Έφερε η πανδημία το τέλος του σινεμά arthouse στην Ελλάδα; Facebook Twitter
Εικονογράφηση: bianka / LiFO

Έφερε η πανδημία το τέλος του σινεμά arthouse στην Ελλάδα;

0

Μετά από σχεδόν δύο χρόνια με Covid, απανωτά lockdowns, περισσότερους από 24.000 χιλιάδες νεκρούς και την πανδημία ακόμα σε εξέλιξη, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, ο εγκλεισμός και ο φόβος για την αρρώστια άλλαξαν τις συνήθειες των ανθρώπων, κυρίως των άνω των πενήντα που κινδυνεύουν περισσότερο, πλήττοντας σχεδόν κάθε τομέα της καθημερινής ζωής.

Το σινεμά είναι από τους μεγάλους χαμένους της υπόθεσης, κυρίως το arthouse, το οποίο στην Ελλάδα είχε έναν σταθερό πυρήνα που το στήριζε σε κάθε συνθήκη. Το 2022 βρίσκει το σινεμά στην Ελλάδα στη χειρότερη φάση του, με το τοπίο αρκετά θολό και μια νέα πραγματικότητα, η οποία κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί.

Τα μικρά σινεμά κλείνουν ή υπολειτουργούν, ο κόσμος έχει βρει νέους τρόπους να παρακολουθεί ταινίες και σταμάτησε να πηγαίνει στις αίθουσες, τα πάγια έξοδα είναι τεράστια και ασφυκτικά για τους ιδιοκτήτες, τα νούμερα των εισιτηρίων μικρότερα από ποτέ, έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος που είναι άγνωστο πού θα οδηγήσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το σινεμά πρέπει να στηριχθεί άμεσα και ο κόσμος να επιστρέψει στις αίθουσες πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. 

«Το σινεμά για ένα μεγάλο μέρος του κόσμου είναι ψυχαγωγία, η αγωγή της ψυχής, το αντίστοιχο του αρχαίου θεάτρου, και όχι απλώς διασκέδαση. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα "διασκεδάννυμι", που σημαίνει σκορπίζομαι, διαλύομαι», λέει η Πέγκυ Ρίγγα, ιδιοκτήτρια των θερινών κινηματογράφων Ριβιέρα, Βοξ και Αθηναία και του χειμερινού Ααβόρα, το οποίο αποφάσισε να μην ανοίξει τη φετινή σεζόν.

«Η αίθουσα είναι σαν μια δεξαμενή απομόνωσης των αισθήσεων, στην οποία μπαίνεις, χωρίς να υπάρχει κανένα άλλο ερέθισμα, πέρα από την οθόνη που έχεις απέναντί σου και τον κόσμο που είναι γύρω σου. Πρόκειται για μια συλλογική εμπειρία. Είναι σαν μια μήτρα από την οποία ξαναγεννιέσαι λίγο διαφορετικός κάθε φορά. Στο σπίτι σου θα σταματήσεις την ταινία για να παραλάβεις την πίτσα, για να απαντήσεις σε μια κλήση, να ρίξεις μια ματιά τι παίζουν τα άλλα κανάλια, θα διακόψεις τη ροή της ένα σωρό φορές.

Έχω ένα παράδειγμα για το πόσο μπορεί να σε επηρεάσει αυτό: όταν το Roma του Αλφόνσο Κουαρόν βγήκε στην πλατφόρμα, άνθρωποι που αποδεδειγμένα έχουν καλό γούστο μού έλεγαν “τη σταμάτησα την ταινία γιατί βαρέθηκα, όσο κι αν προσπάθησα να τη δω”. Αντιθέτως, όσοι είχαν έρθει στο σινεμά, είχαν μόνο διθυραμβικά σχόλια να πουν.  

Οι χειμερινές αίθουσες, ειδικά στο κέντρο της Αθήνας, είναι ακίνητα φιλέτα, είναι περιζήτητοι, μεγάλοι χώροι και οι ιδιοκτήτες τους δέχονται μεγάλες πιέσεις να αλλάξουν τη χρήση τους και να τα δώσουν π.χ. για σούπερ μάρκετ.

Αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι πρωτοφανές στην ιστορία του σινεμά, έχει συμβεί και το 1918, τότε που η πανδημία της ισπανικής γρίπης χτύπησε το αμερικανικό (και όχι μόνο) σινεμά ακριβώς την περίοδο που ήταν σε άνοδο, όταν είχε ανέβει στην πέμπτη θέση της βιομηχανίας της Αμερικής. Σε ένα άρθρο για τις επιπτώσεις του Covid-19 στον κινηματογράφο διάβασα μια φράση που μου έκανε εντύπωση: “Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί από δω και πέρα, αλλά να τι συνέβη την τελευταία φορά”. Και επειδή δεν ξεχνώ την ιδιότητά μου ως αρχαιολόγου, πιστεύω ότι πάντα κάτι μπορούμε να αποκομίσουμε από τη μελέτη της Ιστορίας. Γιατί όλα έχουν συμβεί πάνω από μια φορά.

Στο peak της δημοτικότητάς τους, λοιπόν, τα σινεμά άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, όχι οριζοντίως, όπως τώρα, αλλά για 2, 3, 4, 5 μήνες, ανάλογα με την Πολιτεία και την εξέλιξη της πανδημίας. Τότε, λόγω αυτού του γεγονότος, άλλαξε η δομή της κινηματογραφικής βιομηχανίας στην Αμερική και απέκτησε αυτό που λένε “κάθετη μορφή”, που ξεκινάει από το στούντιο και φτάνει στην αίθουσα του σινεμά. Μέχρι τότε οι κινηματογραφικές αίθουσες ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις, όπως είναι κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή. Κι επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν το πολύμηνο κλείσιμο, ένας δαιμόνιος τύπος, ένας από τους συνιδρυτές της Paramount, ο Άντολφ Ζούκορ, το θεώρησε χρυσή ευκαιρία και άρχισε να αγοράζει σινεμά. Τους πρόσφερε λίγα λεφτά, αλλά, επειδή οι άνθρωποι ήταν απαυδισμένοι από τα χρέη, τα πωλούσαν κι έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι αλυσίδες.

Με αυτόν τον τρόπο γιγαντώθηκαν τα στούντιο. Την ίδια εποχή ο Τσάρλι Τσάπλιν και άλλοι καλλιτέχνες προσπάθησαν να δημιουργήσουν τη United Artists για να αντιπαρατεθούν στην παντοκρατορία των στούντιο και να συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητο σινεμά. Είναι μια πολύ διδακτική ιστορία αυτή για το πώς μια πανδημία επηρεάζει το σινεμά και ειδικά την κινηματογραφική αίθουσα, που είναι το θέμα μας.

Οι αίθουσες έκλεισαν στα μισά της σεζόν 2019-’20, την πιο πετυχημένη στην πρόσφατη ιστορία του ελληνικού σινεμά. Γενικά, στην Ελλάδα έχουμε πολύ χαμηλή προσέλευση θεατών, συνολικά 10-11 εκατομμύρια εισιτήρια τον χρόνο, που σημαίνει ότι κάθε Έλληνας πηγαίνει σινεμά μία φορά τον χρόνο.

Εκείνη τη χρονιά είχαν βγει το Joker, που έφτασε σχεδόν το ένα εκατομμύριο εισιτήρια, η Ευτυχία, που ξεπέρασε τα 600.000 εισιτήρια και χάρη σε αυτήν πήγαν σινεμά άνθρωποι που είχαν να πάνε χρόνια. Υπήρχε μεγάλη ευφορία και στα γραφεία διανομής και στους αιθουσάρχες, σε όλον τον κόσμο, γιατί άλλαζε το τοπίο που ξέραμε.

Και τότε ακριβώς κάνει την εμφάνισή του ο κορωνοϊός και μας κλείνουν. Ήμασταν οι πρώτοι που κλείσαμε, πριν ακόμη κλείσουν τα σχολεία. Βέβαια όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλες τις χώρες πρώτα έκλεισαν τα σινεμά και τα θέατρα και μετά τα σχολεία, δαιμονοποιήθηκε πάρα πολύ ο χώρος της κλειστής αίθουσας. Από τότε το σινεμά δεν ήταν ξανά το ίδιο.

Πέγκυ Ρίγγα Facebook Twitter
Η Πέγκυ Ρίγγα είναι ιδιοκτήτρια των θερινών κινηματογράφων Ριβιέρα, Βοξ και Αθηναία και του χειμερινού Ααβόρα, το οποίο αποφάσισε να μην ανοίξει τη φετινή σεζόν. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Ανοίξαμε για λίγο τον Σεπτέμβριο και από τον Οκτώβριο και μετά κλείσαμε εντελώς. Η σεζόν 2020-21 χάθηκε ολόκληρη για τις χειμερινές αίθουσες, αλλά και φέτος, που άνοιξαν, τα μέτρα που ελήφθησαν και στην τελική τους μορφή επιτρέπουν την είσοδο μόνο σε εμβολιασμένους ή νοσήσαντες στο 100% της χωρητικότητας, όταν στα θερινά, στο ύπαιθρο δηλαδή, λειτουργούσαμε με το 75%(!), ήταν αποτρεπτικά για πολύ κόσμο.

Αυτή η κατάσταση έπληξε κυρίως τις αίθουσες με arthouse ρεπερτόριο, γιατί αφορούσε κυρίως τον κόσμο άνω των σαράντα, το κοινό των παραδοσιακών αιθουσών, που είναι ή μονές ή και με δεύτερο χώρο. Τα πολυσινεμά λειτουργούν καλύτερα από ό,τι οι μονές αίθουσες, όχι βέβαια με τρελά νούμερα, αλλά το Spiderman, για παράδειγμα, έκανε περίπου 500.000 εισιτήρια. H Σμύρνη, που περιμέναμε να φέρει τον κόσμο μαζικά στις αίθουσες, δεν έχει φτάσει τα 200.000. Σημασία έχει ότι αυτοί που άλλαξαν συνήθειες είναι το ενήλικο κοινό, αυτό που ήταν πιο πολύ προσανατολισμένο στο arthouse σινεμά. 

Οι νεότεροι έπαιρναν έτσι κι αλλιώς την παρέα τους και πήγαιναν σινεμά για να διασκεδάσουν, όχι για να δουν μια συγκεκριμένη ταινία, αλλά για να μαζευτούν όλοι μαζί και να περάσουν καλά στο σινεμά. Σε αυτές τις ηλικίες το downloading είναι τρόπος διασκέδασης εδώ και χρόνια, έχουν μάθει να βλέπουν ταινίες στην οθόνη ενός laptop ή ακόμη και του κινητού. Βέβαια, σε άλλες χώρες η πειρατεία αντιμετωπίστηκε πολύ πιο αποτελεσματικά και δεν χτυπήθηκε τόσο η αίθουσα, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι φαινόμενο των καιρών.

Το μεγάλο ζήτημα προέκυψε τώρα με τις πλατφόρμες, που για να δεις μια ταινία μπαίνεις και απλά πατάς ένα κουμπί, δεν χρειάζεται να έχεις κάποια ιδιαίτερη τεχνογνωσία. Ήδη από το πρώτο lockdown και μετά ο λογαριασμός στην πλατφόρμα προστέθηκε στα πάγια έξοδα του μήνα για τον μέσο Έλληνα κάθε ηλικίας, μαζί με τη ΔΕΗ και το κινητό. Και είναι διαθέσιμες για να δεις, και μάλιστα σε πολύ καλή ποιότητα, ταινίες που βγαίνουν ταυτόχρονα στις αίθουσες ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικές μέρες ή εβδομάδες μετά. Αυτό είναι καταστροφικό για το σινεμά εν γένει, αλλά κυρίως για τις arthouse αίθουσες, που είναι μικρές επιχειρήσεις και δεν μπορούν να αντέξουν τη νέα κατάσταση. 

Οι αιθουσάρχες έχουν να αντιμετωπίσουν δυσβάστακτα έξοδα. Με εξαιρετικά μειωμένη ή ακόμη και μηδενική προσέλευση, καλούνται να πληρώσουν ενοίκια που ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες ευρώ τον μήνα, μισθούς υπαλλήλων, το ποσοστό που αναλογεί στο γραφείο διανομής για την ταινία, για να μη μιλήσουμε για τη θέρμανση και, φυσικά, τη ΔΕΗ, που έχει ανέβει στα ύψη». 

«Αν δεν κάνει καθόλου εισιτήρια μια ταινία, πληρώνεις κανονικά γι’ αυτή;». «Πληρώνεις για τα εισιτήρια που θα κάνει. Την πρώτη εβδομάδα πληρώνεις το 50% στον διανομέα και μετά, κάθε εβδομάδα πέφτει 5%, μέχρι να φτάσει στο 35%. Δεν πάει παρακάτω. Όταν κάνεις πάρα πολύ λίγα εισιτήρια δεν θα πληρώσεις μεγάλο ποσό στον διανομέα, αλλά δεν θα είναι βιώσιμη η επιχείρηση πλέον».

αδαμίδης
Λευτέρης Αδαμίδης

Ο Λευτέρης Αδαμίδης, συνιδρυτής της ανεξάρτητης εταιρείας κινηματογραφικής διανομής και προγραμματισμού One from the heart, εξηγεί: «Το τι θα γίνει από δω και πέρα δεν μπορεί κανείς να το προβλέψει. Εδώ και δύο χρόνια έχουν πληγεί πολύ οι καλλιτεχνικές ταινίες. Η πανδημία δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα στα μικρά σινεμά και στις μικρές εταιρείες διανομής, οι οποίες ξαφνικά βλέπουν ότι το κοινό που τις στήριζε εξαφανίζεται, δεν μπαίνει στην αίθουσα και οι λόγοι είναι πολλοί. Το πρόβλημα προϋπήρχε, απλώς η πανδημία είναι ένας επιταχυντής, ένας μεγεθυντικός φακός που έδειξε αυτό το πράγμα πιο έντονα.

Μιλώντας για την Ελλάδα, γιατί είμαστε μια ειδική περίπτωση, η αγορά του καλλιτεχνικού σινεμά ήταν πάντα ανώριμη και αβαθής, δεν έχει το βάθος που έχει το θέατρο ή το βιβλίο, όπου υπάρχει ένα κοινό σταθερό και αναπτυγμένο, το οποίο, ό,τι και να γίνει, θα προσπαθήσει να ανταποκριθεί σε οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η αγορά για τις καλλιτεχνικές ταινίες ήταν μια φενάκη, δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Πολλά πράγματα στηρίζονται στο hype, δεν υπάρχει ένας πυρήνας σκληρός που θα πει “εγώ θα στηρίξω αυτό το προϊόν και τα σινεμά”. Το arthouse κύκλωμα αιθουσών και διανομέων έχει πληγεί σε όλες τις χώρες, αλλά η Γαλλία π.χ. αντιστέκεται. Βλέπεις ένα ντοκιμαντέρ να κάνει 500.000 εισιτήρια ακόμα και σήμερα. 

Tο τελικό χτύπημα έδωσε η εμφάνιση της πλατφόρμας, και μάλιστα μαζικά. Γιατί δεν υπήρχε ένα κοινό που να πει “εμένα με ενδιαφέρει η εμπειρία του κινηματογράφου”. Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με σινεμά, έχω περάσει από τις Νύχτες Πρεμιέρας και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πιστεύω στη δύναμη της αίθουσας και στο σινεμά ως μια συλλογική εμπειρία.

Εν τέλει αποδείχτηκε ότι στην Ελλάδα ήταν αρκετά επιφανειακή η σχέση του κόσμου με το σινεμά, ήταν περισσότερο το να δω κάτι και όχι πώς θα το δω. Αυτό μας έδειξε η εμφάνιση της πλατφόρμας και όσα είχαν προηγηθεί με τα κατεβάσματα, τα torrents και όλα αυτά. Έβλεπες στα social media να μιλάνε χιλιάδες άνθρωποι για μια ταινία και στις αίθουσες να μην κάνει τίποτα, την έβλεπαν τσάμπα. Το έχω ζήσει και στο φεστιβάλ αυτό, παίζαμε το 24 hour party people και το Αττικόν είχε χίλιους ανθρώπους, ενώ, όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες μία εβδομάδα μετά, δεν έκανε τίποτα. 

Κάποτε, ως διανομείς, λέγαμε ότι στην Αθήνα υπάρχει μια κρίσιμη μάζα 5.000-6.000 θεατών που θα στηρίξει μια καλλιτεχνική ταινία για να μπορεί να σταθεί –και πραγματικά με τέτοιους αριθμούς μπορεί να σταθεί μια ταινία–, αλλά βλέπουμε ότι δεν υπάρχουν πια αυτοί οι αριθμοί και αναρωτιόμαστε πού είναι αυτός ο κόσμος.

Ξέρουμε ότι έχουμε χάσει τις μεγάλες ηλικίες, των άνω των 50, οι οποίοι είχαν συνηθίσει να βλέπουν τις ταινίες στις αίθουσες, κι αυτό οφείλεται σε υγειονομικούς λόγους, αλλά η ανησυχία μου είναι για το νεανικό κοινό, το κοινό δεκαοκτώ με είκοσι πέντε, που πλέον είναι ανύπαρκτο στο καλλιτεχνικό σινεμά. Πάνε σε ένα φεστιβάλ γιατί εκεί είναι το hype, αλλά όταν βγει κανονικά η ταινία, το κοινό αυτό είναι χαμένο. Οι πιτσιρικάδες πάνε στο σινεμά, δεν φοβούνται, αλλά δεν πάνε να δούνε καλλιτεχνική ταινία.

Έφερε η πανδημία το τέλος του σινεμά arthouse στην Ελλάδα; Facebook Twitter
Εικονογράφηση: bianka / LiFO

Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο σινεμά ως συλλογική εμπειρία, να βλέπεις κάτι με κάποιον άλλο, να το μοιράζεσαι, και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το κρατήσουμε, για να μη φτάσουμε σε αυτό που έγινε με τη μουσική, που ο καθένας άκουγε κάτι μόνος του. Η μουσική δεν είναι συλλογική εμπειρία ή τουλάχιστον δεν είναι στον βαθμό που ήταν παλιότερα, κι αυτό συμβαίνει και στο σινεμά με κάποιον τρόπο.

Αυτό που πρέπει να γίνει είναι αίθουσες και διανομείς να επενδύσουμε στο να ανεβάσουμε την κινηματογραφική εμπειρία, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Παρότι είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή και από οικονομικής άποψης, πρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα την αίθουσα και την εμπειρία του σινεμά, να προσφέρουμε μια διαφορετική εμπειρία, αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να φύγουμε από αυτή την καθοδική πορεία.

Βλέπουμε ότι στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αμερική, τα σινεμά που προσφέρουν κινηματογραφική εμπειρία, που έχουν χώρους προσεγμένους με πολύ εκλεκτικό προγραμματισμό, καταφέρνουν να επιβιώνουν. Ζούμε μια δύσκολη κατάσταση, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι μη αναστρέψιμη για τα σινεμά που θα επιμείνουν και θα επενδύσουν. Ακούγεται οξύμωρο σε μια περίοδο που δεν γίνονται εισιτήρια και υπάρχει το πρόβλημα με τους κλειστούς χώρους, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση.

Οι μονές και οι διπλές αίθουσες στην Ελλάδα έχουν πολλές ελλείψεις, συγκρινόμενες με αντίστοιχες μονές αίθουσες σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, χρειάζονται αναβάθμιση. Και δεν είναι μόνο οι αίθουσες, από την πλευρά τους πρέπει να επενδύσουν και οι διανομείς στην εκλεκτικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί ο αριθμός των ταινιών που υπήρχε κάποτε στην αγορά, ο κανιβαλισμός των δέκα ταινιών την εβδομάδα που ζήσαμε κάποτε, όλα αυτά χρειάζεται να ρυθμιστούν με έναν τρόπο αν θέλουμε να βγούμε από αυτή την κατάσταση. Τώρα έγινε το ανάποδο, φτάσαμε στο σημείο να βγαίνουν τρεις ταινίες την εβδομάδα και οι αίθουσες να μην έχουν πια τι να παίξουν».

Τουλάχιστον, «τα θερινά σινεμά λειτούργησαν πολύ καλά αυτά τα δύο χρόνια της πανδημίας», συνεχίζει η Πέγκυ Ρίγγα, «παρόλο που είχαμε τη μειωμένη χωρητικότητα, τους περιορισμούς στην αρχή, στο ωράριο, την απαγόρευση του διαλείμματος κ.ά. Προφανώς, επειδή είχε λείψει το σινεμά στον κόσμο αλλά και επειδή τα θερινά είναι λίγο διαφορετική περίπτωση, είναι ένας τύπος διασκέδασης πλέον. Δεν είναι ψυχαγωγία με την αρχαία έννοια του χώρου, είναι έξοδος πιο χαλαρή, δεν είναι το ίδιο με τη μυσταγωγία της χειμερινής αίθουσας.

Πάντως, έσωσαν την εγχώρια κινηματογραφική αγορά και έδωσαν ανάσα στους αιθουσάρχες, καθώς οι περισσότεροι έχουν και κάποιο θερινό, εκτός από χειμερινό σινεμά. Σπανίως κάποιος που δραστηριοποιείται στον χώρο έχει ένα μόνο από τα δύο. Ο κόσμος πήγε μαζικά να δει σινεμά στη μεγάλη οθόνη. Ειδικά φέτος, που για πρώτη φορά οι οσκαρικές ταινίες βγήκαν στα θερινά και όχι στους χειμερινούς κινηματογράφους, λόγω της καραντίνας. Και εκεί ήταν εντυπωσιακό, γιατί ενώ φοβόμασταν ότι οι ταινίες ήταν διαθέσιμες για κατέβασμα αρκετούς μήνες πριν και πολύς κόσμος τις είχε δει, τελικά έκοψαν πολλά εισιτήρια.

Το Druk, για παράδειγμα, παρότι το είχαν κατεβάσει όλοι, δούλεψε πολύ καλά, έπαιρνε αυτός που το είχε δει τους φίλους του και έρχονταν να το δουν στο σινεμά. Πάντα φοβόμαστε το downloading και την πειρατεία, αλλά φάνηκε ότι μια καλή ταινία μπορεί να κάνει δεύτερη καριέρα στο σινεμά, δηλαδή εκεί που της πρέπει». 

«Από δω και πέρα τι βλέπεις να γίνεται; Θα ξαναγυρίσουν στο σινεμά οι μεγάλοι που πήγαν στις πλατφόρμες; Υπάρχει περίπτωση να αρχίσουν να κλείνουν σινεμά;» 

«Έχουν αρχίσει ήδη να κλείνουν. Το Όσκαρ δεν άντεξε, έκλεισε. Άνοιξε, βέβαια, το Ελιζέ, αλλά ήταν τυχαίο γεγονός, γιατί ήταν υπό ανακαίνιση εδώ και τρία χρόνια, οπότε δεν μπορείς να πεις ότι είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα σινεμά που άνοιξε μέσα στην πανδημία. Τα πιο αδύναμα σινεμά, αυτά των οποίων οι αιθουσάρχες δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στα έξοδα, γιατί έχουν, για παράδειγμα, πολύ υψηλό ενοίκιο ή γιατί θα τους έρθει ένας τεράστιος λογαριασμός ΔΕΗ, πώς θα τα βγάλουν πέρα;

Την Ααβόρα δεν τη άνοιξα φέτος για όλους αυτούς τους λόγους, και επειδή δεν έχω ενοίκιο και προσωπικό που να εξαρτάται από μένα, προτίμησα να κάνω εργασίες ανακαίνισης. Κράτησα μια στάση αναμονής επειδή είχα αυτήν τη δυνατότητα. Αν όμως συνεχιστεί αυτή η κατάσταση με τη διαρκώς μειούμενη προσέλευση, δεν θα αντέξει κανείς. Και είναι ολόκληρη αλυσίδα, γιατί έτσι οι διανομείς κρατάνε τις ταινίες για να τις βγάλουν το καλοκαίρι, όπου με δύο μόνο προβολές κάθε βράδυ είναι αδύνατο να χωρέσουν όλες και αναπόφευκτα θα χαθούν αξιόλογες ταινίες. Δεν θα έχουν πού να προβληθούν ή θα προβληθούν για λίγο και δεν θα έχουν τη συνέχεια που τους αξίζει.  

Τώρα βγαίνουν στις αίθουσες μόνο οι λεγόμενες “στουντιακές”, οι μεγάλες παραγωγές των οποίων η ημερομηνία εξόδου καθορίζεται από το εξωτερικό. Σχεδόν όλες οι άλλες ταινίες πάνε για καλοκαίρι και περιορίζεται κατά πολύ η δυνατότητα επιλογής για τις χειμερινές αίθουσες. Ειδικά στο arthouse στο οποίο ειδικεύονται και κάποια πιο μικρά γραφεία, δεν βγάζουν καθόλου ταινίες. Είναι αδύνατο να βγάλουν τα έξοδα της αγοράς της ταινίας με τις σημερινές συνθήκες. Δεν πλήττεται μόνο η αίθουσα. Και οι διανομείς που φέρνουν αποκλειστικά τις λεγόμενες σινεφίλ ταινίες δεν ξέρω κατά πόσο θα αντέξουν την κατάσταση, ώστε να συνεχίσει το arthouse να έχει μια συνεχή παρουσία στην ελληνική αγορά.

Στην επαρχία υπάρχει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς το ποσοστό των εμβολιασμένων είναι μικρότερο, αλλά και στην Αθήνα η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι πιο πολλές προβολές γίνονται με μονοψήφιο αριθμό θεατών ή, ακόμα χειρότερα, δεν γίνονται καθόλου, δεν εμφανίζεται κανένας. Υπήρξε σινεμά που την Πέμπτη έκανε μηδέν εισιτήρια. Έπαιζε δύο ταινίες που έκαναν πρεμιέρα εκείνη την Πέμπτη και έγραψε μηδέν το ταμείο. Και ο ιδιοκτήτης του μου είπε ότι σκεφτόταν να το κλείσει τώρα, τον Φεβρουάριο, και να ανοίξει το θερινό. Αν έχεις μόνο χειμερινή αίθουσα, φαντάσου σε πόσο δύσκολη κατάσταση βρίσκεσαι στην παρούσα φάση.

Έχουν κλείσει, άλλωστε, πολλά σινεμά ήδη από τη δεκαετία του ’80, πρώτα με την έλευση του βίντεο, μετά των ιδιωτικών καναλιών και την εν γένει αλλαγή στον τρόπο ζωής. Οι χειμερινές αίθουσες, ειδικά στο κέντρο της Αθήνας, είναι ακίνητα φιλέτα, είναι περιζήτητοι, μεγάλοι χώροι και οι ιδιοκτήτες τους δέχονται μεγάλες πιέσεις να αλλάξουν τη χρήση τους και να τα δώσουν π.χ. για σούπερ μάρκετ. Συν ότι δεν έχεις τη δυνατότητα, ως αιθουσάρχης, να πας κάπου αλλού, να πεις “εντάξει, θα την πάω παραδίπλα την επιχείρηση, και θα ανοίξω καινούργιο σινεμά”, διότι έχει πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές η αίθουσα, αυτή είναι η ευλογία και η κατάρα της». 

714
To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

«Πόσα σινεμά έχουν κλείσει τα τελευταία χρόνια;». «Το Αττικόν και το Απόλλων έχουν κλείσει για τους γνωστούς λόγους, το Τιτάνια, που ήταν ένα pocket σινεμά, αλλά λειτουργούσε αρκετά χρόνια, το Embassy επίσης δεν άνοιξε φέτος. Δεν γίνεται μια περιοχή κεντρική και καλή σαν το Κολωνάκι να μην έχει ούτε μία χειμερινή αίθουσα. Έκλεισαν και αλυσίδες, τα Odeon, και στην Αθήνα και στην επαρχία.

Δεν πρέπει να κλείνει κανένα σινεμά, ούτε και τα μούλτιπλεξ. Ο πατέρας μου έλεγε ότι πρέπει να δουλεύουμε όλοι για να βγούμε κερδισμένοι στο τέλος. Δεν θα χαρώ αν κλείσει μια οποιαδήποτε αλυσίδα για να κερδίσει κοινό το δικό μου σινεμά. Δεν λειτουργεί έτσι. Το σινεμά πρέπει να σου δίνει πάρα πολλές επιλογές, να πας και στα Village και στη μονή αίθουσα, για να κινείται ο κόσμος και να αποκτά την κουλτούρα του κινηματογράφου. Να σηκωθεί από τον καναπέ του και να πάει σινεμά, να δει την οποιαδήποτε ταινία στον χώρο για τον οποίο φτιάχτηκε και όχι στην τηλεόρασή του, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή».

«Φτάσαμε στο σημείο το κέντρο της Αθήνας να έχει λιγότερες χειμερινές αίθουσες από θερινά σινεμά», λέει ο Λευτέρης. «Σε ολόκληρη Πατησίων έχει μείνει μόνο ένα σινεμά! Δεν γίνεται να βγάζουμε τον χειμώνα ταινίες με δάφνες και τα νούμερα να είναι τόσο χαμηλά. Να κάνουν 1.000 εισιτήρια, 1.500, και να πανηγυρίζουμε, ενώ τα θέατρα πάνε αρκετά καλά. Και δεν γίνεται μια νέα ταινία που βγαίνει τώρα στις αίθουσες να ανεβαίνει σε δεκαπέντε μέρες και σε έναν μήνα στην πλατφόρμα. Είναι πάρα πολύ μικρό το διάστημα.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανενός είδους κανονιστικό πλαίσιο, στη Γαλλία ψηφίστηκε νόμος που δεν επιτρέπει στις ταινίες να προβάλλονται αν δεν περάσει ένας χρόνος από την πρώτη προβολή τους στις αίθουσες. Υπάρχουν πλαίσια. Εδώ ο καθένας κάνει ό,τι θέλει. Ήμασταν πάντα μια αρρύθμιστη αγορά. 

Ωστόσο είμαι αισιόδοξος, αυτό φαίνεται και μόνο που συνεχίζω να κάνω αυτήν τη δουλειά, αλλά θέλει πολύ μεγάλη προσπάθεια να σταθούμε απέναντι στις πλατφόρμες ή να πείσουμε τον κόσμο να ξαναγυρίσει στις αίθουσες. Να πω ότι πρόσφατα βγάλαμε μια ταινία που δεν υπήρχε πουθενά, ούτε σε πλατφόρμα, ούτε να την κατεβάσεις μπορούσες, και πήγε συμπαθητικά στις αίθουσες. Μάλλον πυροβολούμε οι ίδιοι τα πόδια μας…» 
 
 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Χαρά αλλά και έντονος προβληματισμός στην τάξη των ιδιοκτητών θερινών κινηματογράφων ενόψει της θερινής σεζόν

Οθόνες / Χαρά αλλά και έντονος προβληματισμός με το άνοιγμα των θερινών σινεμά

Το κοινό έσπευσε να επισκεφθεί όσους θερινούς κινηματογράφους άνοιξαν την προηγούμενη Παρασκευή, όμως οι ιδιοκτήτες επισημαίνουν μια σειρά από προβλήματα που δυσχεραίνουν την κατάσταση και απειλούν τη βιωσιμότητά των επιχειρήσεών τους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Το Απόλλων και το Αττικόν μπορεί να επιστρέψουν, η παλιά «κανονικότητα» όμως κάηκε ολοσχερώς

Στήλες / Το Απόλλων και το Αττικόν μπορεί να επιστρέψουν, η παλιά «κανονικότητα» όμως κάηκε ολοσχερώς

Χρόνια περιμένουμε να επουλωθεί η πληγή του καμένου κτιρίου στη Σταδίου. Μάταια όμως. Τα χαλάσματα παραμένουν εκεί, σαν καλλιτεχνική εγκατάσταση με θέμα την οργή, το τραύμα, τις ψευδαισθήσεις, τις κοινωνικές ρωγμές.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Pulp Fiction / Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μαζί με τον Λουκά Κατσίκα κάνουν μια αναδρομή στις σημαντικότερες σινεφίλ ταινίες των τελευταίων εκατό ετών με αφορμή το «Fabelmans», το «Babylon» και το «Empire of light».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Οθόνες / Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Με αφορμή τις ήπια αφοριστικές δηλώσεις του Κουέντιν Ταραντίνο και τον επαναπροσδιορισμό ταπεινότητας της Τζένιφερ Λόρενς, η βιομηχανία ψάχνει πάντα ελκυστικά πρόσωπα για να ταΐσει τις πανάκριβες συνταγές της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ ενηλικίωσης για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων μέσα από τις ζωές των μαθητών

Οθόνες / «Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων

Η ταινία του Λουκά Παλαιοκρασά τοποθετεί το εκπαιδευτικό σύστημα στο επίκεντρο, εξερευνώντας το μέσα από τη ζωή και τα μάτια των μαθητών, και είναι μια κινηματογραφική καταγραφή που σε ξεβολεύει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ