Λέγεται μεγάλος γύρος (grand tour) και αναφέρεται στην διαδρομή που ακολουθεί τις σημαντικότερες εικαστικές εκδηλώσεις του κόσμου, οι οποίες φέτος (όπως κάθε 10 χρόνια) συμπίπτουν όλες μαζί και είναι οργανωμένες έτσι ώστε να ανοίγουν η μια μετά την άλλη ‘υποχρεώνοντας' τους λάτρεις της τέχνης (καλλιτέχνες, συλλέκτες, επιμελητές, κριτικούς, γνώστες κ.ά.) να διανύουν την Ευρώπη τρέχοντας από χώρα σε χώρα με τρένο, αυτοκίνητο, αεροπλάνο ή ιδιωτικό τζετ, ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός και να φτάνουν όλοι μαζί την ίδια ώρα στον ίδιο προορισμό.

Πρώτα ήταν η Μπιενάλε Βενετίας και αμέσως μετά τα (τριήμερα) εγκαίνια της, η Αrt Βasel. Είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη art fair του κόσμου σε μια κωμόπολη της Ελβετίας (Βασιλεία) όπου ακόμη και οι Picasso πουλιούνται με την σέσουλα (και ξεπουλούν στην κυριολεξία). Στη συνέχεια Ντοκουμέντα στο Κάσελ της Γερμανίας, μία διοργάνωση που κάθε πέντε χρόνια όχι μόνο συνοψίζει το zeitgeist της εικαστικής τέχνης την δεδομένη στιγμή αλλά ορίζει και την τάση της για τα επόμενα πέντε που θα μεσολαβήσουν μέχρι την επόμενη. Ακολουθεί η Sculpture Project στο Μούνστερ, λίγα χιλιόμετρα μετά το Κάσελ, που επαναπροσδιορίζει κάθε δέκα χρόνια την έννοια της ‘δημόσιας γλυπτικής' μέσα από μια έκθεση που απλώνεται σε όλη την πόλη! Ουσιαστικά αποτελεί το τέλος της διαδρομής, εκεί όπου όλοι ήθελαν να φτάσουν φέτος -εντέλει τα κατάφεραν λιγότεροι από όσους ξεκίνησαν (οι συλλέκτες και κάποιοι πολύ γνωστοί επιμελητές έμοιαζε να είναι οι πιο αποφασισμένοι και λιγότερο φανφαρόνοι τελικά).

Ο χρόνος και ο τόπος της τέχνης μοιάζει να βρίσκεται φέτος σε αδιάκοπη κίνηση, σ' έναν ‘μη-τόπο' (όπως τα αεροδρόμια και τα μέσα μαζικής μεταφορές) όπου τους ανθρώπους συνδέει η μαζική μετάβαση προς το κοινό προορισμό. Αφού φτάσουν, θα αποπειραθούν να βρουν την ταυτότητά τους ‘μέσα στον κόσμο της τέχνης' με τη βοήθεια της ‘παραδοσιακής φορεσιάς', δηλαδή τα μαύρα ρούχα (πένθος για την χαμένη έμπνευση; οδύνη μιας στοχαστικής ψυχής;) τα οποία σίγουρα εξυπηρετούν μια φιλική προς το εκθεσιακό γεγονός αισθητική και βοηθούν να ενσωματωθούν στον διευρυμένο κύκλο των ειδικών της τέχνης ακόμη και οι πλήρως άσχετοι (τουλάχιστον ώσπου να χρειαστεί να ανοίξουν το στόμα τους).

Ο χώρος της στήλης είναι μικρός, για να χωρέσει και ουσιαστική ανάλυση της εκθεσιακής στρατηγικής και κριτική του περιεχομένου της κάθε εκδήλωσης. Αυτό απαιτεί όχι μόνο περισσότερες σελίδες αλλά και μια χρονική απόσταση από την πρώτη εντύπωση, ώσπου οι χιλιάδες αντικρουόμενες φωνές που προκαλούνται από τα απανωτά ερεθίσματα να καταλαγιάσουν -μαζί και η αυθεντική κρίση. Γιατί υπάρχει και η ‘στρατευμένη', αυτή που σώνει και καλά πρέπει να συμβαδίζει με τις γενικές εντυπώσεις και τους χαρακτηρισμούς των σπουδαιότερων κριτών. Αναμένοντας την κάθε επόμενη ‘έκπληξη' (χωρίς καμία ξεκούραση από τον ένα προορισμό στον άλλο), οι σημειώσεις που κρατώ αναφέρονται απλά σε γενικές ημερολογιακές λεπτομέρειες, όπως θα έχετε είδη αντιληφθεί απ' ό,τι μοιράζομαι μαζί σας -ενίοτε διανθισμένες με την εντόπια (ελληνική) παρουσία για χάρη του αθηναϊκού οδηγού στον οποίο φιλοξενούνται.

Αφήνουμε την Βενετία, λοιπόν, με μισή καρδιά. Παρά τις διαφωνίες μας για τις ώρες μπάνιου, αναχώρησης κι επιστροφής αλλά και για τα κλειδιά που δεν σταματούσαν να ακούγονται στο υπέροχο σπίτι που έμενε η ‘αυτιστική' (χαριτολογώ) παρέα μας από εικαστικούς, γκαλερίστες και επιμελητές εκθέσεων της εγχώριας σκηνής, συμφωνούμε όλοι/όλες για την απουσία δυναμικής και κεντρικής ιδέας και για το ‘ανιαρό στήσιμο' των έργων από το φετινό καλλιτεχνικό διευθυντή Robert Storr, (παρόλο που η Μπιενάλε φιλοξενεί πολύ καλύτερα και σημαντικότερα έργα από την προηγούμενη, η οποία μάλλον ήταν η αποτυχία του αιώνα). Συμφωνούμε ακόμη και για την ολοκληρωτική υποταγή της τέχνης στην αγορά, η οποία εκφράζεται καταρχάς από τον φόβο του κεντρικού επιμελητή να πάρει ρίσκα, δείχνοντας δουλειές που δεν θα μπορούσαν έτσι απλά να τροφοδοτήσουν την αγορά. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και για έναν ακόμη λόγο: οι γκαλερίστες υποδέχονται τους χιλιάδες θεατές στα εθνικά περίπτερα προδίδοντας αβίαστα συμφωνίες που δεν θα έπρεπε να είναι τόσο φανερές!

Μπουνιά σ' αυτές τις παρατραβηγμένες τακτικές (ανάμεσα σε λίγα άλλα) είναι το έργο της Ίζα Γκέσκεν στο γερμανικό περίπτερο, το οποίο ξεφεύγει από τα υποταγμένα όρια της αισθητικής, όπως επίσης η έκθεση που επιμελείται ο καλλιτέχνης Franz Westαπέναντι από το κεντρικό χώρο Arsenale, όπου η πρόσβαση ήταν σχεδόν αδύνατη. Έπρεπε ή να βρεθεί ως εξ ουρανού θαλάσσιο ταξί ή, αν οι ενδιαφερόμενοι ήταν γένους θηλυκού, να περάσουν απέναντι μ' ένα κανό στο οποίο έκαναν κουπί (ενώ αυτό έμπαζε νερά) δύο ολόγυμνοι καλλιτέχνες

Ακόμη ζαλισμένοι/νες από τα πάρτι της Βενετίας τα οποία σταθερά είναι τα καλύτερα, πηδάμε στο πρώτο τρένο που βρίσκουμε θέσεις για Βασιλεία για να ανακαλύψουμε εκ των υστέρων ότι είναι το τοπικό τρένο που κάνει τη διαδρομή σε δέκα αντί σε πέντε ώρες και στο οποίο δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο! Πέφτουμε πάνω στον Wolfgang Tillmans - τόσο γνωστός καλλιτέχνης, σκεφτόμαστε, κάτι θα έχει προνοήσει για φαγητό, του ζητάμε να το μοιραστεί. Τίποτα και αυτός! Τελικά σε κάποια στάση ψήνουμε τον οδηγό του τρένου να περιμένει λίγο παραπάνω. Η Ρ. τρέχει και σε χρόνο μηδέν αρπάζει κάτι σάντουιτς. Τα τρώμε όλοι ευχάριστα δεχόμενες αστεία ότι ο λαός μας ως και ελβετικά τρένα καταφέρνει να καθυστερήσει!

Στην άφιξη του στην Βασιλεία το τρένο αδειάζει από τους μαυροφορεμένους. Η σκηνή μου θυμίζει Ινδία όπου σε ένα συγκεκριμένο σταθμό στα νότια κατέβηκαν χιλιάδες πιστοί σιχ που φορούσαν μαύρα πανιά -ή μαζικό προσκύνημα μαυροφορεμένων γιαγιάδων στην Τήνο. Το άλλο πρωί ανοίγει η art fair στις 11 για πολύ ιδιωτικό preview στους ‘εκλεκτούς' και πραγματικά αποτελεί μια από τις πιο δυνατές εκπλήξεις του ταξιδιού. Ποιος θα περίμενε ότι τελικά η αγορά θα περιλάμβανε ακόμη και τις πιο πειραματικές προτάσεις; Εδώ υπάρχουν τα πάντα, από Chagal μέχρι Dan Colen (ο οποίος κάνει αφηρημένη τέχνη με κοτσουλιές πουλιών), και ενδιάμεσα όλες οι ενδιαφέρουσες διαβαθμίσεις: ό,τι είχαμε ακούσει και δεν είχαμε προλάβει να δούμε ανά τον κόσμο! Περιφερόμαστε σ' έναν χώρο που μοιάζει σαν πολλές πινακοθήκες και πολλά μουσεία και κέντρα τέχνης μαζί, με την διαφορά ότι η εγκατάσταση των έργων είναι πιο αποσπασματική. Καταρχήν διότι πρόκειται για μια art fair κι έτσι τα έργα παρουσιάζονται στα booth των γκαλερί τους (σε μικρά άσπρα κουτάκια το ένα μετά το άλλο) -και επίσης επειδή λόγω των πωλήσεων τα έργα αλλάζουν συνεχώς. Παρά τις τρελά ανεβασμένες τιμές, όλοι αυτοί που κατέφτασαν στη Βασίλεια (και δεν αναφέρομαι μόνο στους αφιχθέντες με τα 60 ιδιωτικά αεροπλάνα που προσγειώθηκαν φέτος στην πόλη) δεν πτοήθηκαν καθόλου -και ας κόστιζε ένα βίντεο έργο που βγαίνει σε έξι αντίτυπα (ουσιαστικά παίρνεις ένα DVD) 150.000 δολάρια, 300.000 οι πίνακες νέων σχετικά καλλιτεχνών και 800.000 οι διάφορες φωτογραφίες (επίσης σε τριών ή περισσότερα αντιτύπων) καλλιτεχνών που άλλαξαν την πορεία της τέχνης ανεπιστρεπτί. Για να μην αναφερθώ στα εκατομμύρια που τιμολογούνται τα λίγο παλιότερα έργα Μπασκιά, Άντυ Γουόρχολ κ.ά.

Η ελληνική παρουσία ήταν πολύ αξιοπρεπής μέσω της γκαλερί Ελένης Κορωναίου που παρουσίασε τις φωτογραφίες του Michael Smitd εγκατεστημένες μουσειακά μέσα στο χώρο της, αλλά και μέσω των δυνατών πια Ελλήνων συλλεκτών και της γκαλερίBreeder. Η τελευταία στην μικρότερη, νεανική art fair LISTE που γίνεται εκεί κοντά, ξεπούλησε όλα τα έργα που παρουσίασε, Ελλήνων και μη καλλιτεχνών - όπως και όλες οι υπόλοιπες γκαλερί. Η art newspaper, που βγαίνει καθημερινά και κυκλοφορεί στον χώρο, γράφει ότι ο συλλέκτης Δάκης Ιωάννου έδωσε 20.000 ευρώ στους midget gallery (μια ομάδα σκανταλιάρικων νάνων με τυρολέζικες στολές που περιφέρονται πάντα στις μεγάλες art fair) για να του πάρουν ένα έργο για την συλλογή του. Δεν ξέρω ακόμη εάν είναι αλήθεια αλλά ακούγεται ιδιαίτερα ευρηματικό.

Τέλος οTod Eberle (φωτογράφος του Vanity Fair) με κυνηγάει προσπαθώντας να με πείσει να μας φωτογραφήσει στο τεράστιο δωμάτιο ενός youth hostel όπου μένουμε όλοι μαζί, αφού δεν μπορέσαμε να βρούμε κάτι άλλο στην πόλη! Το βρίσκει άκρως οξύμωρο, και είναι! Κάθε πρωί διαταράσσουμε ενδυματολογικά την ιδιαίτερου design τραπεζαρία εφόσον επηρεασμένοι ο ένας από τον άλλο βγαίνουμε super overdressed. Και οι υπόλοιποι ένοικοι, πάντως, είναι εκεί για το ίδιο λόγο! Όλοι τρώνε μπροστά από έναν υπολογιστή και το μέρος μοιάζει σαν σταθμός μοδάτων εξωγήινων! Παρόλο που κάπως έπρεπε να γυρνάμε όλοι μαζί για να μην ξυπνάει ο ένας τον άλλον, το μέρος ήταν τελικά ιδιαίτερα cool από πολλές απόψεις και γι' αυτό κρατώ το όνομά του κρυφό! Μόλις έχουμε πιάσει τον ρυθμό και σπάνια βρισκόμαστε πια όλοι μαζί (εφόσον ο καθένας/καθεμία προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τις προσκλήσεις του), έρχεται η ώρα να φύγουμε! Το πρωί που διηγούμαστε ‘καραβοτσακισμένοι' τις βραδινές ιστορίες μας, καταλαβαίνουμε ότι όλα μπορούν να συμβούν ταυτόχρονα σ' αυτήν την πόλη! Την ώρα που κάποιος είναι για δείπνο με τον Malcom Macklaren, άλλος τρώει καλεσμένος κάποιων γκαλερί όπου συνυπάρχει ο Rushdi και η Seymour ή απλά πίνει μπύρες στο μετά-country looking art lobby της art fair, κάτω από τις πιο πρωτοποριακές music performances. Δύο μονάχα από την παρέα αντέχουμε να πάρουμε το τρένο γιαΚάσελ, προκειμένου να φτάσουμε στα Ντοκουμέντα. Στη διαδρομή δεν βλέπουμε ούτε μαυροφορεμένους ούτε τίποτα. Απολαμβάνουμε στο τρένο ένα πιάτο άσπρα γερμανικά σπαράγγια με προσούτο και δεν μιλάμε μεταξύ μας καθόλου ως την επόμενη στάση! ...Εως την επόμενη εβδομάδα!