίκου Αλεξίου στη Νάξο. Ένα μικρό μουσείο στο Βερολίνο της Kaete Kollwitz, μαγικό. Μου αρέσει πάρα πολύ και αυτός που κάνει τεράστια ανθρώπινα γλυπτά, ο Ron Mueck, αλλά δεν τα εχω δει ζωντανά. Η Σίντι Σέρμαν. Ό, τι θυμάμαι λεω. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου με έχει επηρεάσει πολύ επίσης. Την κεραμική την αγάπησα στη Σαντορίνη, τη γνώρισα από τον Αντρέα Μάκαρη, έναν τρομερό τεχνίτη του πηλού. Εκεί πρωτοέπιασα κι εγώ πηλό στα χέρια μου, φτιάχνοντας γλυπτά, μαθαίνοντας τις διάφορες τεχνικές ψησίματος, παρακολουθώντας τα χέρια αυτού του ανθρώπου, τη ματιά του πάνω στα αντικείμενα. Η ζωγραφική και η γλυπτική με ελευθερώνουν, μου αρέσει που δουλεύω μόνη μου, ιδανικά θα ήθελα να ζω μέσα σε ένα εργαστήριο και από το πρωί ως το βράδυ να είμαι λερωμένη με χρώματα και πηλούς.

 

Λένα Κιτσοπούλου
Έχει απ’ όλα αυτό το δωρεάν ταξίδι που μας χαρίστηκε και λέγεται ζωή. Το θέμα είναι να βρίσκουμε τρόπους να παραμένει δωρεάν και να μη νιώθουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το πληρώσουμε. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πέρσι έκανες την πρώτη σου έκθεση και τα πράγματα κύλησαν πιο ήρεμα, δεν είδαμε αντιδράσεις ή επιθέσεις, και μάλιστα σε θέματα που ήταν πολύ τολμηρά.

Η πρώτη μου έκθεση έγινε πέρσι, στην γκαλερί Breeder, είχε ζωγραφική και γλυπτά. Ο Γιώργος και ο Στάθης, οι Breeder, είναι δυο άνθρωποι που κυριολεκτικά μού άνοιξαν μια πόρτα τεράστια, τους οφείλω πολλά από τη σημερινή μου όρεξη για ζωή. Δεν αμφισβητήθηκε η έκθεση αυτή όσο οι θεατρικές μου δουλειές, δεν δέχτηκα κάποιου είδους επίθεση για να το πω καλύτερα (γιατί η αμφισβήτηση ή μια αρνητική κριτική είναι καλοδεχούμενα βέλη), μάλλον γιατί αυτοί όλοι που ενοχλούνται σε σημείο να χάσουν τον ύπνο τους είναι λίγο αργόστροφοι, οπότε ίσως δεν το πήραν χαμπάρι, ίσως εμφανιστούν μετά τη δεύτερη ή τρίτη μου έκθεση, δεν ξέρω. Και στον «Αθανάσιο Διάκο», θυμάμαι ότι η παράσταση είχε παιχτεί Ιούλιο κι αυτοί που ενοχλήθηκαν πολύ εμφανίστηκαν κατά τον Σεπτέμβρη να βρίσουν, χωρίς φυσικά να έχουν δει την παράσταση. Αλλιώς θα είχαν εμφανιστεί Ιούλιο. Πέρα από την όποια πλάκα πάντως, υπάρχει μια μερίδα ή διάφορα γκρουπ ανθρώπων που εκτονώνουν δικά τους προβλήματα και ένστικτα ανικανοποίητα με βία και μίσος και κυρίως σε προσωπικό επίπεδο, όχι κρίνοντας σοβαρά το έργο ενός δημιουργού. Κάποια πάθηση σοβαρή είναι αυτή, δεν είμαι σε θέση να την αναλύσω.

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Μπορεί η έκθεση να κύλησε ήρεμα, αλλά δεν κύλησε καθόλου ήρεμα η ταινία που έκανες μέσα στην καραντίνα.

Η ταινία «Λάλκα» που δημιουργήθηκε για τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση είναι μια ταινία για την ελευθερία με αφορμή το δικό μου βίωμα κατά το πρώτο lockdown λόγω κορωνοϊού τον περσινό Μάρτιο. Βρέθηκα τότε στον οικισμό Λάλκα στην ορεινή Ναυπακτία, σε υψόμετρο 1.400 μ., και έζησα για μήνες μαζί με κάποιον που έμενε εκεί, τον Φώντα, έναν πλήρως εναρμονισμένο με τη φύση άνθρωπο, έναν Μόγλη, ευγενή, αυθεντικό, ποιητικό τύπο που ζει χρόνια σε μέρη απάτητα, ακατοίκητα, που απαρνιέται τα υλικά αγαθά και γενικά ό,τι αγοράζεται με χρήμα, που σέβεται τη φύση όσο κανείς απ’ όσους θέλουν να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Η ταινία έχει μέσα ένα δικό μου κείμενο που μιλάει για το πόσο ωραίο είναι να φεύγεις, να αποδεσμεύεσαι απ’ όλα όσα νομίζεις ότι σου προσδίδουν ταυτότητα και αξία, επάγγελμα, καταξίωση, φιλοδοξία, όλα αυτά στα οποία όλοι γαντζωνόμαστε, πληρώνοντας με το καθημερινό άγχος τού να είμαστε αρεστοί, να βγάζουμε λεφτά, να είμαστε κάποιοι, να έχουμε άποψη για όλα, να πρέπει να την εκφράσουμε κ.ο.κ. Η ταινία, λοιπόν, δείχνει ουρανό, ποτάμια, έχει κείμενο, έχει χιούμορ, έχει χορό, τραγούδι, έχει μια υπέροχη μουσική του Ν. Κυπουργού και έχει και μια στιγμή γδαρσίματος ενός ζώου, μια στιγμή που ο Φώντας τρώει ένα ωμό κομμάτι κρέας και ένα ωμό ψάρι. 

 

Γι’ αυτόν τον λόγο κάποιοι φιλόζωοι θεώρησαν την ταινία κανιβαλιστική, αντίχριστη και δεν ξέρω τι άλλο και άρχισαν να βρίζουν, απ’ ό,τι έμαθα, γιατί εγώ δεν τα βλέπω αυτά καθόλου. Αναρωτιέμαι απλώς: αυτοί οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι δεν έχουν ποζάρει χαμογελαστοί ως παιδιά και ως ενήλικες σε πασχαλιάτικες φωτογραφίες, στριφογυρνώντας το αρνάκι με τη σούβλα περασμένη από τον κώλο του, χορεύοντας και τραγουδώντας; Δεν πάνε σε εστιατόρια; Δεν έχουν χασάπη στην γειτονιά τους; Δεν τρώνε καρπάτσιο; Δεν τρώνε σούσι; Δεν τρώνε χάμπουργκερ; Δεν ψωνίζουν στο σούπερ-μάρκετ ζώα που βασανίζονται, που εκτρέφονται με ορμόνες και φάρμακα σε συνθήκες Άουσβιτς και με διαδικασίες που παρακολουθούν ανενόχλητοι σε ποιοτικά ντοκιμαντέρ; Δεν καταλαβαίνω πόσο πιο φιλόζωος είναι αυτός που τρώει σουβλάκια στον καναπέ του, αγκαλιά με το κατοικίδιό του, από κάποιον που παίρνει την τροφή του απευθείας από τη φύση, χωρίς να την έχει δηλητηριάσει και χωρίς κανέναν απολύτως βασανισμό του ζώου. 

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 

 

— Τι σε ενόχλησε περισσότερο στις αντιδράσεις;

Η υποκρισία, η βλακεία, η δυστυχία όλων αυτών που νομίζουν ότι η πρόσβασή τους στα σόσιαλ μίντια τούς καθιστά αυτομάτως κριτικούς τέχνης, ή νομικούς, ή ψυχολόγους, ενώ φαίνεται καθαρά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν ούτε καν ανάγνωση. Εγώ αυτό καταλαβαίνω. Δεν διαβάζουν ότι αυτό που έφτιαξα ονομάζεται ταινία μικρού μήκους, έργο, το γράφει από κάτω, δεν πρόκειται για Facebook, δεν μοιράζομαι προσωπικές μου στιγμές από τις διακοπές μου, φτιάχνω ένα έργο που στο σύνολό του κάτι προσπαθεί να πει. Δεν σημαίνει ότι επειδή κρατάω ένα όπλο στο χέρι είμαι δολοφόνος. Παίζω σε μια ταινία. Τέλος πάντων, μπορούμε να μιλάμε ώρες για όλα αυτά, για το ποιοι είναι αυτοί που ενοχλούνται από τους άλλους και όχι από τον εαυτό τους. Εγώ φυσικά και θα ξαναέκανα τη «Λάλκα», εννοώντας ότι δεν κάνω τα έργα μου γι’ αυτούς που τα βρίζουν αλλά γι’ αυτούς που τους αρέσουν.

 

Λένα Κιτσοπούλου
Yπάρχει μια μερίδα ή διάφορα γκρουπ ανθρώπων που εκτονώνουν δικά τους προβλήματα και ένστικτα ανικανοποίητα με βία και μίσος και κυρίως σε προσωπικό επίπεδο, όχι κρίνοντας σοβαρά το έργο ενός δημιουργού. Κάποια πάθηση σοβαρή είναι αυτή, δεν είμαι σε θέση να την αναλύσω. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Από αυτά που συμβαίνουν γύρω σου, τι σε ενδιαφέρει και παρατηρείς;

Αυτό που με ενδιαφέρει πιο πολύ απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου είναι τα ωραία και τα άσχημα. Τα πάντα δηλαδή. Όλη η ζωή με ενδιαφέρει, η ποίηση, ο Γούντι Άλεν, με ενδιαφέρει πάρα πολύ να δω πόση ακόμα κατηφόρα έχει να κατέβει η χώρα όπου ζω, το «MasterChef», ο Ταραντίνο επίσης με ενδιαφέρει πάντα, γενικά το σινεμά και κάθε μορφή τέχνης, ο κάδος σκουπιδιών κάτω από το σπίτι μου, η πολιτική ως ασχήμια και ως αντιαισθητικό και βαρετό επάγγελμα, γιατί με ενδιαφέρουν το ψέμα, η ανάγκη για εξουσία, η κορμοστασιά ενός τηλεκατευθυνόμενου ανθρώπου με μια μάσκα που νομίζει ότι είναι κάτι επειδή είναι π.χ. υπουργός το 2021 στην Ελλάδα, όλα αυτά τα μίζερα, μα τόσο ανθρώπινα. Γενικά, είναι καλό πράγμα να ασχολείσαι με την τέχνη σε αυτήν τη ζωή γιατί όλα σού είναι χρήσιμα, άρα αναγκαστικά όλα σε ενδιαφέρουν. Πάνω απ’ όλα με ενδιαφέρει, νομίζω, ο εαυτός μου, με ενδιαφέρει πολύ το αυτοκίνητό μου να είναι καλά γιατί θέλω να φεύγω, με ενδιαφέρουν πολύ οι γέροι άνθρωποι, που νομίζω ότι παραγκωνίζονται γιατί για κάποιον λόγο οι δικές μας κοινωνίες, οι προηγμένες, είναι πολύ υπέρ των νέων ή τουλάχιστον έτσι θέλουν να λένε. Εγώ είμαι πολύ υπέρ και των γέρων, δεν καταλαβαίνω γιατί η τηλεόραση φωνάζει να μείνουμε νέοι, γιατί υπάρχουν κρέμες νεότητας, γιατί γίνονται πλαστικές επεμβάσεις στις μούρες των ανθρώπων, γιατί είναι καλό πράγμα να παραμένεις νέος. Αυτό είναι τερατικό. Καλό πράγμα είναι να γερνάς και κάποια στιγμή να πεθαίνεις. Δεν μ’ αρέσει πολύ αυτός ο ψυχαναγκασμός με τη νεότητα ή, μάλλον, για να το πω καλύτερα δεν μου αρέσει που το «νέος» είναι θετικός προσδιορισμός, ενώ το «γέρος» αρνητικός. Είναι πολύ χαζό αυτό. Με ενδιαφέρει, πάντως, ολόκληρη η ζωή που ζω, έχει πολλά πράγματα να παρατηρήσεις και να ευχαριστηθείς, πολλά να απολαύσεις. Από το κάπνισμα μέχρι τα φιλιά, τις αγκαλιές, την οδήγηση, τα παγωτά, τις πλατείες, τα κλάματα που σε πιάνουν από απελπισία, τις καινούργιες γεύσεις των τσιπς. Μην πω για θάλασσες, βράχια, ομορφιές, έρωτα σε παραλίες, λόγια αγάπης ή να βρίζεις με όλο σου το είναι την αδικία. Ή να τραγουδάς σε ένα μικρόφωνο. Έχει απ’ όλα αυτό το δωρεάν ταξίδι που μας χαρίστηκε και λέγεται ζωή. Το θέμα είναι να βρίσκουμε τρόπους να παραμένει δωρεάν και να μη νιώθουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το πληρώσουμε. Το μόνο συναίσθημα που απεχθάνομαι είναι ο φόβος. Όταν τον αισθάνομαι, δεν με ενδιαφέρει τίποτα.

 

— Και ο έρωτας;

Ο έρωτας έπαιξε στη ζωή μου ρόλο καταστροφικό, ρόλο δημιουργικό, ρόλο βασικό, όλα του τα οφείλω του έρωτα του ανεκπλήρωτου και του φανταστικού, του υπαρκτού και του ανύπαρκτου, του δολοφόνου, του βρικόλακα, του φτερωτού, τώρα τον έχω βρει στο πρόσωπο ενός Ινδιάνου και θα μου πεις, «μα υπάρχουν Ινδιάνοι ορίτζιναλ, και μάλιστα στην Ελλάδα;». Κι εγώ θα σου πω πως «ναι, υπάρχουν». Με φτερά κανονικά. Και πετάμε τώρα μαζί.

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Λένα Κιτσοπούλου δίνει πάλι ζωή στο τέρας του Φράνκεστάιν
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Λένα Κιτσοπούλου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Λένα Κιτσοπούλου δίνει πάλι ζωή στο τέρας του Φράνκεστάιν
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η Λένα Κιτσοπούλου δίνει πάλι ζωή στο τέρας του Φράνκεστάιν
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO