ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ εδώ και χρόνια ως θεματοφύλακας του σινεμά ο Μάρτιν Σκορσέζε (ελάχιστοι εν ζωή σκηνοθέτες έχουν να επιδείξουν αντίστοιχο έργο και κανείς άνθρωπος στον πλανήτη δεν έχει δει τόσες ταινίες όσες αυτός), ο οποίος ξαναχτυπά αυτές τις μέρες με βαρυσήμαντο άρθρο-δοκίμιό του που δημοσιεύεται στο έγκριτο περιοδικό Harper's με τίτλο «Il Maestro» και υπότιτλο «Ο Φεντερίκο Φελίνι και η χαμένη μαγεία του σινεμά».


Πράγματι, το μεγαλύτερο κομμάτι του κειμένου αποτελεί έναν συναισθηματικό φόρο τιμής στο κινηματογραφικό μεγαλείο του Φελίνι, που για τον Σκορσέζε εκπροσωπεί περισσότερους από όλους ίσως τους μεγάλους δημιουργούς, τις δυνατότητες, τη δυναμική και την πεμπτουσία του κινηματογραφικού μέσου. Τα «viral» αποσπάσματα όμως του άρθρου, που αναδημοσιεύονται δεξιά κι αριστερά στα διεθνή media, έχουν να κάνουν με την έντονη πολεμική –υπό μορφή ελεγείας– που εξαπολύει ο 78χρονος σκηνοθέτης ενάντια στη μεταχείριση που επεφύλαξαν στην κινηματογραφική τέχνη οι χαλεποί καιροί μας.

 

Το ζητούμενο παραμένει να γυρίζονται σπουδαίες ταινίες, κάτι που συμβαίνει, και μάλιστα από πολλές γυναίκες πλέον, αντίθετα από τις εποχές που νοσταλγεί.


Η τέχνη του σινεμά στην εποχή μας, γράφει ο Σκορσέζε, συστηματικά υποτιμάται, παραμερίζεται, εξευτελίζεται και υποβιβάζεται στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή της, σε αυτό που πλέον καλείται «περιεχόμενο», όρος που μέχρι και πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, όπως σημειώνει, ακουγόταν μόνο σε σοβαρές συζητήσεις για το σινεμά, κυρίως σε αντιπαραβολή με τον όρο «φόρμα» (ή μορφή ή ύφος ή στυλ): 

 

«Έκτοτε χρησιμοποιείται σταδιακά όλο και περισσότερο από τους ανθρώπους που κατέλαβαν τα μέσα ενημέρωσης, οι πιο πολλοί από τους οποίους δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για την ιστορία της μορφής ή του περιεχομένου στην τέχνη. Το "περιεχόμενο" έγινε ένας επιχειρηματικός όρος που μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα, ανάμεσά τους και τις κινούμενες εικόνες πάσης φύσεως: μια ταινία του Ντέιβιντ Λιν, ένα βίντεο με μια γάτα, μια διαφήμιση, ένα sequel ταινίας με υπερήρωες, ένα επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς».

 

Ακολούθως, θρηνεί για τη σμίκρυνση της κινηματογραφικής εμπειρίας ως αποτέλεσμα της μετάβασής της από την αίθουσα στο σπίτι («με τον ίδιο τρόπο που η Amazon αντικατέστησε τα φυσικά καταστήματα», όπως γράφει) και τη θλιβερή διαχείριση των κλασικών αριστουργημάτων του σινεμά, που καταλήγουν σ' ένα ομοιόμορφο ρυάκι που κυλάει στα αυλάκια της κάθε μεγάλης πλατφόρμας streaming.

 

Έτσι είναι, δεν αντιλέγει κανείς. Τίποτα όμως δεν μένει το ίδιο για πάντα. Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει να γυρίζονται σπουδαίες ταινίες, κάτι που συμβαίνει, και μάλιστα από πολλές γυναίκες πλέον, αντίθετα από τις εποχές που νοσταλγεί. Και ο ίδιος, άλλωστε, σ' αυτές τις ισοπεδωτικές πλατφόρμες έχει αναγκαστεί να καταφύγει εσχάτως, πρόπερσι με το The Irishman για το Netflix και προσεχώς με το Killers of the Flower Moon (με Ντε Νίρο - Ντι Κάπριο) για λογαριασμό του Apple TV.

 

Κι αν σε εκείνο το προ διετίας κείμενό του, όπου πάλι είχε ταράξει τα νερά γράφοντας ότι τα κινηματογραφικά franchises τύπου Marvel είναι θεματικά πάρκα παρά σινεμά, είχε πολλά δίκια, σ' αυτό εδώ όμως το κείμενο –στα «επίμαχα» σημεία του τέλος πάντων– θυμίζει και λίγο, με όλον τον σεβασμό, «γέρο που εξοργίζεται με σύννεφο» κατά το γνωστό meme.


Μου θύμισε επίσης τον ελεγειακό τόνο του γνωστού κομματιού του Τζίμη Πανούση, «Φασμπίντερ και ξερό ψωμί», και ειδικά τον στίχο «πόσο θ' αντέξουνε ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης / δεν έχουν κάνει ούτε ένα videoclip», όπου στη θέση του Μάρκου και του Τσιτσάνη (και του Μακρυγιάννη και του Μπαρμπαγιάννη του Κανατά) βρίσκονται όλα τα ιερά τέρατα που αναφέρει ο Σκορσέζε στο κείμενο του: Μπέργκμαν, Γκοντάρ, Φελίνι, Κιούμπρικ, Τριφό και όλοι οι υπόλοιποι μεγάλοι άνδρες της έβδομης τέχνης (για γυναίκα, ούτε λόγος βέβαια), το κλασικό πάνθεον, ο ίδιος κι απαράλλαχτος κανόνας που δεν έχει αλλάξει εδώ και μισό αιώνα πλέον. Μα δεν πειράζει, πατριώτες-σινεφίλ, είμαστε εφτάψυχοι...