Πόσο «ιερή» είναι για σας η φιλία; Στην εποχή μας υπάρχει η τάση να αντικαταστήσει την οικογένεια. Είναι οι φίλοι το ίδιο σημαντικοί;
Σαφώς η φιλία είναι ιερή και απαραίτητη, εξίσου με την οικογένεια. Είναι στην ουσία μια άλλη εκδοχή της οικογένειας. Δεν ξέρω αν θα μιλούσα για αντικατάσταση, αλλά μια και η σημερινή οικογένεια περνάει κρίση στις παραδοσιακές της δομές, η φιλία τουλάχιστον λειτουργεί σαν ένα καλό υποκατάστατο. Έτσι ο σημερινός άνθρωπος έχει δυο μικρούς πυρήνες στη ζωή του, την οικογένεια και τους φίλους του.

Πείτε μου μερικά πράγματα για την ταινία. Γιατί θα προτείνατε να τη δει κάποιος;
Γιατί είναι καλή ταινία. Γιατί είναι πολύ καλή ταινία. Τελεία. Είναι και τρυφερή, έχει χιούμορ, πηγαίνει και σε βάθος και αφορά όσους έχουν παρέες, δηλαδή όλους τους Έλληνες.

Ο χαρακτήρας του Χάρη που υποδύεστε είναι αρκετά κυνικός και δείχνει να ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του προβλήματα, μόνο όσα συμβαίνουν μέσα στον μικρόκοσμό του. Έχει γίνει αυτό ένα από τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα;
Ο Χάρης είναι ένας τυπικός Έλληνας κι αυτό ήταν, πάντα, τυπικό ελληνικό χαρακτηριστικό. Ήταν, είναι –και φοβάμαι ότι θα είναι για πολλά χρόνια ακόμα– χαρακτηριστικό δικό μας. Ανάλογα με την εποχή βέβαια αλλάζει η τυπική συμπεριφορά του Έλληνα, αλλά γι’ αυτό ακριβώς έχουν ενδιαφέρον και οι ήρωες: γιατί ενώ είναι σημερινοί άνθρωποι, ο καθένας με την ατομικότητά του, ως ρόλοι εμπεριέχουν ξεχωριστή ηλικία, γενιά και καταγωγή ως χαρακτηριστικά τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο Χάρης αντιμετωπίζει τα κοινά είναι τυπικά ελληνικός, αλλά όχι μόνο ως αρνητική συμπεριφορά. Ακόμα και η θετική του συμπεριφορά αποτελεί εξίσου στοιχείο του σύγχρονου Έλληνα, κι αυτή είναι που μας σώζει – αλλιώς θα ήμασταν απλώς ανάλγητοι. Από τα αρχαία χρόνια άλλωστε, δεν φημιζόμαστε για το χάρισμα της συλλογικότητας…

Μπορείτε να ταυτίσετε καθόλου τον εαυτό σας με το χαρακτήρα του Χάρη;
Φυσικά. Αφού κι εγώ είμαι ένας τυπικό νεοέλληνας. Αν δεν μπορούσα να βρω οικεία στοιχεία, θα σήμαινε ότι κάτι λάθος συμβαίνει στο ρόλο από γραφής. Ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του στους ρόλους της ταινίας, και ως θεατής και, πολύ παραπάνω, όταν κληθεί να ενσαρκώσει έναν από αυτούς. Πάντα πρέπει ν’ αναγνωρίζεις δικά σου στοιχεία σ’ ένα ρόλο, ακόμα κι αν βρίσκεται πολύ μακριά από εσένα. Στον Χάρη όμως βρήκα δικά μου, στοιχεία πολύ περισσότερα απ’ ό,τι σε άλλους ρόλους. Κι εκεί βρίσκεται και η επιτυχία της γραφής του.

Στην ταινία ακόμα και ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν καταφέρει να αλλάξει την πορεία της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών. Είναι αυτό κάποιου είδους αντίσταση, ή μήπως έχουν γίνει αναίσθητοι οι άνθρωποι;
Διαφωνώ. Ο θάνατος είναι η αφορμή, η αφετηρία για ν’ αλλάξει πραγματικά η ζωή της παρέας, είναι ο καταλύτης για να επαναπροσδιορίσουν οι φίλοι τη ζωή τους. Και αλληγορικά ακόμα, από την πρόθεση ήδη του σκηνοθέτη, υπάρχει ένας θάνατος όχι μόνο ενός φυσικού προσώπου αλλά και της παρέας, της σχέσης.

Πώς προέκυψε ο ρόλος του αστυνόμου Μπέκα;
Όπως όλοι οι ρόλοι. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος, η PLD και o Alpha μού πρότειναν να συμμετάσχω. Παραδόξως, ακριβώς πριν προκύψει αυτό είχα προτείνει εγώ σε κάποια εταιρεία παραγωγής να κάνουμε σειρά τον αστυνόμο Μπέκα γιατί το ήθελα πολύ, και βρισκόμασταν στο επίπεδο των συζητήσεων. Οπότε όταν ήρθε μια ομάδα και μου είπε ότι ήταν έτοιμη να ξεκινήσουμε, ήταν λογικό να πάω.

Πείτε μου μερικά πράγματα για την τελευταία σας θεατρική σας δουλειά (σ.σ: τα Αξύριστα Πιγούνια, μία παράσταση που ματαιώθηκε στη Χίο λόγω Μεγάλης Εβδομάδας, για να μην διαταραχθούν τα χρηστά ήθη).
Τα Αξύριστα Πιγούνια, που παίχτηκαν αρχικά στην «Πόρτα» και στη συνέχεια στη «Στοά», μόλις ολοκλήρωσαν τις παραστάσεις τους. Είναι κατά τη γνώμη μου ένα πολύ σημαντικό νεοελληνικό έργο του Γιάννη Τσίρου, ο οποίος ήδη ετοιμάζεται με δύο σενάρια να βγει και στον ελληνικό κινηματογράφο. Η αντιμετώπιση της παράσταση από το κοινό μού φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Σκηνοθέτησε ο Θανάσης Παπαγεωργίου, παίζαμε παρέα με τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση. Είμαι πολύ ευτυχής από την πορεία αυτής της παράστασης, παρ’ όλο που όταν αποφασίσαμε μαζί με τον Θανάση να μπούμε και ως συμπαραγωγοί, όλοι μάς έλεγαν ότι θα καταστραφούμε. Η παράσταση όμως πήγε πολύ καλά και θεωρώ ότι θα μείνει στη νεοελληνική δραματουργία. Είμαι ευχαριστημένος.

Ποια είναι η γνώμη σας για την Αθήνα; Πόσο διαφορετικοί είναι οι ρυθμοί για κάποιον που μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη;
Η γνώμη μου για την Αθήνα είναι πολύ καλή, όπως είναι η γνώμη μου και για τη Θεσσαλονίκη. Οι ρυθμοί της Θεσσαλονίκης μού φαίνονται αργοί και γοητευτικοί τώρα που μένω στην Αθήνα και ανεβαίνω πάνω χωρίς να έχω δουλειά. Όταν δούλευα εκεί, οι ρυθμοί ήταν πολύ χειρότεροι από της Αθήνας. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει οργάνωση, οπότε αναγκαστικά τα έκανα όλα μόνος μου, χωρίς να είμαι αρκετά αποδοτικός: δούλευα περισσότερο και δεν μπορούσα να ζήσω. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα είμαι διχασμένος ανάμεσα στις οι δύο πόλεις, προς το παρόν. Έχω διαρκή αναφορά στη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό και πάω τακτικά. Δεν αντέχω να ζω συνέχεια στην Αθήνα, αλλά δεν μπορώ και να μην είμαι εδώ καθόλου. Νομίζω ότι τελικά η Αθήνα είναι βιώσιμη για 5-6 μήνες το χρόνο.

Έχει επηρεάσει καθόλου η τεράστια επιτυχία της Πολίτικης Κουζίνας τις μετέπειτα επιλογές σας; Πόσο δύσκολο είναι να αναμετρηθείτε με την τρομερή επιτυχία της;
Καθόλου. Οι επιλογές μου είναι απόλυτες και αυστηρές στον κινηματογράφο και στο θέατρο – και σχετικά αυστηρές στην τηλεόραση, γιατί δε γίνεται διαφορετικά. Οι επιτυχίες είναι καλοδεχούμενες, αλλά μέσα στο πρόγραμμα είναι και όλες οι άλλες εκδοχές στην πορεία ενός έργου. Αρκεί πριν ξεκινήσεις να πιστεύεις σ’ αυτό, να αισθάνεσαι ότι έχεις κάτι να πεις, να είναι η διαδικασία δημιουργική και να νιώθεις ότι κάτι καλό συμβαίνει. Από εκεί και πέρα δε σ’ ενδιαφέρει η επιτυχία, είναι πιο υγιές να το βιώνεις έτσι. Μια καλή δουλειά με χαμηλότερη θεαματικότητα μ’ ενδιαφέρει πολύ περισσότερο από μια πολύ επιτυχημένη δουλειά που δε μου αρέσει. Η ιδέα της επιτυχίας ποτέ δε με τρομοκράτησε, ούτε με επηρέασε.