Ατρόμητοι πολεμιστές με κοφτερά σπαθιά (η επονομαζόμενη κατάνα, οι λάμες της οποίας φτιάχνονταν από ένα ενισχυμένο μείγμα ατσαλιού μοναδικής ποιότητας), περίτεχνες πανοπλίες, ασκητική ζωή και ένας αυστηρός κώδικας τιμής τον οποίο όριζε το Bushido, ο «Δρόμος του Πολεμιστή». Οι σαμουράι, μια θρυλική κάστα πολεμιστών που κυριάρχησαν επί αιώνες στην Ιαπωνία, εξελίχθηκαν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της κουλτούρας και των παραδόσεων της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου στη Δύση, δίνοντας υλικό σε βιβλία, κόμικς, ταινίες και βιντεοπαιχνίδια, στη μόδα ακόμη, ωστόσο όχι χωρίς κάποιες εξιδανικεύσεις ή/και απλουστεύσεις, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η έκθεση με τίτλο «Samurai», που ξεκίνησε χθες στο Βρετανικό Μουσείο με τη συνδρομή του Huo Family Foundation, κάνει μια μεγάλη αναδρομή στη σχεδόν χιλιετή ιστορία τους, διερευνώντας ταυτόχρονα πώς δημιουργήθηκε η εικόνα και ο μύθος τους. Συγκεντρώνοντας περίπου 280 αντικείμενα και ψηφιακά μέσα, η έκθεση αποκαλύπτει τις πολλαπλές ταυτότητες αυτής της ιδιαίτερης πολεμικής κάστας και ανιχνεύει την πολιτιστική κληρονομιά που άφησαν τόσο στην Ιαπωνία όσο και εκτός αυτής.
Ιδιαίτερη κατηγορία των σαμουράι ήταν οι χαταμότο, η ανώτατη τάξη πολεμιστών, προσωπική φρουρά του Σογκούν (Αυτοκράτορα). Κατά τη διάρκεια του Σογκουνάτου του Τοκουγκάβα, οι χαταμότο ήταν άμεσοι υποτελείς του Σογκούν και η ετήσια αμοιβή τους υπολογιζόταν σε ρύζι.
Οι σαμουράι –γνωστοί στην Ιαπωνία ως bushi– συμμετείχαν σε μακροχρόνιους φεουδαρχικούς πολέμους και απέκτησαν πολιτική κυριαρχία από το 1100 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου ειρήνης που ξεκίνησε το 1615 μ.Χ., με την εδραίωση της εξουσίας του Σογκουνάτου που ίδρυσε ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου, εγκατέλειψαν τα πεδία της μάχης για να υπηρετήσουν ως κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μελετητές και προστάτες των τεχνών, οι δε τίτλοι ευγενείας τους παρέμειναν κληρονομικοί μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα.
Ιδιαίτερη κατηγορία των σαμουράι ήταν οι χαταμότο, η ανώτατη τάξη πολεμιστών, προσωπική φρουρά του Σογκούν (Αυτοκράτορα). Κατά τη διάρκεια του Σογκουνάτου του Τοκουγκάβα, οι χαταμότο ήταν άμεσοι υποτελείς του Σογκούν και η ετήσια αμοιβή τους υπολογιζόταν σε ρύζι.
Ο ίδιος άρχοντας απαγόρευσε το έθιμο του σεπούκου, της τελετουργικής αυτοκτονίας που προβλεπόταν σε περίπτωση που ένας σαμουράι ατιμαζόταν – διαφορετικά, κατέληγε κοινωνικός παρίας. Aυτό το έθιμο εξακολούθησε ωστόσο να υφίσταται για αρκετό ακόμα χρονικό διάστημα. Σε σεπούκου μάλιστα προέβη και ο κορυφαίος συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα, λάτρης των παραδοσιακών αξιών και της κουλτούρας των σαμουράι, μετά την αποτυχία της απόπειρας πραξικοπήματος που σχεδίασε καταλαμβάνοντας το διοικητήριο του Γενικού Επιτελείου των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας (25/11/1970).
Δύο άλλα σημαντικά στοιχεία είναι ότι, πρώτον, όχι μόνο υπήρχαν γυναίκες σαμουράι, αλλά ήταν και πολυάριθμες, και δεύτερον, ότι οι ομόφυλες σχέσεις, παρότι ταμπού, δεν ήταν ασυνήθιστες ανάμεσα στους σαμουράι πολεμιστές, καθώς τις ευνοούσε ο τρόπος ζωής τους. Υπόψη κιόλας ότι δεν αρκούσε ο ιδανικός σαμουράι να είναι άριστος μαχητής, όφειλε επιπλέον να διαθέτει πνευματική καλλιέργεια και καλλιτεχνικό αισθητήριο, να κατέχει από λογοτεχνία και ποίηση ή ακόμα καλύτερα να γράφει ο ίδιος, να είναι επίσης καλλιγράφος.
Όσο για τη σημασία των σαμουράι για τους σύγχρονους Ιάπωνες, «στη συλλογική τους συνείδηση αντιμετωπίζονται κυρίως ως μια ομάδα ανθρώπων που αντιπροσωπεύει ένα σύνολο ιδανικών: την πειθαρχία, τον αυτοέλεγχο, την αίσθηση του καθήκοντος και την αφοσίωση στην ομάδα. Ίσως να έχετε ακούσει για το λεγόμενο “Samurai Spirit” που σχετίζουν πολλοί με την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ιαπωνίας», λέει ο Αχιλλέας Οικονόμου, στον οποίο απευθύνθηκα για πιο εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με τους σαμουράι και την κουλτούρα τους. Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Ιαπωνική Ιστορία του 17ου αιώνα από το Πανεπιστήμιο Gakushuin του Τόκιο, είναι ανώτερος ερευνητής στο Πολιτικό Τμήμα της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ελλάδα και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Υποτρόφων του ιαπωνικού υπουργείου Παιδείας.
«Η μέση εκπαίδευση καλύπτει εκτενώς την ιστορία των σαμουράι, από την εμφάνισή τους στην πολιτική ζωή της χώρας μέχρι και την επίσημη κατάλυση της τάξης τους. Αξιοπρόσεκτη είναι η προσέγγιση της διδασκαλίας, όπου οι σαμουράι παρουσιάζονται ως πολιτικοί “παίκτες” που απολάμβαναν ισχυρά κοινωνικά προνόμια και όχι ως “αψεγάδιαστοι ιππότες”. Στη σημερινή Ιαπωνία δεν υπάρχουν προφανώς σαμουράι, έχουν όμως επηρεάσει διάφορες εκφάνσεις της κοινωνίας. Για παράδειγμα στις εταιρείες (ειδικότερα στις μεγαλύτερες και παλαιότερες) έχει κεντρική σημασία για τους υπαλλήλους η αφοσίωση στον οργανισμό, στη συλλογική ευθύνη, στη σιωπηλή αντοχή και στο αίσθημα ντροπής για την αποτυχία. Όσο για τους σαμουράι όπως τους παρουσιάζει συνήθως το Χόλιγουντ, δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ούτε φονικές μηχανές ήταν ούτε ρομποτάκια που εκτελούσαν τυφλά εντολές.
Έχουμε πολλές ιστορικές αναφορές σαμουράι να αλλάζουν πλευρές κατά τη διάρκεια πολέμων (ακόμα και κατά τη διάρκεια μιας μάχης) ή να ξεσηκώνονται απέναντι σε κάποια άδικη απόφαση του άρχοντά τους. Το ιαπωνικό σινεμά, παρά τον μεγάλο αριθμό ταινιών που υπερβάλλουν ή εξιδανικεύουν τα γεγονότα, προσεγγίζει την ιστορία των σαμουράι πολύ πιο ρεαλιστικά. Ο Κουροσάβα, για παράδειγμα, παρουσίασε σαμουράι που ήταν βαθιά ανθρώπινοι, πολλές φορές ηθικά διχασμένοι και συχνά φτωχοί ή αποτυχημένοι. Όσο για τον κώδικα τιμής τους, το λεγόμενο Bushido, αυτός δημιουργήθηκε κατά την περίοδο Έντο και δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα αλλά τα ιδανικά που όφειλε να έχει ένας σαμουράι.
Το δε βιβλίο τού Nitobe Inazō “Bushido: The Soul of Japan” (1900), που αρκετοί στη Δύση θεωρούν ως το βασικότερο ανάγνωσμα για το Bushido, είναι γεμάτο υπερβολές και εξιδανικεύσεις και υπήρξε αντικείμενο έντονης κριτικής από Ιάπωνες ιστορικούς», συνεχίζει, σημειώνοντας ότι κάποιοι από τους μεγαλύτερους πολιτικούς στοχαστές αλλά και μεταρρυθμιστές της σύγχρονης Ιαπωνίας ήταν μέλη της τάξης των σαμουράι. «Φωτεινό παράδειγμα ο Σακαμότο Ριόμα, που κατά τον 19ο αιώνα πρότεινε τη μετάβαση από τη φεουδαρχία σε μια δυτικού τύπου συνταγματική μοναρχία με μοντέρνο στρατό και ναυτικό και τη δημιουργία μιας εθνικής συνέλευσης».
Η έκθεση δεν περιορίζεται σε όπλα και πανοπλίες, αλλά παρουσιάζει επίσης πίνακες ζωγραφικής, ξυλογραφίες, βιβλία, ρούχα, κεραμικά, φωτογραφίες, αναφορές από τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα μάνγκα, τα βιντεοπαιχνίδια και τη σύγχρονη τέχνη, συμπεριλαμβανομένων νέων έργων που ανατέθηκαν στον διάσημο Ιάπωνα καλλιτέχνη Noguchi Tetsuya. «Λόγω της ευαισθησίας της ιαπωνικής τέχνης στο φως, αυτή είναι μια σπάνια ευκαιρία να δει κανείς έργα τόσο από την υπάρχουσα συλλογή του Βρετανικού Μουσείου όσο και έργα που δανειστήκαμε για την έκθεση και δεν έχουν εκτεθεί ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο», αναφέρει η δρ. Rosina Buckland, επιμελήτρια του Βρετανικού Μουσείου για τις ιαπωνικές συλλογές.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα εκθέματα είναι μια βερμιλιόν κόκκινη γυναικεία πυροσβεστική κάπα με κουκούλα, δάνειο από τη Συλλογή John C. Weber, που φορούσαν οι γυναίκες που υπηρετούσαν στο Κάστρο Έντο. Λόγω του ότι τα περισσότερα κτίρια ήταν ξύλινα, οι πυρκαγιές ήταν τόσο συχνές στην πρωτεύουσα Έντο (σημερινό Τόκιο), που ήταν γνωστές ως «λουλούδια του Έντο», και το σχέδιο που φέρει με τα κύματα παραπέμπει στην προστασία από τις φλόγες.
Ένα σπάνιο πορτρέτο του Itō Mancio από τον Ντομένικο Τιντορέτο, από τη Fondazione Trivulzio του Μιλάνου, απεικονίζει έναν 13χρονο σαμουράι που ηγήθηκε μιας διπλωματικής αποστολής στο Βατικανό το 1582. Η επίσκεψη αυτή ήταν η πρώτη διπλωματική αποστολή της Ιαπωνίας στην Ευρώπη και έγινε σε μια κρίσιμη καμπή των σχέσεων με τη Δύση, μετά την άφιξη του χριστιανισμού μέσω Πορτογάλων εμπόρων και ιεραποστόλων το 1545. Η νέα θρησκεία δεν κατάφερε, εντούτοις, να εδραιωθεί στη χώρα, υπήρξαν μάλιστα παλιότερα και διώξεις χριστιανών – κυρίαρχα θρησκεύματα ήταν και παραμένουν ο σιντοϊσμός και ο βουδισμός.
Άλλο ένα ενδιαφέρον πορτρέτο είναι αυτό του Ερρίκου του Μπέρμπον, κόμη του Μπάρντι, ο οποίος, κατά την επίσκεψή του στην Ιαπωνία το 1889 έβαλε να τον ζωγραφίσουν ως σαμουράι. Ο θαυμασμός του αποτυπώνει την ιδεαλιστική εικόνα που είχε περάσει στη Δύση για τους σαμουράι τον 19ο αιώνα, σε μια εποχή που η Ιαπωνία εκσυγχρονιζόταν ραγδαία και ο κόσμος τους χανόταν, με κάθε αντίσταση –σαν αυτή που είδαμε στον βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα «Τελευταίο Σαμουράι» (2003), με τον Τομ Κρουζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο– να αποδεικνύεται μάταιη.
Από ένα σύνολο Louis Vuitton εμπνευσμένο από ιαπωνική πανοπλία μέχρι τα δημοφιλή βιντεοπαιχνίδια «Assassin’s Creed: Shadows» (2025) και «Nioh 3» (2026), πρόκειται για μια έκθεση που αφορά το διαχρονικό πολιτιστικό αποτύπωμα των σαμουράι και είναι οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη εμπειρία.
Στη δική μας πραγματικότητα, τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στα μόνιμα εκθέματα του Πολεμικού Μουσείου της Αθήνας περιλαμβάνεται μια περίτεχνη πανοπλία σαμουράι του 14ου από τη Συλλογή Σαρόγλου.
«Samurai», The British Museum, The Sainsbury Exhibitions Gallery, διάρκεια 3/2/2026-4/5/2026